Ο αντίκτυπος του COVID-19 στις διαδικασίες χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και ελέγχου

Οι εταιρείες θα πρέπει να παρακολουθούν περισσότερο από ποτέ τις υφιστάμενες, αλλά και τις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η επιδημία του COVID-19 στις γνωστοποιήσεις στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.

της Λίτσας Καρατσόρη, Audit Director, KPMG

Η πανδημία, όπως χαρακτηρίστηκε πρόσφατα από τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας, του κορωνοϊού ( COVID-19) παρουσιάζει μια τεράστια ανησυχητική κρίση στον τομέα της υγείας η οποία πλήττει σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου. Εκτός από τον αντίκτυπο του ιού σε ανθρώπινο επίπεδο υπάρχει σημαντική εμπορική επίδραση η οποία δημιουργεί αρνητικά αποτελέσματα στην παγκόσμια οικονομία. Καθώς οι ιοί δεν γνωρίζουν σύνορα, οι επιπτώσεις θα συνεχίσουν να εξαπλώνονται και να επηρεάζουν όλους τους τομείς.

Οι εταιρείες θα πρέπει να παρακολουθούν περισσότερο από ποτέ τις υφιστάμενες αλλά και τις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η πανδημία του COVID-19 στις γνωστοποιήσεις στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.  Οι εταιρείες θα πρέπει να εξετάσουν σοβαρά τα ακόλουθα πέντε στοιχεία για να διασφαλίσουν ότι η χρηματοοικονομική πληροφόρηση και οι διαδικασίες χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και ελέγχου είναι όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένες και πλήρεις.

Γνωστοποιήσεις

Οι εταιρείες θα πρέπει να εξετάσουν τις υποχρεώσεις που έχουν για γνωστοποίηση στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις απέναντι στο επενδυτικό κοινό αλλά και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τους επιχειρηματικούς κινδύνους που υπάρχουν ήδη ή αναμένονται στο άμεσο μέλλον και σχετίζονται με τις επιπτώσεις του COVID-19. Αυτές οι γνωστοποιήσεις θα πρέπει να είναι συγκεκριμένες και σαφείς και να αφορούν την κάθε μία ατομική περίπτωση ξεχωριστά και να αποφεύγονται οι γενικές αναφορές.

Λογιστική και χρηματοοικονομική πληροφόρηση, συμπεριλαμβανομένων των μεταγενέστερων γεγονότων

Οι εταιρείες θα πρέπει να εξετάσουν εάν η υφιστάμενη οικονομική αβεβαιότητα και η αστάθεια της αγοράς που παρατηρείται όλο αυτό το διάστημα, έχει ήδη επηρεάσει ή θα επηρεάσει τη λογιστική  απεικόνιση των δεδομένων ή τα λογιστικά συμπεράσματα.  Επιπλέον, οι εταιρείες θα πρέπει να αξιολογούν εάν γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μετά την περίοδο αναφοράς (π.χ 31 Δεκεμβρίου), αλλά πριν εκδοθούν οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις για την περίοδο αυτή, απαιτούν απλά γνωστοποίηση ή πιθανή αναγνώριση.

Ικανότητα απόκτησης πληροφόρησης

Η δυνατότητα μιας εταιρείας να αποκτά τις απαιτούμενες πληροφορίες αλλά και να ολοκληρώσει τη σύνταξη χρηματοοικονομικών καταστάσεων στους χρόνους που επιβάλει η εκάστοτε νομοθεσία,  μπορεί να επηρεαστεί. Εταιρείες οι οποίες έχουν σημαντικές δραστηριότητες σε χώρες που έχουν προσβληθεί από τον COVID-19 ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σημαντικές καθυστερήσεις στη λήψη οικονομικών στοιχείων και κατ’ επέκταση να καθυστερήσει η σύνταξη των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

Εσωτερικές δικλίδες ελέγχου σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση και αναφορά

Εταιρείες με σημαντικές δραστηριότητες σε παγκόσμιο επίπεδο, θα πρέπει να εξετάσουν εάν υπάρχει κάποια επίδραση στις εσωτερικές δικλίδες ελέγχου σχετικά με τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση και αναφορά (Internal control over financial reporting / ICFR) λόγω των τοπικών επιπτώσεων του COVID-19. Για παράδειγμα, νέες δικλίδες εσωτερικού ελέγχου μπορούν να εφαρμοστούν και / ή να αναθεωρηθούν, καθώς οι εταιρείες αρχίζουν να τροποποιούν την πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα ώστε να επιτρέπουν την εξ αποστάσεως εργασία. Τέτοιου τύπου ουσιαστικές αλλαγές θα πρέπει να γνωστοποιούνται.

Καθυστέρηση ολοκλήρωσης σύνταξης, υποβολής και δημοσίευσης Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων, και διεξαγωγής Γενικών Συνελεύσεων

Εάν οι εταιρείες αναμένουν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση σύνταξης, υποβολής και δημοσίευσης Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων λόγω του COVID-19 ή των ταξιδιωτικών περιορισμών, θα πρέπει να επικοινωνήσουν με τους αρμόδιους τοπικούς ρυθμιστικούς φορείς για να συζητήσουν λεπτομέρειες των καθυστερήσεων αυτών. Ενδεχόμενη μη τήρηση των κανονισμών καθώς και της μη έγκαιρης υποβολής χρηματοοικονομικών καταστάσεων και αναφορών ενδέχεται να έχουν σοβαρές συνέπειες, εκτός εάν λάβουν χώρα συγκεκριμένες συμφωνίες με τους ρυθμιστικούς φορείς.  Επιπλέον, οι εταιρείες μπορούν να ζητήσουν επέκταση του χρονικού ορίου διεξαγωγής των γενικών συνελεύσεων και να ενημερώσουν τους επενδυτές για τυχόν αλλαγές.