Πώς φτάσαμε στην ολική κατάρρευση του πετρελαίου και με ποιον τρόπο επηρεάζεται η Ελλάδα

pixabay.com

Στον κόσμο της πανδημίας και των lockdown, των σοκαρισμένων κοινωνιών και των βαριά νοσούντων οικονομιών κάθε δίψα για πετρέλαιο έχει χαθεί. Η ζήτηση βυθίζεται, τα αποθέματα φουσκώνουν και η ιστορική συμφωνία μεταξύ των μεγάλων παραγωγών του πλανήτη σκάει σαν φούσκα.

Η αγορά πετρελαίου βρέθηκε ξαφνικά τη Δευτέρα σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο οποίο οι traders ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν έως και 40 δολάρια το βαρέλι, προκειμένου να βρουν κάποιον να πάρει το αμερικανικό αργό από τα χέρια τους. Στον κόσμο της πανδημίας και των lockdown, των σοκαρισμένων κοινωνιών και των βαριά νοσούντων οικονομιών κάθε δίψα για πετρέλαιο έχει χαθεί. Η ζήτηση βυθίζεται, τα αποθέματα φουσκώνουν και η ιστορική συμφωνία μεταξύ των μεγάλων παραγωγών του πλανήτη σκάει σαν φούσκα.

Σε μία ημέρα χάους για την αγορά πετρελαίου η τιμή του αμερικανικού αργού (συμβόλαιο Μαΐου) βούτηξε από τα 17,85 δολάρια το βαρέλι έως και τα – 40,32 δολάρια. Έκλεισε βαθιά σε αρνητικό έδαφος, στα -37,63 δολάρια το βαρέλι σε μία τόσο βίαιη εξέλιξη, που δυσκολεύονται να εξηγήσουν ακόμη και οι φορείς της αγοράς. Σήμερα η τιμή έχει επιστρέψει σε θετικό έδαφος, αλλά μόλις στα 1,42 δολάρια το βαρέλι, την ώρα που η τιμή του μπρεντ είναι στα 25,39 δολάρια. Κανείς δεν αποκλείει δε νέα πτώση του σε αρνητικό έδαφος μέσα στην ημέρα.

Τι σημαίνει όμως η πτώση των τιμών υπό το μηδέν; Γιατί ένας παραγωγός και έμπορος θα πλήρωνε τους πελάτες του να πάρουν το αργό του; Για ορισμένους παραγωγούς ενδεχομένως αυτή να είναι πιο φθηνή λύση από το να σταματήσουν την παραγωγή τους ή να βρουν μέρος για την ασφαλή αποθήκευσή του. Πολλοί ανησυχούν ότι εάν κλείσουν κοιτάσματα, η  καταστροφή θα είναι μόνιμη. Υπάρχουν επίσης και οι traders που αγοράζουν συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης στοιχηματίζοντας στην πορεία των τιμών, αλλά δεν έχουν στην πραγματικότητα καμία πρόθεση να παραλάβουν τα βαρέλια. Μία απότομη πτώση τους αναγκάζει να πουλήσουν με ζημιά ή να βρουν και εκείνοι χώρους αποθήκευσης- οι οποίοι σε ένα περιβάλλον υπερπλεονάσματος προσφοράς είναι πια λίγοι και ακριβοί.

Στις ΗΠΑ, στο Κάσινγκ της Οκλαχόμα, το βασικό κέντρο αποθήκευσης αργού, η ποσότητα πετρελαίου έχει αυξηθεί από τα τέλη Φεβρουαρίου κατά 48% στα 55 εκατ. βαρέλια. Το ανώτατο όριο που αντέχει είναι τα 76 εκατ. βαρέλια και πολλοί πιστεύουν ότι δεν θα αργήσει να το φτάσει, καθώς η παγκόσμια οικονομία διολισθαίνει σε μία απότομη ύφεση.

Γιατί φτάσαμε όμως να εκτιναχθούν τα αποθέματα της μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη στα ύψη; Ο ισχυρότατος αντίκτυπος της πανδημίας του Covid19 που ανάγκασε τις κυβερνήσεις να ρίξουν τις οικονομίες τους σε τεχνητό κώμα για να ανακόψουν το ρυθμό μετάδοσης και θανάτων θα ήταν από μόνος του ικανός να πλημμυρίσει πετρέλαιο την αγορά και να βυθίσει τις τιμές. Σε αυτόν ήρθε όμως να προστεθεί ακόμη ένας ισχυρότατος παράγοντας: ο «πόλεμος» ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία. Η πρώτη επέλεξε να ρίξει άφθονο, φθηνό πετρέλαιο σε μία ήδη κορεσμένη αγορά, όταν η δεύτερη αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στη συμμαχία τους.

Η λήξη του «πολέμου» ήρθε πολύ αργά και παρόλο που η απόφαση για μείωση της παγκόσμιας παραγωγής κατά 10% ήταν η πιο δυναμική παρέμβαση όλων των εποχών στην αγορά πετρελαίου δεν έπεισε κανέναν ότι μπορεί να φέρει ουσιαστικά αποτελέσματα.

Να θυμίσουμε ότι το συμβόλαιο παράδοσης Μαΐου εκπνέει σήμερα. Όταν τα συμβόλαια βρίσκονται κοντά στη λήξη τους τείνουν να δέχονται ισχυρότερες πιέσεις ή να εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις. Ωστόσο ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε τόσο βίαιη πτώση των τιμών. Αυτή ήρθε να μας δείξει πως και η αγορά πετρελαίου φοβάται ουσιαστικά αυτό που όλος ο πλανήτης αρχίζει να συνειδητοποιεί: Μετά τον Covid19 o κόσμος δεν θα είναι ο ίδιος.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Η μεγάλη πτώση του πετρελαίου δημιουργεί άμεσα σημαντικά προβλήματα στις οικονομίες των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, ενώ θεωρείται θετική για οικονομίες όπως η ελληνική που εισάγουν πετρέλαιο.

Ουσιαστικά όμως είναι ανάμεικτες οι συνέπειες: από τη μια κάποια οφέλη αλλά από την άλλη μείωση εσόδων και έμμεσες επιπλοκές. Μπορεί η κεντρική κυβέρνηση να γλυτώνει από το κόστος των καυσίμων για δαπάνες κίνησης (στρατός, ναυτικό, αστυνομία), ωστόσο, θα χάσει από τον ΦΠΑ, αφού αργά ή γρήγορα η υποχώρηση της τιμής θα μετακυληθεί και στην λιανική.

Η χώρα μας εισάγει σχεδόν το 100% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που χρησιμοποιεί, με εξαίρεση τον Πρίνο όπου υπάρχει μία παραγωγή της τάξεως των 2.300-4.000 βαρελιών και οι χαμηλές τιμές τη συμφέρουν ακριβώς επειδή είναι χώρα που εισάγει αφού συμβάλλουν στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου.

Οι εισαγωγές καυσίμων ισοδυναμούν με 6 έως 10 δισ. ευρώ το χρόνο ανάλογα με την διακύμανση των διεθνών τιμών και αξίζει να σημειωθεί ότι στο προσχέδιο του προϋπολογισμού οι προβλέψεις που εξαρτώνται από το κόστος του πετρελαίου έχουν υπολογιστεί με τιμή 79,81 ευρώ ανά βαρέλι!

Στις αρνητικές επιπτώσεις, όμως, είναι  ότι με χαμηλές τιμές πετρελαίου τίθενται σε κίνδυνο οι δραστηριότητες παραγωγής πετρελαίου που έχουμε (ο Πρίνος με 300 θέσεις εργασίας ενδέχεται να κλείσει) αλλά και που θα ξεκινούσαμε, όπως τα σχέδια και οι επενδύσεις για την έρευνα  υδρογονανθράκων που θα άρχιζαν τους επόμενους μήνες σε διάφορες περιοχές της χώρας και τα οποία δεν μπορούν να γίνουν με το πετρέλαιο κάτω  από τα 35 δολάρια.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όμως είναι οι επιπτώσεις που θα έχει για τη μικρή ελληνική οικονομία μια ύφεση στην αμερικάνικη και την παγκόσμια οικονομία, την οποία σηματοδοτεί και πυροδοτεί η πτώση της τιμής του πετρελαίου.