Πώς βλέπουν οι επιχειρήσεις την αύξηση του κατώτατου μισθού

Τι λένε στο Fortune στελέχη της αγοράς. Πώς επιβαρύνεται ο ισολογισμός και τι πραγματικά κερδίζουν οι εργαζόμενοι.

 

Την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 650 ευρώ μηνιαίως, όσο και  την κατάργηση του υποκάτωτου μισθού για νέους κάτω των 25 ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Εξέλιξη η οποία ευνοεί μεν τους εργαζομένους, δημιουργεί, ωστόσο, πρόσθετα βάρη στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων, αφού παράλληλα με τις αυξήσεις οι επιχειρηματίες θα κληθούν να πληρώσουν και πρόσθετες εργοδοτικές – φορολογικές εισφορές.

Όπως διευκρινίστηκε από τον πρωθυπουργό, οι εργαζόμενοι που παίρνουν τον υποκατώτατο μισθό 510 ευρώ καθώς και όσοι παίρνουν τον κατώτατο των 586, από τον επόμενο μήνα, τον Φλεβάρη, όλοι τους θα έχουν ως κατώτατο μισθό τα 650 ευρώ.

Ο ιδιωτικός τομέας πληρώνει τα σπασμένα του Κράτους

«Οι αποφάσεις αυτού του είδους επηρεάζουν κυρίως τον ιδιωτικό τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας καλείται για ακόμα μία φορά να πληρώσει το λογαριασμό του κράτους. Είμαι υπέρ της αύξησης και θα έπρεπε κανονικά οι μισθοί να είναι ακόμη μεγαλύτεροι διότι τα επιπλέον χρήματα που δίνουνε είναι επί της ουσίας ψυχούλα και κοροϊδία», δηλώνει στο fortunegreece.com ο Γιώργος Μιχαηλίδης, Ιδιοκτήτης της εταιρείας δερμάτινων ειδών ΚΕΜ.

Η άποψή του είναι πως οποιαδήποτε αύξηση μισθών θα πρέπει να συνοδεύεται και από ανάπτυξη, για να έχει νόημα, ενώ πρόσθεσε πως το χειρότερο πράγμα για τη χώρα είναι οι εργατικοί της νόμοι, οι οποίοι δεν εξασφαλίζουν καμία πειθαρχία.

«Έστω ότι μιλάμε για αύξηση μισθού 50€ κάθε μήνα το οποίο σημαίνει 600€ για κάθε εργαζόμενο το χρόνο. Όταν έχεις 170 εργαζόμενους στο σύνολο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ΚΕΜ, μιλάμε για επιπλέον 102.000€. Προσθέστε και 55% που είναι οι εισφορές, τότε αντιλαμβάνεστε ότι το ποσό αυτό στην ουσία είναι τα ενοίκια από ένα καινούργιο μαγαζί».

Ο κ. Μιχαηλίδης τονίζει ότι μια τέτοια εξέλιξη επηρεάζει τα κέρδη των επιχειρήσεων κατά 2%-3%, ενώ δεν είναι λίγες εκείνες που θα δουν να αυξάνονται οι ζημιές τους. Την ίδια στιγμή, η όποια αύξηση μισθού είναι άστοχη όταν αυτή συμβαίνει με ταυτόχρονη μείωση του αφορολόγητου, πράγμα που σημαίνει ότι πάλι το Κράτος θα πάρει με άλλο τρόπο πίσω τα χρήματα που δίνει.

«Ακόμα και αν υπάρξει κάποιας μορφής επιδότηση, όπως για παράδειγμα μέσω ΕΣΠΑ, η γραφειοκρατία είναι τέτοια που επιτρέπει να γίνονται παρατυπίες. Όσα χρήματα και να σου δώσουν τα έξοδα που καλείσαι να πληρώσεις σου τρώνε στην ουσία το 50% αυτών που πρόκειται να πάρεις στο χέρι», επισημαίνει ο κ. Μιχαηλίδης.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού πλήττει τις ΜμΕ.

Για τις πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες λειτουργούν στην Ελλάδα με συστήματα που ακολουθούν συγκεκριμένες νόρμες του εξωτερικού, μια τέτοια ρύθμιση δεν έχει καμία επίπτωση διότι δεν υπήρξε ποτέ ο κατώτατος μισθός. Όπως εξηγεί ο Γιάννης Κολοβός, Γενικός Διευθυντής της Edenred Ελλάδος, η μεγαλύτερη δυσκολία θα έρθει για τις μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις.

«Εάν λειτουργήσει αυτή η αλλαγή σωστά, εκτιμώ ότι κάτι τέτοιο θα ζεστάνει την αγορά. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παράλληλα αυξάνεται και το κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης και δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό θα είναι σε θέση να το αντιμετωπίσουν».

Στο ίδιο μήκος κύματος και οι δηλώσεις του Βασίλη Μαστοράκη, Διευθυντή Μάρκετινγκ της καπνοβιομηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑΣ, ο οποίος υπογραμμίζει πως στην εταιρεία του, μολονότι ελληνικών συμφερόντων, τα πρότυπα που ακολουθούνται ως προς τα εργασιακά ταυτίζονται με τα αντίστοιχα ανεπτυγμένων χωρών του εξωτερικού.

«Για τη δική μας επιχείρηση δεν αλλάζει κάτι με την έννοια ότι δεν υπάρχουν εργαζόμενοι που να αμείβονται με τον κατώτατο μισθό ή ακόμη κι αν υπάρχουν το ποσοστό είναι ελάχιστο. Οι περισσότερες μεγάλες και μεσαίες σε μέγεθος επιχείρησης έχουν ένα πολύ μικρό ποσοστό εργαζομένων με τον κατώτατο μισθό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν εταιρείες με 2-5 εργαζόμενους που προσπαθούν καθημερινά να επιβιώσουν. Το θέμα είναι να εφαρμοστεί κάτι τέτοιο χωρίς ο επιχειρηματίας να ρίξει την ποιότητα επιβαρύνοντας το προϊόν ή την υπηρεσία που παρέχει» λέει χαρακτηριστικά.

Όταν μια επιχείρηση στηρίζει την ανάπτυξή της και το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα στις χαμηλές αποδοχές των εργαζομένων, η επιβολή της αύξησης των μισθών θέτει εν αμφιβόλω τη βιωσιμότητά της. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της Barilla Hellas, Γιώργο Σπηλιόπουλο, η επιχείρηση που πραγματικά σέβεται τους εργαζομένους της και θέλει να πληρώσει θα το κάνει.

«Τα 500 ευρώ μικτά δεν επιτρέπουν σε κανέναν άνθρωπο να ζήσει. Ούτε όμως και τα 1.000 ευρώ που δίνονταν ως κατώτατος μισθός προ κρίσης ήταν φυσιολογικά, όταν στις υπόλοιπες χώρες τις ανατολικής και της δυτικής Ευρώπης τα ποσά ήταν πολύ χαμηλότερα. Θεωρώ ότι το αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι το σύστημα που υπάρχει γύρω από τον ανειδίκευτο εργάτη, το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 1950 και χρήζει αναδιάρθρωσης» καταλήγει ο Γιώργος Σπηλιόπουλος.

Σχετικά άρθρα