ΚΕΦΙΜ: Η Ελλάδα έχει προχωρήσει δημοσιονομικά, αλλά το «τεστ» 2026–2028 θα κρίνει τη διάρκεια της επιτυχίας

ΚΕΦΙΜ: Η Ελλάδα έχει προχωρήσει δημοσιονομικά, αλλά το «τεστ» 2026–2028 θα κρίνει τη διάρκεια της επιτυχίας
Photo: Shutterstock
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, το υψηλό χρέος, οι πιέσεις στις συντάξεις και οι δεσμοί κράτους–τραπεζών συνθέτουν το επόμενο μεγάλο στοίχημα για τη δημοσιονομική σταθερότητα.
  • Η Ελλάδα έκλεισε το 2025 με πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ από 209% το 2020.
  • Η περίοδος 2026–2028 θεωρείται κρίσιμη, καθώς συμπίπτουν η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, νέες δημοσιονομικές πιέσεις και αυξημένη εξάρτηση από τις αγορές.
  • Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ προειδοποιεί ότι η μέχρι σήμερα πρόοδος στηρίχθηκε εν μέρει σε ευνοϊκούς παράγοντες που δεν είναι δεδομένο ότι θα διατηρηθούν.

Σημαντική και μετρήσιμη δημοσιονομική πρόοδο έχει πετύχει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ωστόσο η πραγματική αντοχή αυτής της βελτίωσης θα δοκιμαστεί την περίοδο 2026–2028.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης του ΚΕΦΙΜ, η οποία εξετάζει κατά πόσο η ελληνική δημοσιονομική εξυγίανση έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά ή εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ευνοϊκές συγκυρίες.

Η μελέτη, με τίτλο «Η Εύθραυστη Δημοσιονομική Πειθαρχία στην Ελλάδα», υπογράφεται από τον οικονομολόγο και Συνεργάτη Ερευνητή του ΚΕΦΙΜ Ιάκωβο Μένη.

Από το 209% στο 146,1% το δημόσιο χρέος

Η αλλαγή σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης είναι εντυπωσιακή.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη.

Παράλληλα, το δημόσιο χρέος υποχώρησε από το ιστορικό υψηλό του 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025.

Παρά την αποκλιμάκωση, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επιστροφή της εμπιστοσύνης των αγορών

Σημαντική είναι και η βελτίωση του κόστους χρηματοδότησης της χώρας.

Η Ελλάδα επέστρεψε στην επενδυτική βαθμίδα, ενώ το spread του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού υποχώρησε στις 77 μονάδες βάσης το 2025, από περίπου 2.100 μονάδες βάσης το 2012.

Η εξέλιξη αποτυπώνει τη δραστική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς την ελληνική οικονομία.

Η μεγάλη εξυγίανση των τραπεζών

Θεαματική πρόοδος έχει καταγραφεί και στο τραπεζικό σύστημα.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υποχώρησαν από το 49,1% το 2016 στο 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, πλησιάζοντας πλέον τα επίπεδα της υπόλοιπης Τραπεζικής Ένωσης.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει παράλληλα σε σταθερή κερδοφορία, ενώ το 2024 επανεκκίνησαν τη διανομή μερισμάτων για πρώτη φορά από το 2008.

Γιατί η πρόοδος χαρακτηρίζεται «εύθραυστη»

Το ΚΕΦΙΜ επισημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του χρέους δεν οφείλεται αποκλειστικά σε διαρθρωτικές αλλαγές.

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν:

  • η υψηλή ονομαστική ανάπτυξη
  • ο πληθωρισμός και τα αυξημένα φορολογικά έσοδα
  • οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης
  • οι εξαιρετικά ευνοϊκοί όροι των δανείων του EFSF και του ESM

Καθώς αυτοί οι παράγοντες εξασθενούν, η χώρα θα χρειαστεί να στηριχθεί περισσότερο στη διατηρήσιμη ανάπτυξη και στην εμπιστοσύνη των αγορών.

Τι θα γινόταν αν οι αποδόσεις επέστρεφαν στο 4,5%

Η σταδιακή αντικατάσταση των προνομιακών δανείων διάσωσης με ομόλογα της αγοράς σημαίνει ότι η Ελλάδα θα είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις διεθνείς συνθήκες χρηματοδότησης.

Σύμφωνα με τη μελέτη, εάν οι αποδόσεις των δεκαετών ελληνικών ομολόγων επέστρεφαν περίπου στο 4,5%, δηλαδή στα επίπεδα του 2008, το πρόσθετο ετήσιο κόστος τόκων θα μπορούσε σταδιακά να φτάσει το 0,8%–1% του ΑΕΠ.

Τα τέσσερα μεγάλα τεστ της περιόδου 2026–2028

Η μελέτη ξεχωρίζει τέσσερις βασικές πιέσεις που συμπίπτουν χρονικά και μπορούν να δοκιμάσουν τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα της χώρας.

  1. Τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης

Η χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ολοκληρώνεται τον Αύγουστο του 2026.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι σχετικές ροές έχουν ενισχύσει τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κατά περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα.

Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι δημόσιες επενδύσεις εκτιμάται ότι θα μειωθούν κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Το πρόβλημα γίνεται σημαντικότερο καθώς οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν περίπου 24% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα.

  1. Νέες μόνιμες δαπάνες

Το δημοσιονομικό πακέτο για την περίοδο 2026–2027 εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και 0,8% το 2027.

Το ΚΕΦΙΜ εστιάζει ιδιαίτερα στον κίνδυνο δημιουργίας μόνιμων δαπανών – όπως αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις – οι οποίες μπορεί να χρηματοδοτούνται σήμερα από έσοδα που συνδέονται με μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία.

Εάν τα έσοδα αυτά υποχωρήσουν, οι δαπάνες θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν.

  1. Οι δεσμοί κράτους και τραπεζικού συστήματος

Παρά τη μεγάλη βελτίωση των ελληνικών τραπεζών, η μελέτη εντοπίζει έναν σημαντικό υπολειπόμενο κίνδυνο.

Οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.

Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών εξακολουθεί να συνδέεται με ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις και, κατ’ επέκταση, με το ελληνικό Δημόσιο.

  1. Το ασφαλιστικό παραμένει βαριά υποχρέωση

Η τέταρτη μεγάλη πρόκληση αφορά τις συντάξεις.

Η Ελλάδα δαπανά περίπου 14% του ΑΕΠ για συνταξιοδοτικές δαπάνες, ποσοστό που την κατατάσσει στην τέταρτη υψηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Περίπου 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης καλύπτεται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές.

Σύμφωνα με τις προβολές της μελέτης, η κρατική συμμετοχή θα μπορούσε να φτάσει περίπου στο 62% έως το 2029.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λιγότεροι εργαζόμενοι, περισσότεροι συνταξιούχοι

Το δημογραφικό επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εικόνα.

Ο δείκτης εξάρτησης του πληθυσμού εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050.

Με απλά λόγια, όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να χρηματοδοτούν αναλογικά περισσότερους συνταξιούχους, αυξάνοντας την πίεση στο ασφαλιστικό και στα δημόσια οικονομικά.

Ο κίνδυνος να επαναληφθεί το παρελθόν

Η μελέτη κάνει επίσης έναν παραλληλισμό με την περίοδο 1996–2004.

Τότε, η προσπάθεια ένταξης στην ΟΝΕ είχε λειτουργήσει ως ένας ισχυρός εξωτερικός μηχανισμός δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Τα τελευταία χρόνια, αντίστοιχο ρόλο έπαιξαν η ευρωπαϊκή εποπτεία και η προσπάθεια επιστροφής στην επενδυτική βαθμίδα.

Το βασικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί τώρα που αυτοί οι εξωτερικοί στόχοι έχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί.

ΚΕΦΙΜ: Η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να γίνει μόνιμη επιλογή

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας επισημαίνει ότι η δημοσιονομική μεταμόρφωση της Ελλάδας είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά δεν επιτρέπει εφησυχασμό.

Όπως σημειώνει, η περίοδος 2026–2028 θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας, καθώς συμπίπτουν η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η μεγαλύτερη εξάρτηση από τις αγορές, οι πιέσεις του ασφαλιστικού και οι υπολειπόμενοι δεσμοί τραπεζών και Δημοσίου.

Κατά τον ίδιο, η δημοσιονομική πειθαρχία θα πρέπει πλέον να πάψει να βασίζεται σε εξωτερικές πιέσεις και συγκυριακά ευνοϊκές συνθήκες και να μετατραπεί σε σταθερή εγχώρια πολιτική επιλογή.

Το μεγάλο στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Η ουσία της μελέτης είναι ότι η Ελλάδα έχει ήδη διανύσει σημαντική απόσταση από τα χρόνια της κρίσης.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πλέον αν επιτεύχθηκε πρόοδος, αλλά αν αυτή μπορεί να διατηρηθεί χωρίς τη στήριξη έκτακτων ευρωπαϊκών πόρων, υψηλού πληθωρισμού και εξαιρετικά φθηνού χρέους.

Για το ΚΕΦΙΜ, η απάντηση θα εξαρτηθεί από τη συγκράτηση των δαπανών, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, την προσέλκυση παραγωγικών ιδιωτικών επενδύσεων και την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: