Ελληνικές Αλυκές: Το νέο στοίχημα της αγοράς

Ελληνικές Αλυκές: Το νέο στοίχημα της αγοράς
ΑΛΥΚΕΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ. Photo: Eurokinissi
Με διεθνή διαγωνισμό για τη διάθεση τουλάχιστον του 51% της εταιρείας, το Υπερταμείο επιδιώκει την προσέλκυση στρατηγικού επενδυτή, με στόχο την ανάδειξη του asset σε ισχυρό ευρωπαϊκό παίκτη.

Τη μετάβαση των Ελληνικών Αλυκών από έναν σταθερό εγχώριο παραγωγό σε ένα ανταγωνιστικό παίκτη με ευρωπαϊκή εμβέλεια δρομολογεί το Υπερταμείο, ενεργοποιώντας τη διαδικασία εισόδου στρατηγικού επενδυτή στην εταιρεία. Η διαδικασία είναι σε εξέλιξη με την προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού για τη διάθεση τουλάχιστον του 51% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, γεγονός που σηματοδοτεί μια κομβική καμπή για ένα βιομηχανικό asset με μακρά ιστορία, αλλά και με σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης σε ένα απαιτητικό ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη συνολική στρατηγική του Υπερταμείου και του διευθύνοντος συμβούλου, Γιάννη Παπαχρήστου, για ενεργητική αξιοποίηση των συμμετοχών του, με έμφαση όχι μόνο στο οικονομικό αποτέλεσμα της συναλλαγής, αλλά κυρίως στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Στην περίπτωση της Ελληνικής Αλυκές Α.Ε., ο στόχος είναι η προσέλκυση στρατηγικού επενδυτή με βιομηχανική τεχνογνωσία και διεθνή προσανατολισμό, που θα στηρίξει τις επενδύσεις, τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και τη διεύρυνση της εξαγωγικής παρουσίας, αναβαθμίζοντας τον ρόλο της εταιρείας στην ευρωπαϊκή αγορά και μετατρέποντάς την σε παραγωγικό κόμβο της Μεσογείου. Σημειώνεται ότι από το 2018 η εταιρεία αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του Υπερταμείου, το οποίο κατέχει το 80% του μετοχικού κεφαλαίου της, ενώ το υπόλοιπο 20% ανήκει σε δήμους στις περιοχές όπου λειτουργούν οι αλυκές.

Ο διεθνής διαγωνισμός θα εξελιχθεί σε δύο διακριτές φάσεις. Στην πρώτη, διάρκειας περίπου τριών μηνών, οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές καλούνται να υποβάλουν μη δεσμευτική εκδήλωση ενδιαφέροντος, σύμφωνα με τους όρους της προκήρυξης. Όσοι πληρούν τα κριτήρια προεπιλογής θα περάσουν στη δεύτερη φάση, που αφορά την υποβολή δεσμευτικών προσφορών και αναμένεται να διαρκέσει περίπου επτά μήνες. Στο στάδιο αυτό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η αναλυτική αξιολόγηση των επενδυτών, οι επισκέψεις στις αλυκές και η διαδικασία ανάδειξης προτιμητέου επενδυτή. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του Υπερταμείου, στόχος είναι η ολοκλήρωση της συναλλαγής έως το τέλος του 2026.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το προφίλ

Η Ελληνικές Αλυκές αποτελεί τον βασικό παραγωγό πρωτογενούς θαλασσινού αλατιού στην Ελλάδα, με έντονο γεωγραφικό αποτύπωμα. Η εταιρεία διαθέτει επτά οργανωμένες αλυκές βιομηχανικής κλίμακας (Μεσολόγγι, Κίτρος, Αγγελοχώρι, Νέα Κεσσάνη, Μέση, Καλλονή και Πολιχνίτος), συνολικής έκτασης 24.334 στρεμμάτων. Η μεγαλύτερη εγκατάσταση βρίσκεται στο Μεσολόγγι, με έκταση περίπου 12.400 στρεμμάτων και παραγωγική δυναμικότητα που προσεγγίζει τους 110.000 τόνους ετησίως, ενώ ακολουθούν αλυκές στη Λέσβο και στην Κεντρική Μακεδονία.

Η ετήσια παραγωγική δυναμικότητα της εταιρείας υπερβαίνει συνολικά τους 200.000 τόνους, συγκεντρώνοντας το 92% της εγχώριας παραγωγής πρωτογενούς θαλασσινού αλατιού, καλύπτοντας περίπου το 60% των συνολικών εγχώριων αναγκών, με το υπόλοιπο να προέρχεται από εισαγωγές. Το στοιχείο αυτό αφενός υπογραμμίζει τον στρατηγικό ρόλο της εταιρείας στην εφοδιαστική αλυσίδα, αφετέρου αναδεικνύει τα περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης της θέσης μέσω επενδύσεων και αύξησης της παραγωγικότητας.

Το χαρτοφυλάκιο προϊόντων περιλαμβάνει αλάτι για τρόφιμα, οδική ασφάλεια και για βιομηχανικές χρήσεις, αλλά και προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως η αφρίνα (Fleur de Sel), προϊόν Πιστοποιημένης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) που παράγεται μόνο στην αλυκή Μεσολογγίου και απευθύνεται σε πιο εξειδικευμένες και απαιτητικές αγορές. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ποιοτικό προϊόν που συλλέγεται με το χέρι από εξειδικευμένους εργάτες και αποτελεί σήμα κατατεθέν της ελληνικής παράδοσης και προϊόν υψηλής αξίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύνολο των αλυκών υπάγεται στο δίκτυο Natura 2000, με ορισμένες από αυτές να αποτελούν τμήματα ευρύτερων υγροτόπων που προστατεύονται από τη διεθνή σύμβαση Ramsar.

Σημαντικό πλεονέκτημα για τον υποψήφιο επενδυτή αποτελεί η δυνατότητα διεύρυνσης του προϊοντικού χαρτοφυλακίου. Στρέφοντας την παραγωγή σε νέες κατηγορίες προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως αλάτι υψηλής καθαρότητας, βιομηχανικό και φαρμακευτικό αλάτι, προϊόντα αποχιονισμού και premium προϊόντα, η εταιρεία θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της εξάρτησης της χώρας από εισαγωγές και την ουσιαστική ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, συμβάλλοντας στη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής αγοράς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τα οικονομικά μεγέθη

Πίσω από το παραγωγικό αποτύπωμα, η Ελληνικές Αλυκές εμφανίζει μια εικόνα που ενισχύει το επενδυτικό ενδιαφέρον. Από το 2018, όταν εντάχθηκε στο χαρτοφυλάκιο του Υπερταμείου, η εταιρεία έχει καταγράψει σωρευτικά κέρδη ύψους 3,5 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για asset με λειτουργική ανθεκτικότητα.

Το αλάτι αποτελεί βασική πρώτη ύλη με πολλαπλές εφαρμογές (από τα τρόφιμα και τη χημική βιομηχανία έως την οδική ασφάλεια), γεγονός που περιορίζει τις έντονες διακυμάνσεις και προσφέρει προβλεψιμότητα εσόδων. Παράλληλα, η σημερινή θέση της Ελληνικές Αλυκές Α.Ε. στην εγχώρια αγορά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των αναγκών καλύπτεται ακόμη από εισαγωγές, δημιουργεί περιθώριο υποκατάστασης εισαγωγών και περαιτέρω ενίσχυσης του μεριδίου αγοράς.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο «κουμπώνει» το επενδυτικό αφήγημα του Υπερταμείου. Ο στρατηγικός επενδυτής που θα εισέλθει στο μετοχικό κεφάλαιο καλείται να αξιοποιήσει μια ήδη κερδοφόρα βάση και να προσθέσει επενδύσεις εκσυγχρονισμού, αυτοματοποίησης και εμπορικής αναβάθμισης, ώστε να βελτιωθούν τα περιθώρια και να ενισχυθεί η εξαγωγική δραστηριότητα. Η ύπαρξη προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως η αφρίνα, ανοίγει επίσης τον δρόμο για διαφοροποίηση και καλύτερη τιμολόγηση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: