Οι boomers κέρδισαν το ευρωπαϊκό όνειρο – Και άφησαν τον λογαριασμό στους νέους

Οι boomers κέρδισαν το ευρωπαϊκό όνειρο – Και άφησαν τον λογαριασμό στους νέους
Photo: Shutterstock
Οι τιμές των ακινήτων, το βάρος των συντάξεων και η γήρανση του πληθυσμού έχουν μετατρέψει την ευρωπαϊκή οικονομία σε πεδίο σύγκρουσης γενεών, με τους νεότερους εργαζόμενους να σηκώνουν όλο και μεγαλύτερο κόστος.
  • Οι νεότερες γενιές στην Ευρώπη δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία, καθώς οι τιμές των ακινήτων και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα.
  • Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος πιέζεται από το κόστος της γήρανσης, με τις συντάξεις και την υγεία να απορροφούν τεράστιο μέρος του ΑΕΠ.
  • Σύμφωνα με τον Economist, οι baby boomers ευνοήθηκαν από φθηνή κατοικία, γενναιόδωρες συντάξεις και ευνοϊκή δημογραφία, ενώ οι νέοι καλούνται τώρα να χρηματοδοτήσουν ένα σύστημα που δυσκολεύεται να σταθεί.

Οι ανισότητες στην Ευρώπη δεν είναι πλέον μόνο γεωγραφικές. Πριν από μερικές δεκαετίες, η οικονομική απόσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό οριζόντια: η πλούσια Δυτική Ευρώπη από τη μία πλευρά, η φτωχότερη Ανατολική Ευρώπη από την άλλη. Σήμερα, όμως, η ανισότητα έχει αποκτήσει μια πιο προσωπική και κάθετη διάσταση. Είναι ορατή μέσα στις ίδιες τις οικογένειες.

Οι γονείς και οι παππούδες που αγόρασαν σπίτια σε πολύ χαμηλότερες τιμές, βγήκαν στη σύνταξη σχετικά νωρίς και επωφελήθηκαν από ένα γενναιόδωρο κοινωνικό κράτος, βρίσκονται απέναντι σε μια νέα γενιά εργαζομένων που πληρώνει υψηλούς φόρους, δυσκολεύεται να αποταμιεύσει και συχνά δεν μπορεί να φύγει από το πατρικό της σπίτι.

Σύμφωνα με τον Economist, οι νέοι Ευρωπαίοι αισθάνονται όλο και περισσότερο ότι συμμετέχουν άθελά τους σε ένα σύστημα που μοιάζει με «πυραμίδα»: οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών ηλικιωμένων, με την προσδοκία ότι οι επόμενες γενιές θα κάνουν το ίδιο για εκείνους.

Η γενιά που ευνοήθηκε από την ιστορία

Οι baby boomers, όσοι γεννήθηκαν στις δύο δεκαετίες μετά το 1945, μεγάλωσαν σε μια Ευρώπη που ανοικοδομούνταν, πλούτιζε και επεκτεινόταν κοινωνικά. Για πολλούς, η γενιά αυτή ταυτίστηκε με την ειρήνη, την ευημερία, την πολιτιστική απελευθέρωση και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

Ωστόσο, η οικονομική αποτίμηση της κληρονομιάς τους είναι πιο σύνθετη. Ο Economist υποστηρίζει ότι οι boomers εξασφάλισαν για τους εαυτούς τους γενναιόδωρες συντάξεις και σημαντικά περιουσιακά οφέλη, στηριζόμενοι σε δημογραφικές και οικονομικές συνθήκες που σήμερα έχουν ανατραπεί.

Την περίοδο που οι ίδιοι εργάζονταν, οι οικονομίες αναπτύσσονταν, οι πληθυσμοί αυξάνονταν και η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους ήταν πολύ πιο ευνοϊκή. Σήμερα, οι νεότεροι καλούνται να χρηματοδοτήσουν ένα σύστημα σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες: χαμηλότερη ανάπτυξη, ακριβότερη κατοικία, γηράσκοντες πληθυσμούς και πιεσμένα δημόσια οικονομικά.

Η κατοικία ως σύμβολο της ανισότητας

Ο πιο εμφανής πυλώνας της διαγενεακής ανισότητας είναι η κατοικία. Οι boomers αγόρασαν ακίνητα σε πολύ χαμηλότερες τιμές, ακόμη και αν τα στεγαστικά επιτόκια της εποχής ήταν υψηλά. Με την πάροδο των δεκαετιών, οι αξίες των κατοικιών εκτοξεύθηκαν, δημιουργώντας τεράστιο πλούτο για όσους είχαν ήδη αποκτήσει ακίνητη περιουσία.

Για τις νεότερες γενιές, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Οι τιμές των κατοικιών στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί σημαντικά ακόμη και σε πραγματικούς όρους, ενώ τα ενοίκια κινούνται ταχύτερα από τα εισοδήματα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αγορά κατοικίας έχει γίνει απρόσιτη για πολλούς νέους εργαζόμενους.

Εάν κάποτε η ιδιοκτησία κατοικίας ήταν ο βασικός δρόμος προς την οικονομική ανεξαρτησία, σήμερα η κληρονομιά φαίνεται να παίζει ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο. Αυτό δημιουργεί μια νέα μορφή ανισότητας: όχι μόνο ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, αλλά ανάμεσα σε όσους θα κληρονομήσουν περιουσία και σε όσους δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Το βάρος των συντάξεων

Η δεύτερη μεγάλη πηγή πίεσης είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι σημερινές συντάξεις χρηματοδοτούνται κυρίως από τις εισφορές των σημερινών εργαζομένων. Το μοντέλο αυτό λειτουργούσε όσο ο πληθυσμός αυξανόταν και οι εργαζόμενοι ήταν πολλοί σε σχέση με τους συνταξιούχους.

Σήμερα, όμως, η δημογραφική εξίσωση έχει αλλάξει. Η Ευρώπη γερνά, οι γεννήσεις μειώνονται και η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους επιδεινώνεται. Το 1960, σε κάθε συνταξιούχο στη Δυτική Ευρώπη αντιστοιχούσαν περισσότεροι από πέντε εργαζόμενοι. Σήμερα, η αναλογία είναι περίπου ένας συνταξιούχος προς 2,5 εργαζομένους.

Αυτό σημαίνει ότι οι σημερινοί εργαζόμενοι καλούνται να πληρώνουν για τις συντάξεις των γονιών τους, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να αποταμιεύουν και για το δικό τους μέλλον. Το βάρος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή οι δημόσιοι πόροι που κατευθύνονται σε συντάξεις και δαπάνες γήρανσης περιορίζουν τα διαθέσιμα κονδύλια για παιδεία, καινοτομία, υποδομές και ανάπτυξη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί η Ευρώπη πιέζεται περισσότερο

Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ευρωπαϊκό, αλλά στην Ευρώπη εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση. Σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία ή η Νότια Κορέα, οι ηλικιωμένοι στηρίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στην εργασία, σε ιδιωτικές αποταμιεύσεις ή σε ιδιωτικά συνταξιοδοτικά σχήματα.

Στην Ευρώπη, αντίθετα, το κοινωνικό κράτος παραμένει ο βασικός μηχανισμός στήριξης της συνταξιοδότησης. Αυτό προσφέρει ασφάλεια στους ηλικιωμένους, αλλά δημιουργεί μεγάλη πίεση στους νεότερους εργαζόμενους και στα κρατικά ταμεία.

Παράλληλα, το ευρωπαϊκό μοντέλο διοχετεύει λιγότερα κεφάλαια σε παραγωγικές επενδύσεις. Στις ΗΠΑ, τα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά κεφάλαια χρηματοδοτούν venture capital, private equity και επιχειρηματική ανάπτυξη. Στην Ευρώπη, μεγάλο μέρος των εισφορών χρησιμοποιείται άμεσα για την πληρωμή των σημερινών συντάξεων.

Η πολιτική δύναμη των ηλικιωμένων

Καθώς ο ευρωπαϊκός πληθυσμός γερνά, οι πολιτικοί έχουν ισχυρό κίνητρο να προστατεύουν τα συμφέροντα των μεγαλύτερων ηλικιών. Οι συνταξιούχοι ψηφίζουν μαζικά, οργανωμένα και σταθερά. Οι νέοι, αντίθετα, έχουν συχνά μικρότερη εκλογική συμμετοχή και πιο κατακερματισμένες προτεραιότητες.

Έτσι, όταν τα δημόσια οικονομικά είναι περιορισμένα, οι κυβερνήσεις βρίσκουν ευκολότερα χρήματα για να προστατεύσουν τις συντάξεις και την αξία των κατοικιών, παρά για να επενδύσουν σε παιδεία, στέγαση, καινοτομία ή πολιτικές υπέρ των νέων οικογενειών.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία, καθυστερούν τη δημιουργία οικογένειας, κάνουν λιγότερα παιδιά και επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο το δημογραφικό πρόβλημα που πιέζει το σύστημα.

Το μεταναστευτικό δίλημμα

Μία πιθανή λύση για τη βελτίωση της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους είναι η ένταξη περισσότερων μεταναστών στην αγορά εργασίας. Περισσότεροι εργαζόμενοι σημαίνουν περισσότερες εισφορές, μεγαλύτερη παραγωγική βάση και μικρότερη πίεση στα ασφαλιστικά συστήματα.

Ωστόσο, το μεταναστευτικό έχει αποδειχθεί ένα από τα πιο πολιτικά τοξικά ζητήματα στην Ευρώπη. Σε πολλές χώρες, η αντίδραση των ψηφοφόρων περιορίζει τα περιθώρια των κυβερνήσεων να χρησιμοποιήσουν τη μετανάστευση ως εργαλείο δημογραφικής και οικονομικής εξισορρόπησης.

Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: χρειάζεται περισσότερους εργαζόμενους για να στηρίξει το κοινωνικό της μοντέλο, αλλά δυσκολεύεται πολιτικά να αποδεχθεί τις αλλαγές που θα απαιτούσε μια πιο ανοιχτή μεταναστευτική πολιτική.

Η σύγκρουση γενεών ως οικονομικό πρόβλημα

Η ανάλυση του Economist δεν παρουσιάζει τους baby boomers απλώς ως μια ευνοημένη γενιά. Τους παρουσιάζει ως μια γενιά που κληρονόμησε μια Ευρώπη σε ανοικοδόμηση και παραδίδει μια ήπειρο που χρειάζεται επειγόντως επισκευή: δημοσιονομική, δημογραφική και αναπτυξιακή.

Η διαγενεακή ανισότητα δεν αφορά μόνο το αν οι νέοι έχουν λιγότερα χρήματα από τους γονείς τους. Αφορά το εάν το ευρωπαϊκό μοντέλο μπορεί να συνεχίσει να υπόσχεται κοινωνική ασφάλεια, οικονομική πρόοδο και αξιοπρεπή ζωή σε όλες τις γενιές.

Για τους σημερινούς νέους, το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα μπορέσουν να απολαύσουν το επίπεδο ζωής που είδαν στους γονείς τους. Για την Ευρώπη, το ερώτημα είναι ακόμη μεγαλύτερο: αν μπορεί να μεταρρυθμίσει το κοινωνικό της κράτος χωρίς να διαρρήξει την κοινωνική συνοχή που το έκανε ιστορικά ελκυστικό.

Όσο το κόστος της γήρανσης αυξάνεται και οι επενδύσεις στο μέλλον περιορίζονται, η σύγκρουση γενεών δεν θα είναι απλώς κοινωνικό αφήγημα. Θα είναι ένας από τους βασικούς οικονομικούς και πολιτικούς κινδύνους για την Ευρώπη των επόμενων δεκαετιών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: