Προτεινόμενη αλλαγή στις ΗΠΑ θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις online πωλήσεις όπλων – Στο επίκεντρο η GrabAGun του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ
- 03/07/2026, 17:30
- SHARE
- Η ATF προτείνει να επιτρέπεται η απευθείας αποστολή όπλων στους αγοραστές, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και μετά από έλεγχο ιστορικού.
- Η αλλαγή θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά τις online πωλήσεις όπλων, ευνοώντας εταιρείες όπως η GrabAGun, στην οποία συμμετέχει ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
- Οργανώσεις για τον έλεγχο της οπλοκατοχής και μικροί έμποροι όπλων εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια και τις επιπτώσεις στην αγορά.
Μία νέα ρυθμιστική πρόταση του αμερικανικού Γραφείου Αλκοόλ, Καπνού, Πυροβόλων Όπλων και Εκρηκτικών (ATF) θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο αγοράς πυροβόλων όπλων στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιτρέποντας –υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις– την απευθείας αποστολή όπλων στις κατοικίες των αγοραστών.
Η αλλαγή θεωρείται από αναλυτές ως μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις στην αμερικανική αγορά όπλων των τελευταίων δεκαετιών και ενδέχεται να ωφελήσει ιδιαίτερα την GrabAGun, μία από τις μεγαλύτερες online πλατφόρμες πώλησης όπλων στις ΗΠΑ.
Στην εταιρεία συμμετέχει ως μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, γιος του προέδρου των ΗΠΑ, γεγονός που έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις.
Τι προβλέπει η νέα πρόταση
Σήμερα, όσοι αγοράζουν όπλα μέσω διαδικτύου υποχρεούνται να παραλαμβάνουν το προϊόν από αδειοδοτημένο κατάστημα, όπου πραγματοποιείται αυτοπροσώπως ο έλεγχος ιστορικού (background check).
Η πρόταση της ATF προβλέπει ότι οι αδειοδοτημένοι έμποροι θα μπορούν να αποστέλλουν απευθείας τα όπλα σε κατοίκους της ίδιας πολιτείας, εφόσον προηγηθούν:
- ηλεκτρονική επαλήθευση ταυτότητας,
- έλεγχος ποινικού ιστορικού,
- επταήμερη περίοδος αναμονής, και
- ενημέρωση των τοπικών αρχών επιβολής του νόμου.
Η υπηρεσία εκτιμά ότι περίπου 3,3 εκατ. αγοραστές όπλων ετησίως θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το νέο σύστημα, εξοικονομώντας συνολικά πάνω από 100 εκατ. δολάρια σε χρόνο και έξοδα μετακίνησης.
Πώς μπορεί να ωφεληθεί η GrabAGun
Η GrabAGun, που ιδρύθηκε το 2010, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες online εταιρείες λιανικής πώλησης όπλων στις ΗΠΑ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ έγινε ένα από τα πιο προβεβλημένα πρόσωπα της εταιρείας όταν αυτή εισήχθη στο χρηματιστήριο το 2024 μέσω συγχώνευσης με εταιρεία ειδικού σκοπού (SPAC), σε συμφωνία που απέφερε περίπου 119 εκατ. δολάρια.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Τραμπ Τζούνιορ κατέχει περισσότερες από 300.000 μετοχές της εταιρείας, οι οποίες σήμερα αποτιμώνται σε περίπου 700.000 δολάρια, έναντι αξίας άνω των 5 εκατ. δολαρίων πριν από έναν χρόνο, μετά τη σημαντική πτώση της μετοχής.
Εκπρόσωπός του δήλωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ δεν είχε καμία εμπλοκή στη διαμόρφωση της πρότασης της ATF και ότι δεν παρεμβαίνει στις αποφάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σχετικά με εταιρείες στις οποίες επενδύει.
Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της GrabAGun, Μαρκ Νεμάτι, δήλωσε ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο Τραμπ Τζούνιορ γνώριζαν εκ των προτέρων για την πρόταση, αν και αναγνώρισε ότι η εταιρεία θα μπορούσε να επωφεληθεί σημαντικά εφόσον αυτή εγκριθεί.
Αντιδράσεις για την ασφάλεια και τον ανταγωνισμό
Η προτεινόμενη αλλαγή έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο από οργανώσεις υπέρ του ελέγχου της οπλοκατοχής όσο και από μικρούς εμπόρους όπλων.
Οργανώσεις όπως οι Everytown for Gun Safety, Brady και Giffords υποστηρίζουν ότι η κατ’ οίκον αποστολή όπλων αυξάνει τον κίνδυνο παράνομων μεταπωλήσεων, κλοπών κατά τη μεταφορά και αγορών μέσω παρένθετων προσώπων.
Παράλληλα, μικρά καταστήματα όπλων εκφράζουν ανησυχίες ότι θα χάσουν σημαντικά έσοδα από τις χρεώσεις μεταφοράς και τους ελέγχους ιστορικού που πραγματοποιούνται σήμερα στα φυσικά τους καταστήματα.
Η Κρίσταλ Σάντος, υπεύθυνη λειτουργίας του καταστήματος Bow & Barrel Sportsmen Center στο Μιζούρι, δήλωσε ότι οι έμπειροι υπάλληλοι μπορούν να εντοπίσουν ύποπτες αγορές μέσω της προσωπικής επαφής, κάτι που, όπως υποστηρίζει, δεν μπορεί να αντικαταστήσει η ηλεκτρονική διαδικασία.
Η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη
Η πρόταση της ATF βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις αρχές Αυγούστου και δεν αναμένεται να οριστικοποιηθεί πριν από τα τέλη του 2026 ή τις αρχές του 2027.
Μέχρι τότε, το περιεχόμενό της μπορεί να τροποποιηθεί ή ακόμη και να αποσυρθεί, ενώ η δημόσια συζήτηση γύρω από τις επιπτώσεις της στην αγορά όπλων και στη δημόσια ασφάλεια αναμένεται να ενταθεί.