Ο Λόρδος που παραιτήθηκε λόγω του σκανδάλου της HSBC

Το σκάνδαλο της HSBC «SwissLeaks» με τα 180 δισεκατομμύρια δολάρια που πέρασαν από τους λογαριασμούς της HSBC Γενεύης με στόχο την φοροδιαφυγή, το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος ή τη χρηματοδότηση της διεθνούς τρομοκρατίας, έφεραν το όνομα του κοντινού συνεργάτη του Κάμερον, Στέφεν Γκριν, πρώτο στις συζητήσεις.

Ο λόγος για τον πρώην διευθυντή της τραπέζης και τέως υπ. Εμπορίου του Κάμερον, το όνομα του οποίου εμπλέκεται άμεσα με το σκάνδαλο και ο οποίος αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτηση του.

Με ανακοίνωση της την Κυριακή, η τράπεζα ζήτησε συγγνώμη για τις καταγγελίες που την θέλουν να έχει βοηθήσει πελάτες να φοροδιαφύγουν.

Πιο αναλυτικά, στην επιστολή που απευθύνεται στους πελάτες της HSBC, ο γενικός διευθυντής της τράπεζας Στιούαρτ Γκιούλιβερ διαβεβαίωσε ότι η τράπεζα έχει «εξεταστεί και διορθωθεί ενδελεχώς», ενώ αναφέρει ότι τα στάνταρντ της τράπεζας σήμερα δεν ήταν σε ισχύ πριν από οχτώ χρόνια.

«Πρέπει να δείξουμε ότι αντιλαμβανόμαστε πως οι κοινωνίες που υπηρετούμε περιμένουν πολλά από εμάς. Για αυτό εκφράζουμε την ειλικρινή συγνώμη μας», σημειώνει ακόμη.

Ο Γκιούλιβερ αναφέρεται και στον Φαλτσιάνι, λέγοντας πως ένας πρώην υπάλληλος της ελβετικής τράπεζας έκλεψε δεδομένα πριν από οχτώ χρόνια. «Τα ΜΜΕ έχουν κάνει αναφορά σε 100.000 πελάτες. Στην κορύφωσή της, η ελβετική τράπεζα είχε περίπου 30.000 λογαριασμούς», προσθέτει και τονίζει: «Δεν έχουμε απολύτως καμία διάθεση να συνεργαστούμε με πελάτες που φοροδιαφεύγουν ή που αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στα πρότυπά μας για το οικονομικό έγκλημα».

Ποιος είναι ο Λόρδος Στέφεν Γκριν;

Ο Γκριν, γεννημένος το 1948, παρακολούθησε μαθήματα στο Exeter College της Οξφόρδης από όπου και έλαβε το πτυχία του στην Φιλοσοφία, στην Πολιτική και στην Οικονομία.

Η έντονη πίστη των γονιών του επηρέασαν την προσωπικότητα του και τις δραστηριότητες του, γι’ αυτό μπορεί να δει κανείς ένα πλήθος εθελοντικών ενεργειών που σχετίζονταν με τη βοήθεια αλκοολικών και άλλων ομάδων.

Το 1971, ξεκίνησε την επαγγελματική ζωή ως δημόσιος υπάλληλος και παρέμεινε στην (σημερινή) Υπηρεσία για τη Διεθνή Ανάπτυξη όπου και παρέμεινε για έξι χρόνια. Ακολούθησε μια πορεία στη συμβουλευτική για να ακολουθήσει η συμμετοχή του στους Τραπεζικούς Οργανισμούς της Σαγκάης και του Χονγκ Κονγκ σε ότι αφορά τον επιχειρηματικό σχεδιασμό δραστηριοτήτων.

Το 1992 έγινε μέλος της ομάδας της HSBC Holdings, ως υπεύθυνος για τις κεφαλαιαγορές παγκοσμίως.

Το Μαρτιο του 1998 διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της HSBC ως διευθύνων σύμβουλος των επενδύσεων και των αγορών και υπεύθυνος για το investment banking και private banking και το 2002 ανέλαβε ευθύνες για την ομάδα του corporate banking. Ένα χρόνο αργότερα ο τίτλος του «Group Chief Executive» είχε μπει στο βιογραφικό του. Το 2005, πλέον, ο Γκριν είχε γίνει Πρόεδρος της Τράπεζας και το 2006 Εκτελεστικός Πρόεδρος του Ομίλου.

Το 2010 ξεκίνησε η ενασχόληση του με την πολιτική και ανέλαβε τον ρόλο του υπουργού Εμπορίου με τους Συντηρητικούς του Ντέιβιντ Κάμερον.

Ο «καλός κύριος Γκριν»

Διαφορετικός από τους υπόλοιπους συνάδελφους του ήταν ο Γκριν. Εργασιομανής, συγκεντρωμένος, δεν έδειχνε σημάδια μεγαλομανίας, δεν ξόδευε πολλά και επέκρινε όσους το έκαναν.

Ο ίδιος, είχε συγγράψει δύο βιβλία για τον καπιταλισμό με τίτλο «Αληθινές αξίες» και «Υπηρετώντας τον Θεό ή τον Μαμωνά;», ενώ είχε εκφωνήσει αρκετούς λόγους περί ευθύνης των τραπεζών και των διευθυντικών στελεχών τους, ζητώντας να μπει ένα φρένο στην ασυδοσία του καπιταλισμού. «Απαιτείται καλύτερη διαχείριση ρίσκου, καλύτερη ρύθμιση και σαφής ανάληψη ευθυνών από τις διοικήσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων», έλεγε στους συναδέλφους του ο Γκριν ως επικεφαλής της HSBC.

«Άλλος το πρωί, άλλος το βράδυ»

Την ίδια στιγμή, όμως, που εκείνος διακήρρυττε τους σωστούς τρόπους οικονομικής διαχείρισης, τον «ελεύθερο» του χρόνο έκανε ακριβώς το αντίθετο με αποτέλεσμα από εκεί που είχε την εύνοια του πρωθυπουργού της χώρας, να γίνει σύντομα «βραχνάς». Κι αυτό διότι επί των ημερών του, η ελβετική θυγατρική της HSBC άνοιγε «ύποπτους» λογαριασμούς και επέτρεπε σε πελάτες της να φοροδιαφύγουν μαζικά και όπως προκύπτει, δεν εξέταζε την προέλευση των χρημάτων που μπορεί να ήταν από το λαθρεμπόριο όπλων μέχρι τα «ματωμένα» διαμάντια της Αφρικής.

Πλέον με την επιστολή της η τράπεζα, που υπογράφει ο Γκιούλιβερ, ξεκαθαρίζει ότι έχει εγκαταλείψει αυτού του είδους τις πρακτικές. Η τράπεζα αναφέρει ότι η μεγάλη πλειονότητα των 140 προσώπων που κατονομάζονται στις σχετικές καταγγελίες ως πελάτες του ελβετικού παραρτήματός της έχουν πάψει να ανήκουν στο πελατολόγιό της και ότι έκτοτε έχει θεσπίσει πολύ αυστηρότερα κριτήρια ως προς το ποιους δέχεται για πελάτες.