Συνασπισμός «φανάρι»: Το SPD θέλει. Πράσινοι και Φιλελεύθεροι μπορούν;

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Προσπάθειες δημιουργίας συνασπισμού παρά τις διαχωριστικές γραμμές.

Κατά πόσο μπορούν οι λεγόμενες γερμανικές “big business” να συνυπάρξουν με το κίνημα για την προστασία του περιβάλλοντος; Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της εποχής μας, και η Γερμανία καλείται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο να δώσει πρώτης τις απαντήσεις.

Οι ομοσπονδιακές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή υποδηλώνουν μια ριζική και ίσως μόνιμη αναδιάταξη του γερμανικού πολιτικού τοπίου.

Τα CDU/CSU έλαβαν 24,%, ενώ το SPD σχεδόν 26%, καθιστώντας το μεγαλύτερο κόμμα στη Μπούντεσταγκ αλλά πολύ πιο μακριά από το 38,5% που είχε λάβει στις τελευταίες εκλογές που κέρδισε το 2002. Οι Πράσινοι ήρθαν στην τρίτη θέση, με σχεδόν 15%, ένα ιστορικά μεγάλο μερίδιο ψήφων, αν και απογοητευτικό για ένα κόμμα συγκέντρωνε περίπου 25% νωρίτερα φέτος, ενώ το FDP συγκέντρωσε 11,5%.

Οι ψηφοφόροι για πρώτη φορά επέλεξαν συντριπτικά το FDP (23%) και τους Πράσινους (22%), με το SPD και το CDU/CSU να βρίσκονται πίσω με 15% και 10% αντίστοιχα. Η Δεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και το ακροαριστερό κόμμα H Αριστερά (Die Linke) έμειναν σε μονοψήφια ποσοστά.

Μια νέα συμφωνία

Στη Γερμανία, οι τριμερείς συνασπισμοί είναι μεν ασυνήθιστοι σε ομοσπονδιακό επίπεδο, όμως αποτελούν μια μακροχρόνια πραγματικότητα στα τοπικά κρατίδια από τη δεκαετία του 1950. Φέρουν, μάλιστα, και γνωστά ψευδώνυμα που αντιστοιχούν στα χρώματα των κομμάτων. Μαύρο για τα CDU/CSU, κόκκινο για το SPD, πράσινο για τους Πράσινους, κίτρινο για το FDP. Εάν οι Πράσινοι και το FDP αποφασίσουν να υποστηρίξουν τους Σοσιαλδημοκράτες, αυτό θα γίνει γνωστό ως συνασπισμός «φανάρι». Εάν επιλέξουν να υποστηρίξουν τους συντηρητικούς, αυτό θα ονομαστεί «Τζαμάικα».

Και οι Πράσινοι και το FDP έχουν βασικές θέσεις από τις οποίες είναι απίθανο να υποχωρήσουν. Για τους Πράσινους, προτεραιότητα έχει η καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης, ενώ οι φιλελεύθεροι έχουν τραβήξει μια «κόκκινη γραμμή» σχετικά με φορολογικές αυξήσεις σε εταιρείες και άρχουσα τάξη.

Δεδομένου ότι η κλιματική αλλαγή δεν έχει συζητηθεί στη Γερμανία – αν και η χώρα χτυπήθηκε από καταστροφικές πλημμύρες πριν από δύο μήνες – τόσο οι Πράσινοι όσο και το FDP, αλλά και όλα τα άλλα μεγάλα κόμματα, συμφωνούν ότι πρέπει να γίνουν περισσότερες διορθωτικές ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση. Επίσης, και οι δύο θέλουν να επιταχύνουν την ψηφιοποίηση της Γερμανίας.

Το ερώτημα είναι πώς θα χρηματοδοτηθούν όλες οι απαραίτητες επενδύσεις. Οι Πράσινοι θα ήθελαν η γερμανική κυβέρνηση να πρωτοστατήσει με χαλάρωση των ορίων δανεισμού, ενώ το FDP προτιμά να εμπιστεύεται τις αγορές και θέλει να επεκτείνει, όχι να αποβάλλει, το γερμανικό «φρένο χρέους». Στην ευρωπαϊκή σκηνή, οι Πράσινοι θέλουν δημοσιονομική ένωση, ενώ οι φιλελεύθεροι σίγουρα όχι.

Έτσι, πριν αποφασίσουν για το αν θα υποστηρίξουν ένα συνασπισμό τύπου ένα «φανάρι» ή «Τζαμάικα», αυτά τα δύο κόμματα πρέπει πρώτα να καταλάβουν εάν μπορούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ τους. Αν και το είχαν δοκιμάσει και στο παρελθόν, η πρότερη αποτυχία τους, θα μπορούσε να κάνει μια συμφωνία πιο πιθανή αυτή τη φορά.

Το 2017, η Μέρκελ προσπάθησε να οργανώσει έναν συνασπισμό τύπου «Τζαμάικα». Το CDU, οι Πράσινοι και το FPD συνομιλούσαν μήνες πριν ο Λίντνερ αποχωρήσει ξαφνικά, επικαλούμενος διαφορές σχετικά με την περιβαλλοντική και μεταναστευτική πολιτική. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι το, τότε, ακροδεξιό ανερχόμενο AfD, θα εκμεταλλευόταν τη στάση υπέρ της μετανάστευσης των Πρασίνων. Ως αποτέλεσμα, το CDU/CSU και το SPD κατέληξαν σε έναν άλλο μεγάλο συνασπισμό, τον οποίο καμία πλευρά δεν επιθυμούσε.

Η φήμη του Λίντνερ δέχθηκε πλήγμα, και για να πάρει τη θέση του υπουργού Οικονομικών που τόσο ποθεί, θα πρέπει να είναι πιο συμβιβαστικός αυτή τη φορά. Οι Πράσινοι έχουν ήδη δηλώσει ότι, εάν η συζήτηση για το κλίμα ξεκινήσει σοβαρά, είναι πρόθυμοι να συμβιβαστούν σε άλλα σημεία.

Το βλέμμα του κόσμου μπορεί να είναι στραμμένο στον αγώνα μεταξύ Σολτς και Λάσετ για τη θέση της καγκελαρίου – ένας ρόλος που η Μέρκελ θα συνεχίσει να διατηρεί μέχρι να κλείσει η συμφωνία – αλλά αυτό που συμβαίνει τώρα πίσω από τα παρασκήνια θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο διδακτικό για το μέλλον της Γερμανίας.