Τα δημόσια νοσοκομεία…στον γύψο

Τα δημόσια νοσοκομεία…στον γύψο
Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τα ιδιωτικά κριτήρια στα νοσοκομεία, οι μεγάλες ελλείψεις και οι ασθενείς δύο ταχυτήτων.

Της Νίνας Κομνηνού

Το αποτύπωμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα είναι ισχυρό στον πιο ευαίσθητο τομέα της χώρας, στο Eθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ).

Το ΕΣΥ παραμένει αγαπημένος θεσμός για τους Έλληνες, λόγω της καθολικής πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και των παροχών υψηλού ιατρικού επιπέδου. Από την άλλη, ταλανίζεται από οικονομικά προβλήματα, μειωμένες δαπάνες και περικοπές σε όλα τα επίπεδα. Επιπλέον, τα δημόσια νοσοκομεία παραμένουν εγκλωβισμένα εδώ και χρόνια σε αναχρονιστικές και δαπανηρές μεθόδους διοίκησης.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η κρίση θα μπορούσε να είναι μια χρυσή ευκαιρία για το δημόσιο σύστημα υγείας ώστε να εκσυγχρονισθεί μέσω των κατάλληλων και αναγκαίων πλέον μεταρρυθμίσεων, διατηρώντας θετικά στοιχεία όπως ο δημόσιος χαρακτήρας και η καθολική πρόσβαση, και να ξεφύγει έτσι από τις αγκυλώσεις, τη διαφθορά και τον εναγκαλισμό του με παλιές νοοτροπίες.

Η ευκαιρία αυτή όμως δεν φαίνεται ότι μπορεί να αξιοποιηθεί, αφού οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις –συγχωνεύσεις νοσοκομείων, μετακινήσεις προσωπικού μέσω της διαθεσιμότητας, διάθεση γενόσημων φαρμάκων, αλλαγή τρόπου προμηθειών– έγιναν βίαια, με μοναδικό στόχο την εξοικονόμηση δαπανών και όχι τον εξορθολογισμό τους.

Το «μαχαίρι» της τρόικας στους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων έκοψε σχεδόν το 45% των πιστώσεων, με αποτέλεσμα από τα 2,8 δισ. ευρώ δαπανών το 2009 τα νοσοκομεία να λειτουργούν πέντε χρόνια μετά με δαπάνες 1,5 δισ. ευρώ – απώλεια της τάξης του 45% στον προϋπολογισμό τους. Και το 2015, όμως, η κατάσταση δεν αναμένεται να αλλάξει. Ασθενείς και εργαζόμενοι στα δημόσια νοσοκομεία βιώνουν τώρα τις επιπτώσεις από τη μεγάλη μείωση των ανθρώπινων, τεχνολογικών και οικονομικών πόρων.

Ασθενείς δύο κατηγοριών

Στην Ελλάδα της κρίσης, οι ανασφάλιστοι πολίτες αυξήθηκαν με δραματικούς ρυθμούς και, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, φτάνουν περίπου τα δύο εκατομμύρια άτομα. Οι ανασφάλιστοι βρήκαν τις πόρτες κλειστές στα δημόσια νοσοκομεία, καθώς οι πόροι δεν έφταναν ούτε για τους ασφαλισμένους.

Τον ρόλο του κράτους ανέλαβαν να καλύψουν, με μεγάλη επιτυχία, τα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία που στήθηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας από φιλότιμους γιατρούς, νοσηλευτές και φαρμακοποιούς, με την ενεργό συμμετοχή των πολιτών.

Μπροστά στο τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε, η κυβέρνηση αποφάσισε να καλύψει τους ανασφάλιστους πολίτες, οι οποίοι όμως πρέπει να περάσουν από «σαράντα κύματα» για να μπορέσουν να έχουν αξιοπρεπή νοσοκομειακή περίθαλψη.

Ενδεικτικά οι ανασφάλιστοι πρέπει να καταθέσουν τα δικαιολογητικά και να υποβάλουν το αίτημά τους, το οποίο θα εξεταστεί από τριμελή επιτροπή του νοσοκομείου και από το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος στο οποίο επιθυμούν να νοσηλευθούν. Το αποτέλεσμα της καθυστέρησης από τη γραφειοκρατία μπορεί να είναι μοιραίο σε επείγουσες περιπτώσεις όπως των καρκινοπαθών.

Από την άλλη, οι ασφαλισμένοι έρχονται αντιμέτωποι με τα καθημερινά προβλήματα των δημόσιων νοσοκομείων: ατέλειωτες ουρές στα εξωτερικά ιατρεία, νοσηλεία πάνω σε ράντζα και φορεία στους διαδρόμους, μεγάλες λίστες αναμονής για χειρουργικές επεμβάσεις, έλλειψη υλικών και φαρμάκων. Πολλές φορές οι ασθενείς αναγκάζονται να φέρουν σεντόνια από το σπίτι τους ή να αγοράσουν οι ίδιοι γάζες, βαμβάκι, σύριγγες και φάρμακα, γιατί τα νοσοκομεία ξεμένουν από υγειονομικό και φαρμακευτικό υλικό.
Ωστόσο, το κύριο πρόβλημα τα τελευταία χρόνια είναι η ποιότητα των υλικών που προμηθεύονται τα δημόσια νοσοκομεία, λόγω των «σφιχτών» προϋπολογισμών, με αποτέλεσμα οι γιατροί να αναγκάζονται να χρησιμοποιούν μέτριας ποιότητας είδη. Η κτιριακή και ξενοδοχειακή υποδομή των δημόσιων νοσοκομείων είναι στο χειρότερο επίπεδο, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμα και σε μεγάλα νοσοκομεία όπως το Γενικό Κρατικό Νίκαιας υπάρχουν μόνο δύο τουαλέτες στον διάδρομο (και καμία εντός των θαλάμων νοσηλείας) για τους ασθενείς και τους συνοδούς τους. Για την ανακαίνιση των νοσοκομείων με κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού, ούτε λόγος. Μόνο μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των δωρεών έχουν ανακαινιστεί πτέρυγες νοσοκομείων και έχει γίνει προμήθεια σύγχρονου ιατρικού εξοπλισμού.

Καρκινοπαθείς χωρίς φάρμακα

Η Ελλάδα είχε φτάσει στο σημείο να αντιμετωπίζει ακόμα και τις πιο δύσκολες περιπτώσεις καρκίνου και οι καρκινοπαθείς δεν ταξίδευαν στο εξωτερικό προκειμένου να βρουν την κατάλληλη θεραπεία. Τα δεδομένα άλλαξαν με την οικονομική κρίση. Η αύξηση της προσέλευσης στα δημόσια νοσοκομεία, η έλλειψη ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού και η παλαιότητα των μηχανημάτων αυξάνουν τον χρόνο αναμονής για θεραπεία, καταγγέλλει ο Σύλλογος Καρκινοπαθών Εθελοντών Φίλων και Ιατρών. Τα νοσοκομεία πολλές φορές έχουν έλλειψη αντικαρκινικών φαρμάκων, ενώ η λίστα αναμονής για ακτινοθεραπεία μπορεί να φτάσει στα ογκολογικά νοσοκομεία μέχρι και τους τέσσερις μήνες!

Οι κουρασμένοι ήρωες

Στυλοβάτες του ΕΣΥ ήταν και είναι οι γιατροί και οι νοσηλευτές. Κουρασμένοι από τα εξαντλητικά ωράρια λόγω έλλειψης ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, απογοητευμένοι από τις χαμηλές πλέον αποδοχές, συνεχίζουν και δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας (ΟΕΝΓΕ) Δημήτρης Βαρνάβας τονίζει ότι η «κατάσταση στα ελληνικά νοσοκομεία έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τμήματα και ολόκληροι τομείς καταρρέουν από έλλειψη γιατρών, τα κονδύλια που απομένουν στα ταμεία των νοσοκομείων μετά βίας επαρκούν για αγορά γάζας, ενώ τα φάρμακα έχουν καταστεί είδος υπό εξαφάνιση».

Αυτήν τη στιγμή από τα ελληνικά νοσοκομεία λείπουν 6.000 γιατροί και 20.000 νοσηλευτές. Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών – Πειραιώς, ο ακαθάριστος ετήσιος μισθός του συντονιστή – διευθυντή στο ΕΣΥ το 2010 ήταν 55.997 ευρώ και σήμερα φθάνει τα 36.825 ευρώ. Οι ειδικευόμενοι γιατροί πληρώνονται με περίπου 16.000 ευρώ ετησίως.

«Οι γιατροί κάνουν φοβερό αγώνα για να κρατήσουν το υγειονομικό σύστημα όρθιο. Εάν δεν αναλάβει ο κρατικός προϋπολογισμός απευθείας τη στήριξη των νοσοκομείων, τότε η χρεοκοπία θα συμβεί στους αμέσως προσεχείς μήνες» συμπληρώνει ο Δημήτρης Βαρνάβας.

Από την Αμερική στην Ελλάδα

Ο συντονιστής διευθυντής στο νοσοκομείο «Έλενα Βενιζέλου» Γιώργος Φαρμακίδης περιγράφει τη δική του εμπειρία όταν αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα από την Αμερική: «Ύστερα από 23 χρόνια στην Αμερική ως καθηγητής της Μαιευτικής Γυναικολογίας, επέστρεψα στην Ελλάδα για να υπηρετήσω το δημόσιο σύστημα Υγείας ως διευθυντής κλινικής στο μαιευτήριο “Έλενα Βενιζέλου”. Όταν πρωτοήρθα, πριν από 16 χρόνια, έπαθα ένα πολιτισμικό σοκ. Οι διάφορες ενέργειες, ειδικά αν επρόκειτο για κάτι καινοτόμο, ακολουθούσαν χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, ελέγχους, εμπόδια και δυσκολίες, που προέρχονταν από το ιατρικό, πανεπιστημιακό αλλά και πολιτικό περιβάλλον. Όταν στην Αμερική αρκούν έξι μήνες για να εφαρμοσθεί κάτι νέο στην ιατρική, στην Ελλάδα χρειάζονται τουλάχιστον τρία χρόνια. Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα δεν ανανεώνεται ο ιατρικός εξοπλισμός με βάση τις σύγχρονες εξελίξεις, ενώ δεν υπάρχουν κίνητρα για την εξέλιξη και την εκπαίδευση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Βέβαια, στα νοσοκομεία υπάρχουν πάρα πολύ καλοί γιατροί, όπως και προσωπικό, οι οποίοι όμως προσπαθούν μόνοι τους για να γίνονται συνεχώς καλύτεροι, παρά τις πολύ χαμηλές αποδοχές τους».

Η διαδικασία της αξιολόγησης

Το νοσηλευτικό προσωπικό είναι αντιμέτωπο με το νέο σύστημα αξιολόγησης και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία εκτιμά ότι με αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση θέλει να εκδιώξει από τα νοσοκομεία περίπου 9.000 νοσηλευτές.

Βέβαια ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Λεωνίδας Γρηγοράκος διαβεβαιώνει ότι η αξιολόγηση στον χώρο της υγείας «δεν συνεπάγεται απόλυση, αλλά αντιθέτως δημιουργεί κίνητρα για την ποιοτική εξέλιξη του προσωπικού».

Ο αναπληρωτής υπουργός έχει επίσης εκφράσει την άποψη ότι οι αλλαγές με την έλευση του μνημονίου έγιναν απότομα, με αποτέλεσμα οι ίδιοι οι πολιτικοί και ο κόσμος να μην μπορέσουν να τις απορροφήσουν.

«Πέρα από τα βασικά προβλήματα του συστήματος υγείας με την ελλιπή στελέχωση των νοσοκομείων, την άμεση ανάγκη για «άνοιγμα» κλινών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, την ανάγκη πρόληψης και αντιμετώπισης μολυσματικών ασθενειών, το σοβαρότερο πρόβλημα είναι η διάρρηξη των δεσμών μεταξύ υπουργείου – ιατρικού και πάσης φύσεως προσωπικού-πολιτών. Η κρίση, που υποχρέωσε σε λήψη άδικων, απότομων και οριζόντιων μέτρων, άνοιξε περαιτέρω το χάσμα μεταξύ των “παικτών” στον τομέα της υγείας».

ΕΣΑΝ Α.Ε.

Κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα τον Ιούλιο, ο Βόλφγκανγκ Τσέλερ, ο Γερμανός εντεταλμένος για να παρακολουθήσει το σύστημα υγείας και να το βαθμολογήσει, ανέφερε στην Deutsche Welle: «Δεν υπάρχει βαθμός, η κατάσταση είναι καταστροφική. Η σύζυγός μου είναι Ελληνίδα. Έχουμε μια νεαρή γιατρό στην οικογένεια, που μας είπε ότι τους τελευταίους μήνες πήρε 800 ευρώ με απλήρωτες τις υπερωρίες. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Γι’ αυτό χρειάζεται χρηματοδότηση των νοσοκομείων που να ανταποκρίνεται στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Το νέο σύστημα θα πρέπει να είναι λειτουργικό, θα πρέπει οι εργαζόμενοι να πληρώνονται ανάλογα με τις ικανότητές τους και οι πολίτες να έχουν ένα λειτουργικό νοσοκομείο που να παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες».

Για την ελληνική κυβέρνηση, η σωτηρία του ΕΣΥ φαίνεται ότι περνά μέσα από τη μερική ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας. Και αυτό επιδιώκει το υπουργείο Υγείας με την Εταιρεία Συστήματος Αμοιβών Νοσοκομείων Α.Ε. (ΕΣΑΝ Α.Ε.) . Το υπουργείο Υγείας υποστηρίζει ότι μέσω της ΕΣΑΝ τα νοσοκομεία θα μπορούν να λειτουργούν με ανταγωνιστικό τρόπο, αλλά δεν δεσμεύεται ότι με αυτό τον τρόπο δεν θα κλείσουν τμήματα και κλινικές ή ακόμα και ολόκληρα νοσοκομεία.

Η ΕΣΑΝ θα έχει στην αρμοδιότητά της το σύστημα των γερμανικών θεραπευτικών πρωτοκόλλων για περίπου 900 παθολογικές καταστάσεις, τα DRGs, μοντέλο που χρησιμοποιείται για την ταχύτερη αποζημίωση των υπηρεσιών και την αποδοτικότερη χρηματοδότηση των νοσοκομείων, η εφαρμογή του οποίου θα κοστίσει στο ελληνικό Δημόσιο 600.000 ευρώ.

Τα δημόσια νοσοκομεία θα λειτουργούν ως οικονομικά αυτοτελείς επιχειρήσεις, με τη συνέχιση της λειτουργίας τους να εξαρτάται από τα έσοδα και τα κέρδη τους, ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους αλλά και με τα ιδιωτικά. Δηλαδή η χρηματοδότηση του ΕΣΥ παύει να είναι υποχρέωση του κράτους και εξαρτάται από τις αποφάσεις μιας ιδιωτικής εταιρείας.

Οι γιατροί και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, από την πλευρά τους, θεωρούν ότι η ΕΣΑΝ Α.Ε. θα αποτελέσει την ταφόπλακα του ΕΣΥ, χαρακτηρίζοντας το όλο εγχείρημα ως τη «ληστεία του αιώνα».

Οι μεταρρυθμίσεις στην υγεία ξεκίνησαν και συνεχίζονται απότομα, με μεγάλη ευθύνη και της τρόικας. Οι επιπτώσεις είναι πλέον σημαντικές. Οι ελλείψεις σε γιατρούς, φάρμακα, υλικά και μηχανήματα είναι τρομακτικές, ενώ ακόμα και μεγάλα νησιά δεν διαθέτουν γιατρούς βασικών ειδικοτήτων, όπως παιδιάτρους ή καρδιολόγους.
Το αποτύπωμα, λοιπόν, της οικονομικής κρίσης θα γίνει ακόμα πιο μεγάλο στην υγεία, στην περίπτωση που ως Έλληνες και ως κράτος δεν προασπίσουμε το εν λόγω κοινωνικό αγαθό και δεν δώσουμε προτεραιότητα στην πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση.

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα