Splinternet: Η λογοκρισία του διαδικτύου επεκτείνεται

Το φαινόμενο «splinternet» (θρυμματισμένο διαδίκτυο) όπου οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν τον Παγκόσμιο Ιστό σε μια σειρά εθνικών διαδικτύων, δεν είναι καινούργιο.

του Jeff John Roberts

«Το διαδίκτυο αντιλαμβάνεται τη λογοκρισία ως ζημιά και βρίσκει τρόπους να την ξεπερνά», ανέφερε ο πρωτοπόρος του Internet, John Gilmore, σε άρθρο του περιοδικού Time το 1993 σχετικά με ένα (τότε) μη εποπτευόμενο πεδίο που ονομαζόταν «κυβερνοχώρος».

Τον Απρίλιο, οι αρχές της Σρι Λάνκα απαγόρευσαν την πρόσβαση των πολιτών τους σε ιστότοπους κοινωνικών μέσων όπως το Facebook και το YouTube μετά από μια μεγάλη τρομοκρατική επίθεση. Αυτή η λογοκρισία, που κάποτε θεωρείτο ασύλληπτη, είναι πλέον συνηθισμένη σε έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών.

Η Ρωσία, για παράδειγμα, ενέκρινε τον Μάιο τον νόμο περί «διαδικτυακής κυριαρχίας», που δίνει στην κυβέρνηση την ευχέρεια να υπαγορεύει τι μπορούν να βλέπουν οι πολίτες της στο διαδίκτυο. Και η Κίνα όχι μόνο τελειοποιεί το «Μεγάλο τείχος προστασίας», που μπλοκάρει πράγματα όπως οι αναζητήσεις σχετικά με την «Πλατεία Τιενανμέν» ή οι New York Times, αλλά επιδιώκει και να εξάγει τη δική της έκδοση του ιστού σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Αυτό το φαινόμενο, το οποίο αποκαλείται και “splinternet” (θρυμματισμένο διαδίκτυο) και στο οποίο οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν τον Παγκόσμιο Ιστό σε μια σειρά εθνικών διαδικτύων, δεν είναι καινούργιο. Ο όρος, επίσης γνωστός και ως «κυβερνο-βαλκανιοποίηση», υπάρχει από τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο, τώρα τελευταία το ρήγμα έχει διευρυνθεί, καθώς οι εταιρείες λογοκρίνουν τις ιστοσελίδες τους για να συμμορφωθούν με τους εθνικούς κανόνες και οι κυβερνήσεις «εξαφανίζουν» εντελώς ορισμένες ιστοσελίδες.

«Μοιάζει ωσάν ένα κομμάτι του διαδικτύου να έχει εξαφανιστεί ή να είναι διαφορετικό. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι το διαδίκτυο δεν είναι όπως το γνωρίζαμε», λέει ο Venkat Balasubramani, ο οποίος ηγείται ενός δικηγορικού γραφείου στο Σηάτλ που εστιάζει σε υποθέσεις που αφορούν τον κυβερνοχώρο.

Η τεχνολογία είναι ένας λόγος για αυτή την αλλαγή. Σύμφωνα με τον Danny O’Brien της οργάνωσης ψηφιακών πολιτικών δικαιωμάτων Electronic Frontier Foundation, τα εργαλεία λογοκρισίας που χρησιμοποιούσε η Κίνα ήταν πανάκριβα και έντασης εργασίας. Τώρα, όμως, καθώς τα εργαλεία γίνονται φθηνότερα και πιο αποτελεσματικά, άλλες χώρες είναι πρόθυμες να τα δοκιμάσουν. Εντωμεταξύ, υπάρχει μια νέα πολιτική βούληση μεταξύ των κυβερνήσεων να προσπαθήσουν να ελέγξουν ιστοσελίδες – ειδικά μετά από γεγονότα όπως η Αραβική Άνοιξη, κατά τη διάρκεια της οποίας το Facebook και το Twitter συνέβαλαν στην κορύφωση των εξεγέρσεων.

Δεν είναι μόνο οι αυταρχικές χώρες που προσπαθούν να στρέψουν τον παγκόσμιο ιστό προς εθνικές αξίες. Οι ίδιες εταιρείες κοινωνικών μέσων που τροφοδότησαν τις αναταραχές στη Μέση Ανατολή βάλλονται στη Δύση επειδή επέτρεψαν οι υπηρεσίες τους να χρησιμοποιηθούν για την προώθηση του μίσους και της τρομοκρατίας. Ως αντίδραση, η Αγγλία και η Αυστραλία ψήφισαν πρόσφατα νόμους που απαιτούν από τις εταιρείες τεχνολογίας να παρέχουν ευκολότερη πρόσβαση στις επικοινωνίες των χρηστών του διαδικτύου.