Πόσοι Αμερικανοί θέλουν τελικά την καταδίκη του Τραμπ για «υποκίνηση ανταρσίας»

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η δίκη του Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία θα αρχίσει να διεξάγεται την εβδομάδα της 8ης Φεβρουαρίου.

Μια μικρή πλειοψηφία των Αμερικανών πολιτών δηλώνει ότι ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να καταδικαστεί από τη Γερουσία επειδή υποκίνησε στάση και να του απαγορευτεί να κατέχει δημόσιο αξίωμα, σύμφωνα με μια δημοσκόπηση του πρακτορείου Reuters και της εταιρείας Ipsos.

Η δημοσκόπηση, που διενεργήθηκε την Τετάρτη και την Πέμπτη, δείχνει ότι το 51% των Αμερικανών θέλει να κριθεί ένοχος ο Τραμπ για υποκίνηση της εισβολής στο Καπιτώλιο, στις 6 Ιανουαρίου. Η δίκη του αναμένεται να ξεκινήσει εντός των επόμενων εβδομάδων.

Το 37% ωστόσο δηλώνει ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί ενώ περίπου ένας στους δύο (ποσοστό 12%) απάντησε ότι δεν είναι βέβαιος.

Όταν ρωτήθηκαν για το πολιτικό μέλλον του Ρεπουμπλικάνου επιχειρηματία, το 55% είπε ότι δεν θα πρέπει να του επιτραπεί ξανά να κατέχει αιρετό αξίωμα, το 34% απάντησε θετικά ενώ το 11% δεν είναι βέβαιο.

Αν η Γερουσία καταδικάσει τον Τραμπ, θα χρειαστεί να προχωρήσει και σε δεύτερη ψηφοφορία για να του στερήσει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.

Η δημοσκόπηση κατέδειξε επίσης πόσο διχασμένοι είναι οι ψηφοφόροι, ανάλογα με την κομματική γραμμή που ακολουθούν. Εννέα στους δέκα Δημοκρατικούς είπαν ότι ο Τραμπ πρέπει να καταδικαστεί, αλλά λιγότεροι από δύο στους δέκα Ρεπουμπλικάνους συμφωνούν με αυτήν την άποψη.

Εξάλλου, το 55% εγκρίνει τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, που ανέλαβε τα καθήκοντά του την Τετάρτη. Συγκριτικά, μόνο το 43% ενέκρινε τον Τραμπ κατά την πρώτη εβδομάδα του στον Λευκό Οίκο, το 2017. Ο Τραμπ ουδέποτε ξεπέρασε το 50% στις εβδομαδιαίες δημοσκοπήσεις που διενεργούνταν καθ’ όλη την τετραετή θητεία του.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, περίπου έξι στους δέκα Ρεπουμπλικάνους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα του περασμένου Νοεμβρίου προήλθε από «παράνομες ψήφους» ή «νοθεία». Το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν το ίδιο με μια δημοσκόπηση που είχε διενεργηθεί λίγο μετά τις εκλογές.

Οι Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι εμφανίζονται διχασμένοι στο ερώτημα αν οι εκπρόσωποί τους στο Κογκρέσο πρέπει να συνεργαστούν με τον Μπάιντεν για να επιτύχουν κοινούς στόχους. Σχεδόν οι μισοί είπαν ότι θέλουν τη συνεργασία με τον νέο πρόεδρο «ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα συμβιβαστούν σε σημαντικά θέματα» ενώ τέσσερις στους δέκα θέλουν από τους γερουσιαστές και τους βουλευτές να κάνουν σκληρή αντιπολίτευση «ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί σε επείγοντα ζητήματα».

Η δημοσκόπηση διενεργήθηκε διαδικτυακά, στα αγγλικά, σε δείγμα 1.115 ενηλίκων, εκ των οποίων οι 538 δήλωσαν Δημοκρατικοί και οι 373 Ρεπουμπλικάνοι. Το περιθώριο στατιστικού σφάλματος ανέρχεται στις 3 μονάδες.

Η δίκη θα καθυστερήσει δύο εβδομάδες

Η δίκη του Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία θα αρχίσει να διεξάγεται την εβδομάδα της 8ης Φεβρουαρίου, μετά την επίσημη υποβολή του κατηγορητηρίου την επόμενη εβδομάδα, γνωστοποίησε χθες Παρασκευή ο πρόεδρος του σώματος αυτού του αμερικανικού Κογκρέσου, ο Δημοκρατικός Τσακ Σούμερ.

Στην πράξη, αυτό σηματοδοτεί αναβολή της δίκης για δύο εβδομάδες. Ως εδώ, αναμενόταν να αρχίσει τη Δευτέρα.

«Αφού συνταχθούν οι φάκελοι, τα μέρη θα αρχίσουν τις αγορεύσεις τους» τη δεύτερη εβδομάδα του Φεβρουαρίου, ενημέρωσε ο κ. Σούμερ τους συναδέλφους του.

Ο προγραμματισμός αυτός θα επιτρέψει στην αμερικανική άνω Βουλή να επιβεβαιώσει τους διορισμούς των μελών της κυβέρνησης του Δημοκρατικού εκλεγμένου προέδρου Τζο Μπάιντεν και πιθανόν να καταπιαστεί με το σχέδιο στήριξης της οικονομίας για την αντιμετώπιση της κρίσης που έχει προκαλέσει η πανδημία του νέου κορωνοϊού.

«Η εξέγερση της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο που υποκινήθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ» είναι κάτι «που κανένας μας δεν θα ξεχάσει ποτέ», τόνισε ο Τσακ Σούμερ. «Όλοι μας θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας από το απαίσιο κεφάλαιο στην ιστορία της χώρας μας, αλλά η επούλωση και η ενότητα θα έρθουν μόνο αφού αποκατασταθεί η αλήθεια και υπάρξει λογοδοσία και αυτός είναι ο σκοπός της δίκης» του Ρεπουμπλικάνου πρώην προέδρου, συμπλήρωσε ο πρόεδρος της Γερουσίας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ