Μύθοι και αλήθειες πίσω από τα ροµπότ και τις θέσεις εργασίας

Η έλευση της αυτοματοποίησης στην παραγωγή είναι γεγονός, και η Ελλάδα πρέπει να κατανοήσει άμεσα με ποιον τρόπο θα καταφέρει να επιβιβαστεί στο «τρένο» της Δ’ Βιομηχανικής Επανάστασης.

Η «επανάσταση» αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις πιο δυνατές λέξεις στο λεξιλόγιο οποιασδήποτε γλώσσας του κόσμου. Προδικάζει αλλαγές. Είτε βίαιες, με την κυριολεκτική μορφή ενός μαζικού ξεσηκωμού, είτε ειρηνικές, όταν μιλάμε για το τέλος μιας εποχής και την απαρχή κάτι νέου, πιο σύγχρονου ή ανατρεπτικού. Στην υπόθεση της εργασίας και της αναζήτησης µιας µαγικής σφαίρας η οποία θα µας περιγράψει το µέλλον της, η «επανάσταση» έχει ήδη ξεκινήσει. Άλλοι τη βλέπουν ως πρόθυµο συνεπιβάτη των αλλαγών που φέρνει η λεγόµενη Δ’ Βιοµηχανική Επανάσταση και άλλοι ως φυσικό επακόλουθο της τεχνολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας. Και όπως κάθε επανάσταση, έτσι και αυτή έχει τους µύθους της, τις αλήθειες της, τα θολά της σηµεία και, φυσικά, τους ήρωές της. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση οι συγκεκριµένοι ήρωες δεν είναι φτιαγµένοι από σάρκα και οστά, αλλά από γρανάζια και µπουλόνια, και µε µια λέξη τους αποκαλούµε «ροµπότ».

Οι μύθοι και η σκληρή πραγματικότητα

Τα ροµπότ αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της αυτοµατοποίησης της εργασίας. Έχουν µπει στη ζωή µας πολύ παλαιότερα απ’ όσο νοµίζουµε, όµως η χώρα µας πασχίζει ακόµη να προλάβει το τεχνολογικό αυτό τρένο.

Σύµφωνα µε πρόσφατη έρευνα (Graetz & Michaels, 2018) για τον αντίκτυπο της χρήσης ροµπότ µεταξύ 1993-2007, σε 17 χώρες η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 0,36% ανά έτος. Η αύξηση αυτή είναι µεγαλύτερη από την ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας που προκλήθηκε λόγω της εφεύρεσης της ατµοµηχανής την περίοδο 1850-1910 (0,34%/έτος). Πού βρίσκεται η Ελλάδα µέσα σε όλο αυτό; Όπως σηµειώνει στο Fortune ο Χρήστος Ιωάννου, διευθυντής του Τοµέα Απασχόλησης και Αγοράς Εργασίας του ΣΕΒ, µε βάση την πρώτη πρωτογενή έρευνα του Παρατηρητηρίου Ψηφιακού Μετασχηµατισµού του Συνδέσµου, ενώ το 90% των επιχειρήσεων θεωρεί τον µετασχηµατισµό κίνηση στρατηγικής σηµασίας, µόνο το 48% έχει ψηφιακή στρατηγική. Συγχρόνως, µόλις το 50% διαθέτει αρµόδιο διευθυντικό στέλεχος. «Η ψηφιοποίηση υποστηρικτών λειτουργιών – back office (17,2%) και η αναβάθµιση εφαρµογών τύπου ERP (16,5%) είναι οι πρώτες προτεραιότητες. Μόλις 11,1% επιδιώκει ψηφιακές λύσεις για αύξηση των εσόδων, ένα 10% επιδιώκει λύσεις Data Analytics για τη βελτίωση της εξυπηρέτησης των πελατών και µόλις το 9,5% ανταλλάσσει δεδοµένα µε συνεργάτες και προµηθευτές.

Tην τελευταία τριετία µία στις δύο ΜµΕ (53,5%) µε κύκλο εργασιών µέχρι 30 εκατ. ευρώ είτε δεν επένδυσε καθόλου σε ψηφιακές λύσεις είτε επένδυσε κάτω από 100.000 ευρώ. Ωστόσο, είναι ενθαρρυντικό πως το 86% έχει πρόθεση επένδυσης σε σύγχρονες λύσεις στα επόµενα τρία χρόνια».

Με βάση µια µεγάλη έρευνα του ΣΕΒ για την έλευση των ροµπότ στη βιοµηχανική παραγωγή και την απασχόληση (Special Report – Ροµπότ και Απασχόληση / Οκτώβριος 2019), το ποσοστό των θέσεων εργασίας στην Ελλάδα που αντιµετωπίζουν πολύ υψηλή πιθανότητα αυτοµατοποίησης ανέρχεται σε 23,4%, ενώ άλλο ένα σηµαντικό ποσοστό της τάξης του 35,3% αντιµετωπίζει πιθανότητα σηµαντικής αλλαγής.

Επιπλέον, σηµειώνεται ότι, στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα καταλαµβάνει την τέταρτη θέση όσον αφορά το ποσοστό θέσεων που έχουν πιθανότητα άνω του 50% να αυτοµατοποιηθούν, πίσω από Σλοβενία, Λιθουανία και Τουρκία. «Η υψηλή κατάταξη της Ελλάδας στη λίστα των χωρών µε την υψηλότερη πιθανότητα αυτοµατοποίησης των θέσεων εργασίας αντανακλά εν µέρει τη δοµή της παραγωγής, που είναι συγκριτικά ισχνή, και της απασχόλησης. Υπάρχει µεγάλη συγκέντρωση εργαζοµένων σε επαγγέλµατα και δραστηριότητες που µπορούν να αυτοµατοποιηθούν» παρατηρεί ο Χρήστος Ιωάννου.

Το case study για ελληνικές λύσεις αυτοματοποίησης 

Πίσω από όλα αυτά υπάρχει ένας µύθος: Τα ροµπότ θα πάρουν τις θέσεις εργασίας των ανθρώπων. Και αν δει κανείς στοιχεία του ΟΟΣΑ που αναφέρουν ότι ως και 1,5 εκατ. µισθωτοί στην Ελλάδα αναµένεται να δουν αλλαγές στο αντικείµενο εργασίας τους ή να µετακινηθούν σε άλλες θέσεις, τότε ο µύθος αυτός γίνεται ακόµη πιο ισχυρός. «Εάν δεν βάλεις τον αυτοµατισµό στο εργοστάσιο, στο τέλος ούτε το κέρδος που επιθυµείς να πετύχεις θα έχεις και πολύ πιθανό είναι να κλείσεις» τονίζει στο Fortune ο Κώστας Καµπούρης, CTO της Gizelis Robotics. «Από τη στιγµή που µε τη χρήση ροµποτικών συστηµάτων επιτυγχάνεις µεγαλύτερη παραγωγικότητα, τότε αποκτάς περισσότερες κινήσεις. Άρα εργάζονται περισσότεροι στο κοµµάτι της διακίνησης. Έχεις περισσότερα φορτηγά, εταιρείες logistics, αποθηκευτικές εταιρείες. Επεκτείνεται η δουλειά, αυξάνεις τις πωλήσεις σου, άρα χρειάζεσαι εργαζόµενους στα γραφεία διαχείρισης πωλήσεων, περισσότερους πωλητές. Οπότε δηµιουργείται ένα οικοσύστηµα γύρω από την εταιρεία και αυξάνονται εκθετικά οι θέσεις εργασίας».

«Στην Ελλάδα ειδικά, επειδή βγαίνουµε από µια δεκαετή κρίση, τα περισσότερα εργοστάσια και µονάδες παραγωγής έχουν χαµηλό επίπεδο αυτοµατισµού γιατί δεν µπορούσαν να επενδύσουν. Εποµένως έχουν µείνει πίσω. Βλέπεις µεγάλα εργοστάσια να χρησιµοποιούν ακόµη και σήµερα µεθοδολογίες και τρόπους εργασίας που είναι τουλάχιστον δέκα χρόνια πίσω. Οπότε υπάρχει µια αυξανόµενη ανάγκη για αυτοµατοποίηση. Ακόµη και εταιρείες οι οποίες δεν είχαµε φανταστεί παλαιότερα ότι θα σκέφτονταν καν να πάνε σε µια ροµποτική λύση, σήµερα τη θεωρούν δεδοµένη» προσθέτει.

Στο σηµείο αυτό ο Χρήστος Ιωάννου κάνει µια κρίσιµη παρατήρηση: «Μικρό ποσοστό των θέσεων εργασίας µπορούν να υποκατασταθούν πλήρως. Η εισαγωγή ροµποτικών συστηµάτων αλλάζει το περιεχόµενο της εργασίας, δεν υποκαθιστά τις θέσεις εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις µε αλλαγές “ευεργετικές” για τους εργαζόµενους, καθώς τα ροµπότ αναλαµβάνουν µονότονα, επίπονα και επικίνδυνα καθήκοντα».

H Gizelis Robotics, θυγατρική της Gizelis, από το 2011 κατασκευάζει ροµπότ στο εργοστάσιό της στη Βοιωτία, προσαρµοζόµενη στις ανάγκες του εκάστοτε πελάτη, και τα διαθέτει σε βιοµηχανίες της Ελλάδας και του εξωτερικού. Δραστηριοποιείται στον χώρο του αυτοµατισµού χρησιµοποιώντας βιοµηχανικούς βραχίονες (ροµπότ), ενώ είναι η µοναδική ελληνική εταιρεία που πραγµατοποιεί όλα τα είδη εφαρµογών, όπως παλετοποίηση, συσκευασία, συγκόλληση, µηχανουργική κατεργασία, εξυπηρέτηση µηχανών, βαφή, λείανση, αυτόµατο στραντζάρισµα κ.ά. Όλα αυτά µέσω ροµπότ. Το 2004 η εταιρεία συνήψε στρατηγική συνεργασία µε τον παγκοσµίου φήµης Γερµανό κατασκευαστή µηχανηµάτων Boschert GmbH και µέσω αυτής της σύµπλευσης προέκυψε µια σειρά µηχανηµάτων υψηλότερου τεχνολογικού και ποιοτικού επιπέδου.

«Τα ροµποτικά συστήµατα που χρησιµοποιούνται ως βάση είναι της ιαπωνικής Yaskawa, η οποία κατασκευάζει εξελιγµένα βιοµηχανικά ροµπότ. Εφαρµόζουµε λύσεις οι οποίες χτίζονται κάθε φορά µε βάση τις ανάγκες του πελάτη. Εµείς κάνουµε τη µηχανική µελέτη, τον σχεδιασµό και την κατασκευή της λύσης σε συνεργασία µε τον πελάτη. Αυτήν τη στιγµή οι περισσότεροι πελάτες µας είναι από την Ελλάδα, αλλά στόχος µας είναι να βγούµε και στο εξωτερικό. Σε αυτό θα βοηθήσει η πρόσφατη τοποθέτηση στην εταιρεία από το βρετανικό επενδυτικό fund Brookstreet Equity Partners» αναφέρει ο Κώστας Καµπούρης.

Το μεγάλο πρόβλημα και οι πιθανές λύσεις του

Το ελληνικό ζήτηµα της αυτοµατοποίησης της εργασίας «φωνάζει» µε κάθε νέο στοιχείο που έρχεται στη δηµοσιότητα ότι βρίσκεται αρκετά πίσω. Με βάση το Παρατηρητήριο Ψηφιακού Μετασχηµατισµού του ΣΕΒ, η Ελλάδα έχει πολύ δρόµο να καλύψει σε όρους ψηφιακής ετοιµότητας και δεξιοτήτων. Όπως σηµειώνει ο Χρήστος Ιωάννου, η υστέρηση είναι σύµπτωµα της διαρθρωτικής παραγωγικής αδυναµίας της ελληνικής οικονοµίας: µικρό µέγεθος των επιχειρήσεων και της εγχώριας αγοράς και χαµηλή συµµετοχή στις διεθνείς αλυσίδες αξίας δυσχεραίνουν την εγκατάσταση ροµποτικών συστηµάτων, που ενδείκνυνται για µεγάλους όγκους ευέλικτης παραγωγής. Και η κλαδική διάρθρωση (έλλειψη ανεπτυγµένης αυτοκινητοβιοµηχανίας και ηλεκτρονικών) εξηγεί εν µέρει την υστέρησή µας.

Το ζήτηµα είναι το χρονικό σηµείο στο οποίο θα έρθουν οι αλλαγές που απαιτούνται. Αυτό για τον Χρήστο Ιωάννου εξαρτάται από το «εάν εµείς θα είµαστε τα υποκείµενα του παραγωγικού µετασχηµατισµού µας. Θα πρέπει να προωθηθεί η συνεχής επανεκπαίδευση (upskilling και reskilling) των εργαζοµένων, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων οµάδων. Δεν πρόκειται να χάσουν τη δουλειά τους 1,5 εκατοµµύριο εργαζόµενοι. Για όσους διαθέτουν χαµηλό επίπεδο δεξιοτήτων, η µετάβαση σε νέα επαγγέλµατα µπορεί να είναι δύσκολη και µια νέα πολιτική απασχόλησης πρέπει αυτό να το αντιµετωπίσει».

Σε πρόσφατη έρευνα του ΣΕΒ, σε δείγµα 831 εταιρειών µε πάνω από 30 εργαζοµένους διαπιστώθηκε ότι οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε συστήµατα αυτοµατισµού και ροµπότ δηµιουργούν συγκριτικά περισσότερες θέσεις εργασίας σε σχέση µε αυτές που δεν επενδύουν. Το ζήτηµα, λοιπόν, δεν είναι στα νούµερα, αλλά στην αίσθηση που δηµιουργείται γύρω από καθετί νέο.

Όπως υπογραµµίζει ο Χρήστος Ιωάννου, η ενίσχυση του δηµόσιου διαλόγου, παράλληλα µε τη συστηµατική καταγραφή των εξελίξεων είναι αναγκαία, και ο λόγος για τον οποίο ακόµη και πρωτοπόροι της τεχνολογίας εκφράζουν προβληµατισµό έχουν να κάνουν µε τον τρόπο που αντιµετωπίζουµε τις αλλαγές. Η ιστορία των προηγούµενων βιοµηχανικών επαναστάσεων δείχνει ότι η τεχνολογία έχει θετικό αντίκτυπο στην απασχόληση, ωστόσο η αναγκαία προσαρµογή σε αυτές τις αλλαγές δεν έρχεται ποτέ από µόνη της.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune που κυκλοφορεί