Σάκης Χατζηιωάννου: Το πρόσωπο πίσω από την Sprider

Μαζί με τον αδελφό του Σάββα ξεκίνησαν από το μηδέν, δημιούργησαν έναν όμιλο 1 δισ. ευρώ και κινδυνεύουν να βρεθούν υπό το μηδέν.

«Εάν κλείσει η Sprider να ξέρετε ότι αυτή θα είναι η τελευταία εταιρεία που θα έχει μείνει στην Ελλάδα».  Την παραπάνω δήλωση είχε κάνει ο Σάκης Χατζηιωάννου (φωτό), πρόεδρος της εταιρείας, εν έτη 2010 στο περιθώριο της παρουσίασης της σειράς που είχε σχεδιάσει ειδικά για την Sprider Stores o Σάκης Ρουβάς. Η αρχή της πτώσης είχε αρχίσει να διαφαίνεται, αλλά κανείς από την διοίκηση δεν περίμενε τα χειρότερα. Τότε οι επιτελείς της εταιρείας δήλωναν ικανοποιημένοι εάν μέσα στον δεύτερο χρόνο της ύφεσης – που από τους πρώτους τομείς που είχε πλήξει ήταν αυτός της ένδυσης – η οικονομική χρήση θα έκλεινε με πτώση της τάξης του 12%.

Με βάση τα τότε στοιχεία η αλυσίδα ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ελλάδα μετά την Zara και διέθετε ισχυρή παρουσία σε έξι χώρες, εισερχόμενη ακόμη και μέχρι την αγορά της Πολωνίας. Είχε προηγηθεί μία επιθετική πολιτική τα προηγούμενα χρόνια, οπού σχεδόν κάθε δύο εβδομάδες άνοιγε και από ένα σημείο πώλησης, φθάνοντας κάποια στιγμή να διαθέτει στο δυναμικό της 110 καταστήματα, να έχει καταλάβει μερίδιο 6% της συνολικής αγοράς ενδύματος και να απασχολεί περίπου 2.000 άτομα. Χθες, πήρε την απόφαση να αναστείλει την λειτουργία της στα 45 εναπομείναντα καταστήματα, αφήνοντας απλήρωτους και χωρίς εργασία περίπου 800 εργαζόμενους.

Η πορεία μέχρι την εξαγορά της Sprider Stores
Η επαφή της οικογένειας Χατζηιωάννου με τον χώρο του ενδύματος ξεκινάει από την δεκαετία του ’50, όταν οι γονείς των ιδρυτών της Hatzioannou Holding, ο Δωρόθεος και η Άννα Χατζηιωάννου αφήνουν πίσω της Κοζάνη για να μεταναστεύσουν ως εργάτες στης Γερμανία. Στην Κοζάνη θα αφήνουν και τον νεογέννητο Σάκη για να μεγαλώσει με τους παππούδες του. Στην Φρανκφούρτη εργάστηκαν σε κλωστοϋφαντουργία και όταν γέννησαν και τον δεύτερο γιο τους, τον Σάββα έφεραν στην Γερμανία και τον πρωτότοκο για να φροντίζει τον νεογέννητο αδελφό του. Υπήρχαν ημέρες που η Άννα έπαιρνε τους δύο γιους της στο εργοστάσιο και τους έκρυβε με την βοήθεια των άλλων γυναικών από τον επιστάτη.

Διαβάστε ακόμα: Tέλος οριστικά για τα Sprider Stores

Μετά από οκτώ χρόνια σκληρής δουλειάς η οικογένεια επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Αθήνα και συγκεκριμένα στα Άνω Λιόσια. Με 30.000 δραχμές ο Δωρόθεος θα αγοράσει μια μεταχειρισμένη μηχανή παραγωγής καλτσών. Δουλεύει το βράδυ και το πρωί βγαίνει στις λαϊκές αγορές και τις πουλάει. Από κοντά και ο Σάκης, το βράδυ δουλειά και το πρωί σχολείο το οποίο όμως το εγκαταλείπει στην 2α Γυμνασίου όταν οι δουλειές άνοιξαν. Αγοράζονται δύο ακόμη μηχανές, προσλαμβάνονται εργάτριες, και τα δύο αγόρια πλέον ξενυχτούν και το πρωί κατεβαίνουν να πουλήσουν την πραμάτεια τους στο Μοναστηράκι. Πλέον οι κάλτσες είχαν και φίρμα επάνω, λέγονταν «Venus». Με τα χρόνια η οικοτεχνία μετεξελίσσεται σε μία μικρή βιοτεχνία και μεταφέρεται σε μία παλιά αποθήκη, ενώ ο Σάκης φεύγει για να μάθει της τέχνη του κλωστοϋφαντουργού για μία χρονιά στην Ιταλία.

Επόμενος σταθμός η Ξάνθη, όπου η οικογένεια εκμεταλλευόμενη κίνητρα για επενδύσεις σε ακριτικές περιοχές που είχε δώσει το 1979 το κράτος, προχώρησε στην δημιουργία εργοστασίου. Με αργά βήματα και αρκετές δυσκολίες τα δύο αδέλφια, που είχαν πάρει πλέον την διοίκηση στα χέρια τους από το 1985, προσπαθούν να στραφούν πέρα από τις λαϊκές αγορές στην αγορά των σούπερ μάρκετ, όπου και αυξάνουν σημαντικά το μερίδιο τους στην αγορά των καλσόν. Πιστεύοντας ότι το μέλλον βρίσκεται στα επώνυμα προϊόντα ξεκινούν να χτίζουν τα πρώτα τους σήματα. Προσθέτουν στο προϊόν τους και την επωνυμία της γιαγιά τους και η σειρά Venus Victoria γίνεται σε λίγα χρόνια ένα από το πιο ισχυρά σήματα στην αγορά καλσόν και εσωρούχων στη Ελλάδα. Παράλληλα δημιουργείται και ένα δεύτερο brand, πιο προσιτό, το Diana για την αγορά των σούπερ μάρκετ. Τα δύο αδέλφια δεν μένουν εδώ, εξαγοράζουν και τον αμέσως επόμενο ανταγωνιστικό προϊόν, τα καλσόν Belinda και ενδυναμώνουν περαιτέρω την θέση τους στην αγορά.

Διαβάστε επίσης: Η&Μ vs Zara : Η αντεπίθεση των Σουηδών

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα αδέλφια Χατζηιωάννου είχαν δημιουργήσει, στην κυριολεξία από το μηδέν, ένα ισχυρό επιχειρηματικό όνομα στην Βόρεια Ελλάδα. Όμως ήταν και η εποχή του Χρηματιστηρίου και των εύκολων κεφαλαίων. Εξαγοράζουν την ήδη εισηγμένη Ηλιοφίν, με την οποία επεκτείνουν τις δουλειές τους στα φινιριστήρια και τα βαφεία και πραγματοποιούν αυξήσεις κεφαλαίου για τις επόμενες κινήσεις τους. Μία από αυτές ήταν το 1999 και η εξαγορά της Sprider Stores από τους αδελφούς Αργυρού.

Γενικότερα ήταν μία περίοδος που οι μηχανές των εργοστασίων των αδελφών Χατζηιωάννου τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Βουλγαρία, που είχαν επεκτείνει την παραγωγή τους, είχαν πάρει «φωτιά». Πέρα από τα δικά τους προϊόντα – που είχαν αυξηθεί καθώς είχαν προστεθεί και τα αντρικά εσώρουχα Apple και Blue Point – δούλευαν φασόν για την Adidas, την Fruit of the Loom, την Triumph και γερμανικές αλυσίδες όπως η Aldi, Kaufhall και Kaarstand.

Από τις λαϊκές αγορές στην Virgin
Σε συμφωνία με τον Sr. Ρίτσαρντ Μπράνσον αποκτούν τα δικαιώματα για την δημιουργία αλυσίδας γυναικείων εσωρούχων με την επωνυμία Virgin στην Μεγάλη Βρετανία, η οποία αποδείχθηκε η πρώτη τους μεγάλη αποτυχία, που μέσα στην παροξυσμό του χρηματιστηρίου πέρασε όμως απαρατήρητη. Όπως απαρατήρητη πέρασε και η χρηματιστηριακή αξία της Hatzioannou Holdings η οποία κάποια στιγμή βρέθηκε να αγγίζει το 1 δισ. ευρώ.

Η κουλτούρα του χρηματιστηρίου και του εύκολου χρήματος είχε ως αποτέλεσμα και την αλλοίωση του επιχειρηματικού πλάνου – εάν υπήρχε – με προσθήκη δραστηριοτήτων άσχετων με την κλωστοϋφαντουργία όπως ήταν αυτή στο καζίνο της Ξάνθης ή η ενασχόληση με τα διοικητικά του Πανιωνίου. Καθώς τα χρόνια περνούσαν οι αδελφοί Χατζηιωάννου αντιλαμβάνονταν ότι η παραγωγική δραστηριότητα, με την κινεζική επέλαση, δεν είχε κάποια προοπτική και αποδεσμεύτηκαν από αρκετές από τις μονάδες που είχαν, ρίχνοντας το βάρος στην λιανική αναπτύσσοντας τα Sprider και τα Venus Victoria.

Όμως ένα κοκτέιλ άγνοιας της αγοράς, ύφεσης, διεθνούς ανταγωνισμού και κακοδιαχείρισης έφεραν τον όμιλο στην σημερινή κατάσταση η οποία σε ότι αφορά την Sprider συνοψίζεται από οικονομικής πλευράς – με βάση τα στοιχεία του εξαμήνου του 2013 – σε πωλήσεις (22,3 εκατ. ευρώ) μικρότερες από τις ζημιές (25,2 εκατ. ευρώ), ενώ η καθαρή της θέση είναι αρνητική κατά 43 εκατ. ευρώ.

Η αρχή του τέλους για την εταιρεία 
Η αρχή των οικονομικών προβλημάτων ξεκίνησε το 2011 με την έκπτωση του πενταετούς ομολογιακού δανείου ύψους 26,2 εκατ. ευρώ που είχε συνάψει με τις τράπεζες. Στην συνέχεια έρχεται τον Φεβρουάριο του 2012 μία πυρκαγιά να καταστρέψει στις κεντρικές αποθήκες στην Ανθούσα, εμπορεύματα αλλά και μεγάλο μέρος των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας. Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι είναι η πέμπτη πυρκαγιά που ξεσπάει σε χώρο της εταιρείας μέσα σε 8 χρόνια καθώς είχαν προηγηθεί επίσης μία πυρκαγιά στις κεντρικές αποθήκες το 2004, σε περιφερειακά καταστήματα σε Δάφνη και Λυκόβρυση, καθώς και του δεύτερου σε μέγεθος καταστήματος που διατηρούσε στην Ερμού στα «Δεκεμβριανά» του 2008.

Τον περασμένο Δεκέμβριο ασκήθηκε σε βάρος της διοίκησης της Sprider ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε εμπρησμό, απάτη σε βάρος των ασφαλιστικών εταιρειών και απόπειρα απάτης για την πυρκαγιά του Φεβρουαρίου του 2012. Η υπόθεση αναμένεται να απασχολήσει την δικαιοσύνη τους επόμενους μήνες και όπως φαίνεται δεν θα είναι η μόνη για τους αδελφούς Χατζηιωάννου καθώς – εκτός απροόπτου – κινήσεις αναμένονται από εργαζόμενους, τράπεζες και πιστωτές.