Υπάρχει σωστή επενδυτική στρατηγική για τις εταιρείες σε ό,τι αφορά την επαναγορά ιδίων μετοχών;

Υπάρχει σωστή επενδυτική στρατηγική για τις εταιρείες σε ό,τι αφορά την επαναγορά ιδίων μετοχών;
Τί πρέπει να αποφεύγουν οι επενδυτές.

του Ryan Derousseau 

Οι έξυπνοι μακροπρόθεσμοι επενδυτές γνωρίζουν ότι δεν πρέπει να προσπαθούν να «χρονομετρούν» την αγορά (δηλαδή να προβλέπουν πότε οι μετοχές έχουν φτάσει στο ανώτατο ή κατώτατο σημείο τους). Όμως, βάσει του τρόπου με τον οποίο οι εισηγμένες εταιρείες χειρίστηκαν τις πρόσφατες επαναγορές ιδίων μετοχών τους, φαίνεται ότι η εταιρική Αμερική δεν έχει αντλήσει το ίδιο δίδαγμα.

Ένας γνωστός κανόνας λέει ότι κάποιος που επενδύει, για παράδειγμα, σε ένα συνταξιοδοτικό ταμείο, δεν θα πρέπει να βασίζει τις επενδυτικές αποφάσεις του σε προβλέψεις για το πότε οι μετοχές έχουν φτάσει στο υψηλότερο ή στο χαμηλότερο σημείο τους. Ένα πλήθος στοιχείων δείχνουν ότι οι πιθανότητες των αποταμιευτών να βγουν σωστοί στις προβλέψεις τους είναι αρκετά περιορισμένες και ότι όσοι ακολουθούν αυτή την τακτική επιτυγχάνουν χειρότερες αποδόσεις από την αγορά.

Για να αποφύγουν αυτόν τον κίνδυνο, οι περισσότεροι αποταμιευτές αυτοματοποιούν τις επενδύσεις τους: Βάζουν ένα σταθερό ποσό στους λογαριασμούς τους κάθε μήνα, αγοράζοντας το ίδιο ποσό π.χ. μετοχών σε ένα index fund ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της αγοράς.

Οι εισηγμένες επιχειρήσεις, όπως φαίνεται, δεν έχουν μάθει αυτό το βασικό επενδυτικό μάθημα. Αποκτούν περισσότερες δικές τους μετοχές από ποτέ: το 2018, το ποσό των επαναγορών ιδίων μετοχών ξεπέρασε για πρώτη φορά το 1 δισεκατομμύριο δολάρια σε ετήσια βάση. Αν και το ποσό δεν αναμένεται να αυξηθεί πολύ περισσότερο το 2019, τα αποτελέσματα από το πρώτο τρίμηνο του έτους δείχνουν ότι θα προσεγγίζουν τα επίπεδα του 2018.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι εταιρείες δεν επιλέγουν πολύ καλά τον χρόνο αυτών των επαναγορών.

Κάθε χρόνο, η Fortuna Advisors, μια εταιρεία χρηματοοικονομικής στρατηγικής, υπολογίζει την αποτελεσματικότητα των επαναγορών των εταιρειών του δείκτη S&P 500 κατά τη διάρκεια των προηγούμενων πέντε ετών, χρησιμοποιώντας ένα μέγεθος που αποκαλεί «επιστροφή επί της επένδυσης επαναγοράς» (buyback ROI). Αυτό το μέγεθος μετράει πόσο καλά αποδίδει η μετοχή κάθε εταιρίας μετά την επαναγορά των μετοχών, σε συνδυασμό με άλλα μεγέθη, συμπεριλαμβανομένων των χρημάτων που εξοικονομεί η εταιρεία διότι δεν καταβάλλει πλέον μερίσματα στις μετοχές που επαναγόρασε.

Η Fortuna δημοσίευσε την πιο πρόσφατη μελέτη της σχετικά με τα στοιχεία αυτά νωρίτερα φέτος. Για τρίτο συνεχόμενο έτος, βάσει των στοιχείων της Fortuna, η Nvidia είχε την καλύτερη επιστροφή επί της επένδυσης επαναγοράς στο 70,4%. (Βοήθησε βέβαια το γεγονός ότι η μετοχή σημείωσε αύξηση της τάξης του 750% κατά την ίδια χρονική περίοδο). Ωστόσο, οι περισσότερες εταιρείες δεν είναι ιδιαίτερα καλές στο timing των επαναγορών τους. Η μέση επιστροφή επί της επένδυσης επαναγοράς για όλες τις εταιρείες S&P 500 κινήθηκε στο 8,1%, σε σύγκριση με 13,8% πέρυσι.

Γιατί άραγε είναι σημαντικό αυτό; Η χαμηλή επιστροφή επί της επένδυσης υποδηλώνει ότι οι εταιρείες ξαναγοράζουν τις μετοχές τους πιο κοντά στις υψηλότερες τιμές – πράγμα που σημαίνει βασικά ότι πληρώνουν παραπάνω απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Θεωρητικά, αυτό αφήνει τις εταιρείες αυτές με λιγότερα χρήματα σε σχέση με τα χρήματα που θα είχαν για άλλες απαραίτητες επενδύσεις (όπως έρευνα & ανάπτυξη, εξαγορές, αγορά ρομπότ ή πρόσληψη νέου προσωπικού).

Στην ιδανική περίπτωση, θα θέλατε να αγοράζει η εταιρεία σας μετοχές όταν αυτές είναι υποτιμημένες. Ωστόσο, είναι δύσκολο να εφαρμόσουμε μια στρατηγική αγοράς μετοχών μόνο όταν η τιμή των μετοχών φαίνεται φθηνή, λέει ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Fortuna, Gregory Milano, γιατί η διοίκηση «πάντα σκέφτεται ότι είναι φθηνή». Επιπλέον, οι εταιρείες τείνουν να έχουν περισσότερα μετρητά στο ταμείο τους για επαναγορές όταν οι επιχειρηματικοί κύκλοι – και οι μετοχές – βρίσκονται σε ανοδική τροχιά.

Αντί να προσπαθούν να προσδιορίσουν χρονικά το σωστό σημείο επαναγοράς, οι εταιρείες θα έπρεπε, σύμφωνα με τη Fortuna, να επαναγοράζουν ένα σταθερό ποσό μετοχών κάθε τρίμηνο. Συνολικά, οι εταιρείες του δείκτη S&P 500 θα εξοικονομούσαν 153 δισεκατομμύρια δολάρια σε μια περίοδο πέντε ετών με αυτή την τακτική.