Νικόλας Νεγρεπόντε: Ο Έλληνας ομογενής που οραματίστηκε το ασύρματο τηλέφωνο

Το πέρασμα από τεχνολογικούς κολοσσούς, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και το όραμα για τεχνολογία για όλους.

 

Αν και προέρχεται από μια οικογένεια, στην οποία κάθε μέλος της έχει αφήσει το στίγμα του στο χώρο που δραστηριοποιείται, ο Νικόλας Νεγρεπόντε κατάφερε με τη σειρά του να επιβεβαιώσει τη λαϊκή ρήση ότι «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει».

Γιός του εφοπλιστή Δημήτριου Νεγροπόντη και αδερφός του Τζον Νεγκροπόντε, τέως αναπληρωτή Yπουργού Eσωτερικών των ΗΠΑ, του Μάικλ Νεγκρεπόντε, σκηνοθέτη βραβευμένου με Έμμυ και του καλλιτέχνη Τζορτζ Νεγκροπόντε, ο Νίκολας ξεχώρισε για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και την επιτυχημένη πορεία του στον κλάδο της Πληροφορικής. Ο Έλληνας ομογενής είναι, μεταξύ άλλων, αρχιτέκτονας, επιστήμονας υπολογιστών, επιχειρηματίας αλλά και ο ιδρυτής του Εργαστηρίου Πολυμέσων (Media Lab) του ΜΙΤ.

Το έργο του δεν σταματά εδώ, καθώς είναι παράλληλα ο ιδρυτής του οργανισμού Ένας Φορητός Υπολογιστής για Κάθε Παιδί, ενώ  έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό με το βιβλίο του «Being Digital» (1995), το οποίο προέβλεπε ένα μέλλον όπου η ψηφιακή τεχνολογία θα γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας του ανθρώπου. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριζε τη θέση ότι τα bits θα μετατρέπουν το βίντεο, το κείμενο, τον ήχο και τη φωτογραφία σε ένα ενιαίο ενοποιημένο μέσο. Το βιβλίο του στέφθηκε με επιτυχία και μεταφράστηκε σε 40 γλώσσες.

Χάρη στην  ικανότητά του να οραματίζεται το μέλλον και να αφουγκράζεται τις τεχνολογικές αλλαγές που έρχονται, ο Νικόλας Νεγρεπόντε είναι από τους βασικούς ομιλητές που καλούνε σε συνέδρια και πάνελ για θέματα ψηφιακού μετασχηματισμού.

Γόνος ελληνικής ναυτιλιακής οικογένειας,  έζησε αρκετά από τα παιδικά του χρόνια στην Ελβετία, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Το 1961, μπήκε ως φοιτητής στο MIT για να σπουδάσει αρχιτεκτονική.

Στη συνέχεια εργάστηκε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale, στο Πανεπιστήμιο του Michigan και στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ. Πρωτοπόρος για την εποχή του, ίδρυσε το 1968 την MIT Architecture Machine Group, βασικό αντικείμενο της οποίας ήταν η εξέταση της αλληλεπίδρασης μεταξύ  ανθρώπου-υπολογιστή. Ακολούθησε η δημιουργία του Εργαστηρίου Πολυμέσων του ΜΙΤ που έγινε ιδιαίτερα γνωστό για τις τεχνολογίες πολυμέσων και τις προηγμένες μεθόδους αλληλεπίδρασης ανθρώπου-υπολογιστή που δημιούργησε.

Αναγνωρίζοντας την ταχύτητα με την οποία η τεχνολογία παρεισφρέει στη ζωής μας ο Νίκολας Νεγρεπόντε ήταν υπέρμαχος των ηλεκτρονικών εφημερίδων και δημιούργησε τον όρο Daily Me αναφερόμενος στον ρόλο της τεχνολογίας να προσφέρει ανέσεις και υπηρεσίες προσαρμοσμένες στις ανάγκες και τις επιθυμίες κάθε ανθρώπου. Έγινε μάλιστα ο πρώτος επενδυτής του ψηφιακού περιοδικού Wired στο οποίο αρθρογραφούσε μέχρι το 1998.

Κατά τη δεκαετία του 1980, όταν τα κινητά τηλέφωνα έμοιαζαν με σενάριο επιστημονικής φαντασίας, ο Νικόλας Νεγρεπόντε ήταν από τους ανθρώπους που μιλούσαν για τηλεφωνικές συσκευές χωρίς καλώδια, οι οποίες θα λειτουργούσαν με ραδιοκύματα. Η σχέση του στη συνέχεια με την κινητή τηλεφωνία έγινε στενή. Ειδικότερα την  περίοδο 1995-2009 διατέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Motorola ενώ έχει θητεύσει σε έναν σημαντικό αριθμό εταιρειών στον κλάδο της τεχνολογίας.

Το 2000, παραιτήθηκε από διευθυντής του Media Lab και τα τελευταία χρόνια έχει αφιερωθεί στην πρωτοβουλία «Φορητός Υπολογιστής για Κάθε Παιδί» (OLPC), με στόχο την παροχή φορητών υπολογιστών στα εκτιμώμενα 100 εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως, τα οποία δεν έχουν εκπαιδευτεί εξαιτίας της έλλειψης σχολείων.

Το OLPC σχεδίασε υλικό και λογισμικό για να τροφοδοτήσει ανθεκτικά φορητούς υπολογιστές χαμηλού κόστους για «αυτοδύναμη μάθηση». Το πρόγραμμα κρίθηκε επιτυχές -αν και η τιμή ανέβηκε στα 180 δολάρια – με τη διανομή των υπολογιστών να πραγματοποιείται σε περίπου δύο εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο, σε 25 γλώσσες και 40 έθνη, από την Αϊτή, το Αφγανιστάν, τη Μογγολία, μέχρι τη Ρουάντα, την Αιθιοπία και την Παλαιστίνη.

Στο πλούσιο κοινωνικό έργο του κ. Νεγρεπόντε έρχεται να  προστεθεί και η κατασκευή πέντε σχολείων σε αγροτικά χωριά της Καμπότζης που δε διαθέτουν ηλεκτρισμό, τηλέφωνο ή τηλεόραση -αλλά πλέον έχουν ευρυζωνική ασύρματη σύνδεση.