ΗΠΑ-Ιράν: Το αδιέξοδο στα Στενά του Ορμούζ «σπρώχνει» ανοδικά τις τιμές του πετρελαίου
- 11/05/2026, 19:02
- SHARE
- Το Brent κινείται ξανά κοντά στα 103 δολάρια, καθώς το Ορμούζ παραμένει ουσιαστικά μπλοκαρισμένο.
- Η Τεχεράνη ζητά άρση του ναυτικού αποκλεισμού, αποζημιώσεις και αναγνώριση της κυριαρχίας της στα Στενά.
- Η Ουάσιγκτον πιέζεται από την άνοδο των τιμών ενέργειας, ενώ ο Τραμπ μεταφέρει το θέμα και στο Πεκίνο.
Η εύθραυστη ελπίδα ότι η αμερικανική πρόταση θα μπορούσε να ανοίξει έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων με το Ιράν εξανεμίστηκε σχεδόν αμέσως. Η Τεχεράνη απάντησε με ένα πακέτο όρων που μετατοπίζει τη συζήτηση από μια προσωρινή αποκλιμάκωση σε μια συνολική αναδιάταξη του πλαισίου ασφαλείας στην περιοχή.
Στον πυρήνα της ιρανικής θέσης βρίσκονται τρεις απαιτήσεις με υψηλό πολιτικό και στρατηγικό βάρος: ο τερματισμός του αποκλεισμού, η οικονομική αποζημίωση για τις ζημιές του πολέμου και η σαφής αναγνώριση της ιρανικής κυριαρχίας στα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, η Τεχεράνη ζητά απελευθέρωση δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, άρση κυρώσεων και διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υπάρξουν νέες επιθέσεις.
Η απάντηση του Λευκού Οίκου ήταν άμεση και απορριπτική. Ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε δημόσια την ιρανική πρόταση, χωρίς να αφήσει περιθώριο για την εντύπωση ότι επίκειται σύντομα συμφωνία, τροφοδοτώντας εκ νέου τις ανησυχίες ότι η κρίση θα παραταθεί.
Το Ορμούζ παραμένει το κλειδί
Το πραγματικό διακύβευμα, ωστόσο, δεν είναι μόνο διπλωματικό. Είναι βαθιά ενεργειακό. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ο πιο κρίσιμος θαλάσσιος δίαυλος για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου και LNG, και κάθε παρατεταμένη διαταραχή εκεί μεταφράζεται σχεδόν αυτόματα σε ανατιμήσεις, αστάθεια και ανατροπή των ισορροπιών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου περνούσε από αυτή τη στενή λωρίδα θάλασσας. Σήμερα, η κυκλοφορία έχει υποχωρήσει δραματικά. Η διέλευση δεξαμενόπλοιων γίνεται αποσπασματικά, υπό αυξημένο ρίσκο και με πρακτικές έκτακτης ανάγκης, όπως η απενεργοποίηση συστημάτων εντοπισμού για την αποφυγή πιθανών επιθέσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό στις τιμές. Το Brent κινήθηκε εκ νέου ανοδικά, προσεγγίζοντας τα 103 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές τιμολογούν όχι μόνο το παρόν έλλειμμα προσφοράς, αλλά κυρίως τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης ενεργειακής ασφυξίας.
Το κόστος περνά στην πραγματική οικονομία
Η παράταση της κρίσης δεν επηρεάζει μόνο traders, ναυτιλιακές και ενεργειακούς ομίλους. Αρχίζει να μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία, με άμεσο αντίκτυπο στο κόστος μεταφορών, στα καύσιμα, στον πληθωρισμό και τελικά στην καταναλωτική δαπάνη.
Η συρρίκνωση των εξαγωγών από την περιοχή έχει ήδη αναγκάσει παραγωγούς να περιορίσουν αποστολές, ενώ η παραγωγή του OPEC κατέγραψε νέα πτώση. Σε ένα περιβάλλον όπου οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να δίνουν μάχη με τις πληθωριστικές πιέσεις, κάθε νέο άλμα στις τιμές ενέργειας λειτουργεί ως παράγοντας αποσταθεροποίησης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πολιτική πίεση προς τον Τραμπ μεγαλώνει. Η αύξηση των τιμών της βενζίνης επηρεάζει άμεσα τα νοικοκυριά, σε μια περίοδο που η αμερικανική κυβέρνηση δεν διαθέτει μεγάλο περιθώριο για νέα ενεργειακά σοκ. Η σύγκρουση με το Ιράν δεν κρίνεται πια μόνο στα πεδία ισχύος της Μέσης Ανατολής, αλλά και στο εσωτερικό πολιτικό κόστος που συσσωρεύεται στην Ουάσιγκτον.
Η Κίνα μπαίνει πιο καθαρά στο κάδρο
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το Ιράν αναμένεται να βρεθεί ψηλά στην ατζέντα των συνομιλιών με τον Σι Τζινπίνγκ, καθώς η αμερικανική πλευρά επιδιώκει να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική επιρροή του Πεκίνου στην Τεχεράνη.
Το Πεκίνο, όμως, δεν είναι δεδομένο ότι θα ευθυγραμμιστεί με τις αμερικανικές προτεραιότητες. Αντιθέτως, μπορεί να αξιοποιήσει την παρούσα κρίση για να ενισχύσει τον δικό του ρόλο ως εναλλακτικού διαμεσολαβητή, αλλά και για να υπογραμμίσει το κόστος της αμερικανικής στρατηγικής στην περιφερειακή σταθερότητα.
Αυτό σημαίνει ότι η διπλωματία γύρω από το Ιράν παύει να είναι διμερές ζήτημα ΗΠΑ – Ιράν. Μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πεδίο ευρύτερου ανταγωνισμού επιρροής ανάμεσα σε Ουάσιγκτον, Πεκίνο και τις περιφερειακές δυνάμεις του Κόλπου.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
Πηγή: reuters.com