Πώς η Ελλάδα εδραιώνεται ως ενεργειακός κόμβος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης
- 12/07/2026, 08:44
- SHARE
- Οι ελληνικοί ενεργειακοί όμιλοι ενισχύουν τις εξαγωγές πετρελαιοειδών, ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.
- Η Ελλάδα εξελίσσεται σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας και περιφερειακό ενεργειακό κόμβο.
- Helleniq Energy, Motor Oil και ο «κάθετος διάδρομος» φυσικού αερίου ενισχύουν τη θέση της χώρας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Από τα καύσιμα και την ηλεκτρική ενέργεια έως το φυσικό αέριο, οι ελληνικές ενεργειακές επιχειρήσεις ενισχύουν σταθερά τον ρόλο τους ως βασικοί προμηθευτές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Με όχημα τη γεωγραφική θέση της χώρας, τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τα πλεονεκτήματα της εγχώριας παραγωγής και τη στρατηγική της ενεργειακής διπλωματίας, παραγωγοί, έμποροι και διαχειριστές δικτύων διευρύνουν το εξαγωγικό τους αποτύπωμα, αξιοποιώντας τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση στις αγορές της περιοχής.
Στον κλάδο των διυλιστηρίων, που είναι παραδοσιακά εξαγωγικός, οι ισχυρές επιδόσεις συνεχίστηκαν και το 2025. Η Helleniq Energy, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη γενική συνέλευση των μετόχων, εξήγαγε την τελευταία τριετία κατά μέσο όρο 8 εκατ. τόνους ετησίως. Ειδικά στη ΝΑ Ευρώπη οι εξαγωγές ξεπερνούν τα 2 εκατ. τόνους ετησίως (Μαυροβούνιο: 288 εκατ., Σερβία: 123 εκατ., Βουλγαρία: 245 εκατ., Κύπρος: 449 εκατ. και Βόρεια Μακεδονία: 953 εκατ.), όπου εξέλιξη αποφασιστικής σημασίας αποτέλεσε η επαναλειτουργία του αγωγού Θεσσαλονίκης – Σκοπίων VARDAX για τη μεταφορά ντίζελ κίνησης προς την τοπική αλλά και την ευρύτερη αγορά της περιοχής.
Η Motor Oil εξήγαγε το 2025 8,8 εκατ. μετρικούς τόνους καυσίμων, ενώ οι πωλήσεις στην εσωτερική αγορά πλησίασαν τα 4 εκατ. μετρικούς τόνους. Όπως σημειώνεται στην ετήσια οικονομική έκθεση, οι πωλήσεις εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένης της ναυτιλίας, αντιστοιχούσαν στο 74,17% του συνολικού όγκου πωλήσεων, έναντι 80,58% το 2024, επιβεβαιώνοντας τον έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα του ομίλου. Η Motor Oil εξάγει προϊόντα σε περισσότερες από 65 χώρες και διαθέτει παρουσία στη λιανική αγορά, μεταξύ άλλων, σε Κύπρο, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο, Αλβανία και Κροατία.
Στην ηλεκτρική ενέργεια καταγράφεται εντυπωσιακή μεταστροφή του ελληνικού συστήματος από εισαγωγικό σε εξαγωγικό, με επιδόσεις που συγκαταλέγονται στις υψηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακόμη και σε απόλυτα μεγέθη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει παρουσιάσει ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, το 2019 η Ελλάδα εισήγαγε περίπου 10 TWh ηλεκτρικής ενέργειας, ποσότητα που κάλυπτε το 18% των αναγκών της. Το 2024 η χώρα έγινε οριακά καθαρός εξαγωγέας, το 2025 οι καθαρές εξαγωγές έφθασαν τις 3 TWh, ενώ το 2026 η Ελλάδα κατατάσσεται πέμπτη στην Ευρώπη σε καθαρές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Η μεταστροφή αυτή αποτυπώνεται και σε οικονομικούς όρους. Την περίοδο 2014-2019 η Ελλάδα δαπανούσε περίπου 300 εκατ. ευρώ ετησίως για εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2025 το ισοζύγιο μετατράπηκε σε εμπορικό πλεόνασμα ύψους 262 εκατ. ευρώ, ενώ μόνο στο πρώτο τετράμηνο του 2026 το πλεόνασμα διαμορφώθηκε στα 341 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας ήδη την επίδοση ολόκληρου του προηγούμενου έτους.
Στο φυσικό αέριο οι εξαγωγές μέσω του ελληνικού συστήματος το 2025 τριπλασιάστηκαν σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, φθάνοντας στις 8,6 TWh. Είχε προηγηθεί το ιστορικό υψηλό του 2023 με 16,7 TWh, ενώ το 2024 καταγράφηκε υποχώρηση στις 2,9 TWh. Η ανοδική τάση συνεχίζεται και το 2026, καθώς κατά το πρώτο εξάμηνο οι εξαγωγές έφθασαν τις 8,72 TWh, έναντι 2,86 TWh την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω ενίσχυση των εξαγωγών φυσικού αερίου διαδραματίζει ο λεγόμενος «κάθετος διάδρομος», μέσω του οποίου υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) που εισάγεται στην Ελλάδα αεριοποιείται και διοχετεύεται στις αγορές της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σημαντική ώθηση έδωσε η συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Μάρτιο μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς Ελλάδας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Μολδαβίας και Ουκρανίας, με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία μείωσε το κόστος μεταφοράς και ενίσχυσε την ανταγωνιστικότητα της διαδρομής. Το αυξημένο ενδιαφέρον της αγοράς αποτυπώθηκε και στις πρόσφατες δημοπρασίες δέσμευσης δυναμικότητας, όπου οι ενδιαφερόμενες εταιρείες εξασφάλισαν σχεδόν το 50% της διαθέσιμης εξαγωγικής δυναμικότητας έως το 2030.