Ο καπιταλισμός των ενδιαφερόμενων μερών μοιάζει μόνοδρομος, αλλά μένουν πολλά για να γίνει πράξη

pixabay.com

Η υπόσχεση μιας ευγενούς μορφής καπιταλισμού δεν φαίνεται να πραγματώνεται…ακόμη, όπως τονίζει μια νέα μελέτη.

Ο Marc Benioff, διευθύνων σύμβουλος του τεχνολογικού γίγαντα Salesforce, αυτο-παρουσιάζεται ως ευαγγελιστής του καπιταλισμού των ενδιαφερόμενων μερών: της ιδέας ότι οι εταιρείες πρέπει να αναβαθμίσουν τα συμφέροντα των εργαζομένων, του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινοτήτων παράλληλα με τους μετόχους. Έχει γράψει βιβλία και άρθρα γνώμης υποστηρίζοντας ότι τα κέρδη δεν αρκούν· οι εταιρείες πρέπει να κάνουν το καλό στον κόσμο. Ο ίδιος παρευρίσκεται τακτικά στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας, το οποίο φιλοξενεί τακτικά τέτοιες απόψεις. Και η εταιρεία του ήταν μεταξύ των 181 μελών του Business Roundtable, ενός συνδέσμου CEO που πέρυσι υποσχέθηκε να διευρύνει την παραδοσιακή του εμμονή με την κερδοφορία για να συμπεριλάβει κοινωνικές ανησυχίες.

Στα τέλη Αυγούστου, καθώς η Salesforce πανηγύρισε πωλήσεις τριμήνου άνω των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο Benioff διακήρυξε την προσωπική του δικαίωση. «Αυτή είναι μια νίκη για τον καπιταλισμό των ενδιαφερόμενων μερών», είπε σε τηλεοπτική συνέντευξή του. Την επόμενη μέρα, εν μέσω της πανδημίας, η Salesforce ενημέρωσε 1.000 υπαλλήλους ότι δεν χρειαζόταν πλέον την εργασία τους.

Ο κορωνοϊός, η συνακόλουθη οικονομική καταστροφή και το συνεχιζόμενο κίνημα ενάντια στη φυλετική αδικία έχουν θέσει συλλογικά την πρώτη δοκιμασία για όλους αυτούς που διακηρύσσουν μια ευγενή μορφή καπιταλισμού. Και τα αποτελέσματα δεν ανταποκρίνονται στην υπόσχεση αυτή, σύμφωνα με μια μελέτη που κυκλοφόρησε την Τρίτη και στα αποτελέσματα της οποίας απέκτησαν εκ των προτέρων πρόσβαση οι The New York Times.

Η δήλωση εταιρικού σκοπού του Business Roundtable που κυκλοφόρησε πέρυσι χαρακτηρίστηκε από εξέχοντα στελέχη ως ορόσημο στην εξέλιξη της εταιρικής διακυβέρνησης. Ωστόσο, οι υπογράφοντες δεν έχουν κάνει τίποτα καλύτερο από άλλες εταιρείες ως προς την προστασία των θέσεων εργασίας, των εργασιακών δικαιωμάτων και της ασφάλειας στο χώρο εργασίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας, Επιπλέον, απέτυχαν και να διακριθούν ως προς την επιδίωξη της φυλετικής και έμφυλης ισότητας, σύμφωνα με τη μελέτη.

Χρηματοδοτούμενη από το Ίδρυμα Ford, η μελέτη είναι έργο της KKS Advisors, μιας εταιρείας συμβούλων που καθοδηγεί εταιρείες σε θέματα βιώσιμης ανάπτυξης, και της The Test of Corporate Purpose, μιας ομάδας ερευνητών που αξιολογεί κατά πόσο οι εταιρείες έχουν ανταποκριθεί στην πανδημία και το κίνημα κατά της φυλετικής αδικίας. Η συμβουλευτική επιτροπή της ομάδας περιλαμβάνει έναν καθηγητή διοίκησης επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ανώτερα στελέχη χρηματοοικονομικών εταιρειών, όπως οι Morgan Stanley και Liberty Mutual.

«Από την έναρξη της πανδημίας», καταλήγει η μελέτη, η δήλωση του Business Roundtable «απέτυχε να επιφέρει θεμελιώδεις μεταβολές στον εταιρικό σκοπό σε μια στιγμή σοβαρής κρίσης, όπου ο πεφωτισμένος σκοπός θα έπρεπε να είναι υψίστης σημασίας».

Η μελέτη ενισχύει τις αμφιβολίες ως προς την πιθανότητα να πειστούν οι εταιρείες να μετριάσουν την επιδίωξη του κέρδους για να αναζητήσουν λύσεις σε προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή, η φυλετική αδικία και η οικονομική ανισότητα. Οι σκεπτικιστές υποστηρίζουν ότι υπάρχει ένα ενδιαφερόμενο μέρος που θα διατηρεί πάντα την υπεροχή του: οι μέτοχοι.

Το Business Roundtable παρουσιάζει τη δήλωση αποστολής του ως αντανάκλαση της πεποίθησης ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι αντιμετωπίζουν εξαιρετικές πιέσεις για την προστασία των εργαζομένων, του περιβάλλοντος και των συμφερόντων της κοινότητας, με κίνδυνο να τιμωρηθούν από την αγορά.

«Δεν ήταν υποβιβασμός των μακροπρόθεσμων μετόχων, διότι, κατά την άποψή μας, τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερόμενων μερών ευθυγραμμίζονται με τη μακροπρόθεσμη επιτυχία της επιχείρησης», δήλωσε ο πρόεδρος του Business Roundtable, Joshua Bolten. «Αλλά είναι πράγματι μια απόρριψη των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων των μετόχων».

Ωστόσο, η πρόσφατη ιστορία του αμερικανικού καπιταλισμού είναι η ιστορία των μισθών που παραμένουν στάσιμοι για τους απλούς εργαζόμενους, ακόμη και όταν οι μέτοχοι αποκομίζουν εξαιρετικά κέρδη. Το χάσμα αποδείχθηκε ιδιαίτερα έντονο κατά τη διάρκεια της πανδημίας: Οι μέτοχοι υπέστησαν αρχικές πτώσεις στις αξίες των περιουσιακών τους στοιχείων, αλλά στη συνέχεια ανέκαμψαν ενώ δεκάδες εκατομμύρια μισθωτοί παραμένουν άνεργοι, τρώγοντας στα συσσίτια.

Ο Bolten είπε ότι η εικόνα αυτή δεν αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη του Business Roundtable βοήθησαν τους υπαλλήλους τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, παρέχοντας βοήθεια με τη φροντίδα των παιδιών και ευελιξία με την εργασία από το σπίτι, ενισχύοντας παράλληλα τις φιλανθρωπικές προσπάθειες.

«Νομίζω ότι τα πήγαν εξαιρετικά καλά», είπε.

Η νέα μελέτη δεν συμφωνεί, όμως, με αυτή την άποψη. Οι ερευνητές διερεύνησαν τη λειτουργία 800 εταιρειών – εκείνων των οποίων οι μετοχές περιλαμβάνονται στον δείκτη S&P 500 και τον δείκτη ευρωπαϊκών μετοχών FTSEurofirst 300 – και περιόρισαν την έρευνα σε 619 εταιρείες για τις οποίες κατάφεραν να συγκεντρώσουν δεδομένα τουλάχιστον τριών ετών.

Αναζήτησαν εταιρικές εκδόσεις, ειδησεογραφικά κείμενα και άλλες πηγές για να προσδιορίσουν το βαθμό στον οποίο οι εταιρείες λειτουργούσαν σύμφωνα με το Συμβούλιο Λογιστικών Προτύπων Αειφορίας (Sustainability Accounting Standards Board), έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που προωθεί εταιρικά πρότυπα σε κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα.

Στη συνέχεια, εξέτασαν την απόδοση των εταιρειών μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου σε μια σειρά δεικτών που σχετίζονται με την πανδημία, όπως η ασφάλεια στο χώρο εργασίας, και με την φυλετική συμπερίληψη, συμπεριλαμβανομένης της ποικιλομορφίας των διοικητικών συμβουλίων.

Η έκθεση σημειώνει ότι πολύ λίγες εταιρείες που υπέγραψαν τη δήλωση εταιρικού σκοπού του Business Roundtable την υπέβαλαν στα διοικητικά τους συμβούλια για έγκριση, γεγονός που παρατίθεται σε επιστημονικό νομικό άρθρο ως απόδειξη ότι η δέσμευση των εταιρειών δεν είναι τίποτε άλλο από μια άσκηση δημοσίων σχέσεων.

Ο Bolten δήλωσε ότι δεν απαιτείτo έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο, επειδή οι εταιρείες-μέλη είχαν ήδη υιοθετήσει τις αρχές της δήλωσης.

«Δεν προέκυψε από το πουθενά», είπε. «Η δήλωση πρέπει να θεωρηθεί ότι καταγράφει μια εξέλιξη και εκφράζει μια φιλοδοξία». Η μελέτη δεν αξιολογεί το βαθμό στον οποίο οι υπογράφοντες τη δήλωση του Business Roundtable συνέχισαν να καταβάλλουν μερίσματα στους μετόχους ενώ απέλυαν εργαζομένους. Αλλά μερικές εταιρείες έκαναν ακριβώς αυτό.

Ο Arne M. Sorenson, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Marriott International, της μεγαλύτερης ξενοδοχειακής αλυσίδας στον κόσμο, είναι συν-πρόεδρος μιας task force του Business Roundtable που συγκροτήθηκε για να αντιμετωπίσει τον COVID-19.

Τον Μάρτιο, ανακοίνωσε ότι δεκάδες χιλιάδες υπάλληλοι επρόκειτο να τεθούν σε καθεστώς αδείας άνευ αποδοχών, ισχυριζόμενος ότι αυτό επέβαλλε η ταχεία επιδείνωση των επιχειρηματικών δεδομένων. Λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα, η Marriott κατέβαλε μερίσματα 160 εκατομμυρίων δολαρίων στους μετόχους…

Διαβάστε ακόμη:

Ο όρος «καπιταλισμός των ενδιαφερομένων μερών» τάραξε τα νερά στο περσινό Business Roundtable- Πού βρίσκεται σήμερα;

Μετά από 50 χρόνια, το δόγμα του Μίλτον Φρίντμαν για τους μετόχους είναι νεκρό