Καλλιόπη Κοντόζογλου: «Project FIX. Αναβιώνοντας το μέλλον»

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΟΝΤΟΖΟΓΛΟΥ

Αρχιτέκτονας

Για να απολαύσεις το ανακαινισμένο ιστορικό κτίριο που στεγάζει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, πρέπει πρώτα από όλα να το καταλάβεις. Και για να το καταλάβεις, πρέπει να κάνεις μια βουτιά στο παρελθόν του, οραματιζόμενος το μέλλον. Αυτή είναι και η κοσμοθεωρία της αρχιτέκτονος Καλλιόπης Κοντόζογλου που η ενασχόλησή της με την μετατροπή του εγκαταλελειμμένου κτιρίου της ζυθοποιίας Φιξ στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ήταν δώδεκα χρόνια γεμάτα πολύτιμα «μαθήματα ζωής».

Η έκδοση του βιβλίου της «Project Fix. Αναβιώνοντας το μέλλον» είναι μια υπέροχη έκπληξη, ένα «απόσταγμα ζωής», αφορμή για την συνέντευξη που ακολουθεί.

Ο χρόνος έχει τη δύναμη να γιατρεύει, να αμβλύνει τις αντιθέσεις, να δίνει προοπτική. Η ιδιαίτερη και βαθιά σχέση της Καλλιόπης Κοντόζογλου με τον χρόνο, το όραμά της για τις πόλεις που πρέπει να έχουν και μνήμη και μέλλον, το ανήσυχο πνεύμα της, η αισιοδοξία της  και τα πολύτιμα βιώματά της ως αρχιτέκτων και υπεύθυνη έργου ως εταίρος, της 3 ΣΚ Στυλιανίδης Α.Ε. που κέρδισε τον διαγωνισμό για την μετατροπή του εγκαταλελειμμένου κτιρίου της ζυθοποιίας Φιξ στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, «γέννησαν» ένα βιβλίο που αφηγείται όλο το χρονικό του σύνθετου αυτού project.

Το «Project FIX. Αναβιώνοντας το μέλλον» από τις εκδόσεις Ποταμός, έχει, πέραν της σημασίας του για τους αρχιτέκτονες, τους ιστορικούς και τους κατοίκους της Αθήνας του παρόντος και του μέλλοντος, μια επιπλέον πολύτιμη διάσταση: Για να απολαύσεις ένα ανακαινισμένο ιστορικό κτίριο, πρέπει πρώτα από όλα να το καταλάβεις. Και για να το καταλάβεις, πρέπει να κάνεις μια βουτιά στο παρελθόν του οραματιζόμενος το μέλλον.  Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, μαθαίνουμε την ιστορία του μοντερνιστή αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του ιστορικού κτιρίου του ΦΙΞ, όσο και του ίδιου του κτιρίου και της τοπογραφίας του.  Στο δεύτερο μέρος ξεδιπλώνεται όλο το χρονικό του σχεδιασμού της αρχιτεκτονικής ομάδας, που, με αίσθημα ευθύνης για τον συμβολισμό του κτιρίου, η Καλλιόπη Κοντόζογλου οδήγησε και σφράγισε με τη γνώση της και την αισθητική της το σημερινό ΕΜΣΤ, που βρίσκεται στην καρδιά του οδικού άξονα που συνδέει το κέντρο της Αθήνας με το παραλιακό μέτωπο.

Το εξώφυλλο του βιβλίου

Η «Καλλιόπη» για τους φίλους της, είναι μια ήρεμη δύναμη. Μια γυναίκα που αφιερώνει πολύτιμο χρόνο από το χρόνο της, για να διδάσκει ως  Adjunct Professor of Architecture του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αυστραλίας, ενώ κάθε καλοκαίρι την «χάνουμε» γιατί διδάσκει στο EU Programme του Κινέζικου πανεπιστημίου του Huazhong. Η δίγλωσση έκδοση του βιβλίου της «Project Fix. Αναβιώνοντας το μέλλον» με πρόλογο του αρχιτέκτονα Ηλία Ζέγγελη και επίλογο του επίσης αρχιτέκτονα και επί σειρά ετών συνεργάτη της, Τιμ Ρόναλντς, είναι μια υπέροχη έκπληξη, ένα «απόσταγμα ζωής», αφορμή για την συνέντευξη που ακολουθεί.

Κυρία Κοντόζογλου, στην εισαγωγή του βιβλίου σας γράφετε ότι η αφήγηση του χρονικού της μετατροπής του κτιρίου ΦΙΞ στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ήταν ένα «καθαρτήριο». Τι ακριβώς θέλετε να μας πείτε;

Η ομιλία και η γραφή είναι μια δύσκολη υπόθεση για τους περισσότερους αρχιτέκτονες. Η εκπαίδευσή μας δεν μας προετοιμάζει δυστυχώς για κανένα από τα δυο.  Επίσης, σχεδόν ποτέ δεν έχουμε την ευκαιρία να κοιτάξουμε πίσω μας και να ξαναεπισκεφτούμε μελέτες και σχέδια που κάναμε. Η περίοδος της οικονομικής κρίσης μου πρόσφερε αυτήν την πολυτέλεια. Επίσης, ασχολήθηκα περισσότερο με την διδασκαλία της αρχιτεκτονικής, πράγμα που έκανα σε όλη μου την επαγγελματική ζωή κατά διαστήματα φυσικά, αλλά τα τελευταία χρόνια το έκανα συστηματικά. Η διδασκαλία από την φύση της σε αναγκάζει να σκεφτείς και να ψάξεις. Το γράψιμο του βιβλίου, λοιπόν, για να απαντήσω στην ερώτηση σας, προέκυψε σχεδόν  φυσικά και ήταν καθαρτήριο γιατί η συγγραφή προσφέρεται για ενδοσκόπηση και έτσι μπόρεσα μια περίοδο της ζωής μου να την εξετάσω πιο αντικειμενικά.

Η μελέτη και η υλοποίηση του νέου κτιρίου που πλέον στεγάζει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, πέρασε από 40 κύματα. Ως επικεφαλής αρχιτέκτονας, κολυμπήσατε «αντίθετα στο ρεύμα» για 12 χρόνια. Τι σας σφράγισε πιο έντονα, από αυτή τη μεγάλη περιπέτεια;

Πήρα ένα σπουδαίο μάθημα. Ποια προσόντα πρέπει να διαθέτει κάθε αρχιτέκτονας, που συνοψίζονται σε δυο λέξεις: υπομονή και επιμονή! Σε αντίθεση με άλλες τέχνες, το αρχιτεκτονικό έργο αποτελεί αποτέλεσμα της δουλειάς πολλών ανθρώπων και επηρεάζει τις ζωές πολλών ανθρώπων. Ο καθένας από τους συντελεστές στο έργο έχει την άποψή του για πολλά θέματα, όχι πάντα σε αρμονία με την κεντρική ιδέα του έργου. Άλλοτε πάλι προκύπτουν απρόβλεπτα, που χρειάζεται να αντιμετωπισθούν, έτσι ο αρχιτέκτων πρέπει να είναι ο καπετάνιος που κρατάει σταθερό το τιμόνι για να μην παρασυρθεί το καράβι από τα κύματα η από τις σειρήνες και το κτίριο να μην χάσει, λόγω των συμβιβασμών και των  αλλαγών, την κεντρική ιδέα του σχεδιασμού, που είναι η γενεσιουργός αιτία του.

Διαβάζοντας το βιβλίο, παρακολουθεί κανείς την ιστορία ενός εμβληματικού όσο  και  αμφιλεγόμενου κτιρίου, την ιστορία της αρχιτεκτονικής από την δεκαετία του ‘60 στην Ελλάδα, αλλά και τα προβλήματα που συνοδεύουν την υλοποίηση ενός απαιτητικού project που παρεμβαίνει στον ιστό της πόλης και στο οποίο εμπλέκονται πολλοί φορείς και πολλά πρόσωπα. Το θεωρείτε ένα «μάθημα ζωής» για τη νέα γενιά των αρχιτεκτόνων;

Είναι πράγματι έτσι και χαίρομαι ιδιαίτερα που αυτό το συμπέρασμα έχετε βγάλει και εσείς γιατί έτσι ένας από τους σκοπούς του βιβλίου επιτεύχθηκε. Ο Ηλίας Ζέγγελης περιγράφει το βιβλίο στον πρόλογο του: «Το βιβλίο σχεδιάστηκε σύμφωνα με το πνεύμα σχεδιασμού του νέου ΕΜΣΤ, και είναι πιο εύκολο να περιγράψει κανείς τι δεν είναι παρά  το τι είναι. Δεν είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο, ούτε μια αρχιτεκτονική μαρτυρία, ούτε η ιστορία του κτιρίου, ούτε ένα θεωρητικό κείμενο για τον σχεδιασμό του, ούτε ένα ημερολόγιο της κατασκευής του έργου. Τα συνθέτει όλα αυτά και πολλά άλλα ακόμη, όπως η αρχιτεκτονική. Είναι ένα project.»

Το παλιό εργοστάσιο ΦΙΞ

Υπάρχουν  παλαιότεροι που πρόλαβαν το κτίριο ως εργοστάσιο ζυθοποιίας σε λειτουργία, νεώτεροι που απλά θυμούνται ένα εγκαταλελειμμένο κουφάρι στην καρδιά του οδικού άξονα που συνδέει την πόλη με το παραλιακό  μέτωπο και είναι οι γενιές που αγνοούν το παρελθόν του και θα το γνωρίζουν σαν ΕΜΣΤ. Η νέα όψη του κτιρίου αλλά και το βιβλίο σας, αναδεικνύουν την ξεχασμένη ιστορία και του κτιρίου και της τοπογραφίας της πόλης. Γιατί επιλέξατε να αποτυπώσετε στην ανακατασκευή του ΦΙΞ  τη «διδαχή» του παρελθόντος και την ιστορία και δεν επιλέξατε να δημιουργήσετε κάτι νέο και αυτοτελές;

Ίσως να μην είναι ευρύτερα γνωστό αλλά οι δυο όψεις του κτιρίου επί των οδών Συγγρού και Φραντζή είναι διατηρητέες. Πίσω τους υπήρχε όχι ένα ενιαίο κτίριο, όπως θα πίστευε κανείς κοιτώντας τις από έξω, αλλά ένα συνονθύλευμα κτιρίων κτισμένων σε διαφορετικές εποχές, που προστίθενταν καθώς η ζυθοποιία μεγάλωνε σε δραστηριότητα.

Στην αρχιτεκτονική σήμερα, όσον αφορά το ζήτημα της επανάχρησης, υπάρχουν δυο βασικά ρεύματα. Το παλαιότερο υποστηρίζει ότι οι νέες επεμβάσεις σε ένα διατηρητέο κτίριο θα πρέπει να μιμούνται το ύφος του υπάρχοντος. Το νεότερο – τα λέω έτσι για να τα αντιπαραβάλω, παρόλο που και αυτό είναι αρκετά παλιό πλέον – θέλει τις νέες επεμβάσεις να είναι τελείως διαφορετικές και να ξεχωρίζουν ως τέτοιες από το υπάρχον. Στην περίπτωση μας επιλέξαμε συνειδητά να ακολουθήσουμε μια τρίτη οδό. Από την νέα χρήση μέσα στο παλιό κουφάρι γεννιέται κάτι νέο, που όμως κουβαλάει τις μνήμες του παλιού. Γιατί η ζυθοποιία διάλεξε να κατοικήσει αυτόν τον τόπο και όχι έναν άλλο; Γιατί φυσικά χρειαζόταν νερό ως πρώτη ύλη. Έτσι η όχθη του Ιλισού ήταν το φυσικό της περιβάλλον. Ξαναφέρνοντας λοιπόν στην επιφάνεια την μνήμη του καλυμμένου ποταμού, το νέο κτίριο αναφέρεται όχι μόνο στην παλιά του χρήση, αλλά και σε κάτι μεγαλύτερο που η πόλη έχει ξεχάσει.

Το νέο ανακατασκευασμένο κτίριο

Μου έκανε εντύπωση, στον πρόλογο του Ηλία Ζέγγελη, που αναφέρει ότι «Εδώ δεν αισθανόμαστε τη μεγαλομανία του διάσημου αρχιτέκτονα: η αρχιτεκτονική έχει απελευθερωθεί από την ανάγκη  να εντυπωσιάσει και με τη σύγχρονη επέμβαση είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε πού τελειώνει το παλαιό και πού αρχίζει το νέο».  Πόσο δύσκολο είναι να δώσεις νέα πνοή σε ένα υπάρχον παλαιό κτίριο;

Αυτό το απόσπασμα συνεχίζει ουσιαστικά αυτό που σας προανέφερα. Οπωσδήποτε η επέμβαση σε κάτι που υπάρχει είναι δυσκολότερη από το να φτιάξεις κάτι από το μηδέν. Θα αναφερθώ  σε ένα απόσπασμα από τον Επίλογο του βιβλίου από τον Βρετανό αρχιτέκτονα Τιμ Ρόναλντς: «Ενώ  η όψη της Συγγρού ήταν η προωθητική δύναμη, οι φέρουσες δομές της από σκυρόδεμα αποδείχθηκαν μεγαλύτερη πρόκληση – γιατί δεν ήταν ένα ενιαίο κτίριο αλλά πολλά διαφορετικά. Ένα τμήμα, το επονομαζόμενο από τους μελετητές  το «φιλέτο», ήταν σημαντικό και τακτικό, με ογκώδεις κυλινδρικούς κίονες σε έναν κάνναβο 9μ Χ 7μ, που υψωνόταν και στα έξη επίπεδα, αλλά τα άλλα τμήματα ήταν ακανόνιστα, σε κακή κατάσταση και με άτακτα ύψη ορόφων. Αυτές οι υπάρχουσες δομές ήταν ένας σημαντικός καθοριστικός παράγοντας και ένα σύνθετο πρόβλημα. Το υψηλό κόστος της κατασκευής και των έργων για την συντήρησή της άφηναν ένα πολύ μικρό προϋπολογισμό για αρχιτεκτονικά στοιχεία.»  

Οι χώροι που μετασχηματίσθηκαν από κτίρια τελείως διαφορετικών χρήσεων σε μουσεία όπως η Tate Gallery του Λονδίνου, προσφέρουν στον επισκέπτη διαφορετικές εμπειρίες μέθεξης της τέχνης απ’ ότι τα εντελώς νέα κτίρια. Θυμηθείτε μια επίσκεψη σε έκθεση στο δικό μας Γκάζι, μέσα στις αίθουσες του πρώην εργοστασίου του Φωταερίου η στην Ροτόντα της Θεσσαλονίκης. Όταν εργαζόμουν ως αρχιτέκτονας στο Λονδίνο την δεκαετία του ’80 μετατρέψαμε την Εκκλησία του Highgate σε θέατρο που λειτουργεί επιτυχημένα ως σήμερα (Jackson’s Lane Theatre: βραβείο The Sunday Times – RIBA Community Award 1988 ).

Η ιστορία του ΕΜΣΤείχε σχεδόν δαιμονοποιηθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Σήμερα, όταν επισκέπτεστε το μουσείο – που παραμένει ακέφαλο – αλλά είναι εκεί, με το κόκκινο χρώμα της κεντρικής εισόδου να μας καλεί, ποιο είναι το κατ’ εξοχήν συναίσθημα που σας κυριεύει; 

Κεντρική είσοδος του κτιρίου

Χαίρομαι ιδιαίτερα που επιτέλους είναι ανοικτό για το κοινό και ελπίζω σύντομα να λειτουργεί ολόκληρο το κτίριο.

Η αισθητική, η τέχνη, η αρχιτεκτονική, δεν υπάγονται ποτέ σε ενιαία κριτήρια και δεν έχουν ποτέ πλήρη αποδοχή, δηλαδή δεν αρέσουν ποτέ σε όλους. Πόσο σας προβληματίζει, αλήθεια, αυτό; Γιατί, φαντάζομαι, κάθε δημιουργός θέλει το έργο του να αρέσει σε όλους. 

Φυσικά θέλω τα έργα μου να αρέσουν. Όμως πιο πολύ θέλω να περνούν «απαρατήρητα». Εννοώ ότι εάν το κτίριο προσφέρει στην πόλη, μετά από λίγο η πόλη το κυριεύει, το καθιστά κομμάτι του σώματος της. Το καλό και το κακό, ταυτόχρονα, με την αρχιτεκτονική είναι ότι τα κτίρια στην πόλη αφομοιώνονται. Η δύναμη της πόλης είναι τόσο μεγάλη που δεν επιτρέπει  «πριμαντονισμούς» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης να θυμίσω ότι πολλά κτίρια που αγαπήθηκαν στην εποχή τους, κατόπιν θεωρήθηκαν αποτυχημένα και το ανάποδο. Θυμηθείτε τα κτίρια που εμείς οι αρχιτέκτονες λέμε «μεταμοντέρνα».

Διδάσκετε επί σειρά ετών σε πανεπιστήμια, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, από την Αυστραλία έως το Χονγκ Κονγκ.  Πώς λειτουργούν στο έργο σας οι διαφορετικές κουλτούρες των φοιτητών που συναντάτε;

Η διδασκαλία των studio μου έχει πάντα ως αφετηρία την πόλη, το πιο σημαντικό πολιτιστικό δημιούργημά μας. Η σχέση της αρχιτεκτονικής με την πόλη, σε όλα της τα επίπεδα, υπερβαίνει τις τυχόν ιδιομορφίες που υπάρχουν στις διαφορετικές κουλτούρες και γεωγραφίες. Όταν ζούσα στο Λονδίνο, παράλληλα με την άσκηση του επαγγέλματος δίδασκα στην ΑΑ , η οποία ήταν και είναι ένα ιδιαίτερα πολυπολιτισμικό σχολείο. Πριν τρία χρόνια δίδασκα στο Χονγκ Κονγκ. Ξεκίνησα ζητώντας από τους φοιτητές μου να μου δείξουν το κέντρο της πόλης τους και επί τρεις ημέρες περπατούσαμε στους δημόσιους χώρους κατά μήκος της ακτής. Ήταν τεταρτοετείς και πεμπτοετείς φοιτητές και δεν είχαν περπατήσει ποτέ ως τότε – ακόμη και οι ντόπιοι – στο έδαφος της πόλης τους.  Κυκλοφορούσαν με το Μετρό η μέσα από τούνελ η πάνω σε υπερυψωμένους πεζόδρομους – γέφυρες.

Με τους φοιτητές της στο Χονγκ Κονγκ το 2018

Επί τρία χρόνια δίδασκα ένα studio στην Βενετία όλο τον Ιούλιο για  Κινέζους φοιτητές του Πανεπιστημίου HUST του Γούχαν. Ανακάλυπταν περπατώντας ότι υπάρχει μια άλλη κρυφή ζωντανή πόλη μέσα στην νεκρή πόλη του τουρισμού. Το 2019 μετέφερα το studio στην Αθήνα όπου είχαμε παρόμοιες εμπειρίες και συμπεράσματα. Μάλιστα στο τελευταίο,  συμμετείχαν και φοιτητές από το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, στις ΗΠΑ, και από το δικό μας Πανεπιστήμιο Πατρών. Δυστυχώς μας σταμάτησε η πανδημία. Ελπίζουμε να ξαναρχίσουμε του χρόνου.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 διδάσκω ένα χειμωνιάτικο studio 6 εβδομάδων στην Αθήνα  για τους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αυστραλίας, όπου είμαι Adjunct Professor. Τα πρώτα χρόνια τα παιδιά πάθαιναν πολιτισμικό σοκ. Σιγά – σιγά και η πόλη άλλαξε προς το καλύτερο και εκείνα έρχονταν καλύτερα προετοιμασμένα.

Η ιδιαιτερότητα των studio αυτών είναι ότι ζητώ από τους φοιτητές να ανιχνεύσουν στο παρόν τα στοιχεία, που εκείνοι νομίζουν ότι θα δώσουν σε μια περιοχή τις δυνατότητες να μεταμορφωθεί σε ένα άλλο πιθανόν μέλλον.  Έτσι μαθαίνουν να παρατηρούν τον κόσμο ξανά δια ζώσης και όχι μέσω των Google Maps, να τον περπατούν, πράγματα που σχεδόν έχουμε ξεχάσει να κάνουμε.  Πολλά από τα θέματα που μελετήσαμε για το κέντρο της Αθήνας παραμένουν επίκαιρα. Το στούντιο του 2013 είχε ως αντικείμενο το Γεράνι, που τώρα γίνεται της μόδας. Το 2014 μελετήσαμε όλη την ακτογραμμή της Αττικής από τον Μαραθώνα ως το Πόρτο Χέλι, πολύ πριν αρχίσει η συζήτηση για την Αθηναϊκή Ριβιέρα. Τις τρεις κεντρικές πλατείες Ομόνοια, Σύνταγμα και Κεραμικός, το κεντρικό κομμάτι του λεκανοπεδίου, τη Νεάπολη και τα Εξάρχεια, και άλλα πολλά.

Με τους φοιτητές της από το Πανεπιστήμιο της Δυτ. Αυστραλίας στους Δελφούς το 2013

Τι σας γοητεύει περισσότερο μέσα από τη διδασκαλία;

Κατ’ αρχήν η συναναστροφή με νέους ανθρώπους. Σε αναγκάζει να σκέφτεσαι πιο πλατιά. Κυρίως όμως σε αναγκάζει να ονειρεύεσαι. Όταν μελετάμε μια περιοχή στην πόλη, είτε αυτή είναι η Αθήνα είτε είναι το Χονγκ Κονγκ, προσπαθούμε πάντα να ονειρευτούμε πως θα είναι μετά από πέντε η δέκα χρόνια, όχι ως μια ουτοπική κατάσταση, αλλά ανιχνεύοντας πάντα στοιχεία του παρόντος, που δείχνουν ένα πιθανόν μέλλον.

Πρέπει κανείς να είναι αισιόδοξος από την φύση του για να γίνει αρχιτέκτων, γιατί πρέπει να μπορεί να οραματίζεται το μέλλον. Πριν καταλήξω ότι ήθελα να γίνω αρχιτέκτων (πράγμα που ήξερα ήδη από τα 13 μου) ήθελα να γίνω αστροναύτης! Άρα καταλαβαίνετε ότι δεν μου λείπει η αισιοδοξία.

Κάθε άλλο, κυρία Κοντόζογλου. Σας ευχαριστώ πολύ!

Project FIX at a glance:

Από την περίοδο ανακατασκευής του κτιρίου

– Η ζυθοποιία έκλεισε οριστικά το 1982.

– Η κατεδάφιση του μισού κτιρίου έγινε το 1995.

– Οι μελέτες διήρκησαν 2,5 χρόνια.

– Η ανακατασκευή διήρκησε 7 χρόνια!

– Το 2007 ανέλαβε το έργο η ΒΙΟΤΕΡ (μειοδότης του διαγωνισμού)

– Το 2015 μεταφέρεται το προσωπικό του ΕΜΣΤ στο κτίριο χωρίς να έχει παραδοθεί επίσημα

– Εργολάβος στη δεύτερη φάση ήταν η εταιρεία ΑΚΤΟΡ, καθώς ο πρώτος  εργολάβος κηρύχτηκε έκπτωτος

– Ο προϋπολογισμός ήταν απόλυτα δεσμευτικός για τους μελετητές και έπρεπε ο σχεδιασμός του κτιρίου να κινηθεί σε αυτά τα δεσμευτικά πλαίσιο, όπερ και εγένετο. Υπολογίζεται σε 1.500 ευρώ το τ.μ., εξωπραγματικά φτηνό για μουσείο.