Τζέιμι Ντάιμον: «Δεν θα αγόραζα τώρα ούτε μετοχές ούτε μακροπρόθεσμα ομόλογα»
- 23/07/2026, 19:01
- SHARE
Η ανθεκτικότητα των διεθνών αγορών απέναντι στους πολέμους, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τα διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα μπορεί να δημιουργεί μια παραπλανητική αίσθηση ασφάλειας, σύμφωνα με τον Τζέιμι Ντάιμον.
Ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, της μεγαλύτερης αμερικανικής τράπεζας βάσει ενεργητικού, υποστήριξε ότι οι σημερινές τιμές των περιουσιακών στοιχείων δεν αντανακλούν πλήρως το εύρος των κινδύνων που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία.
Οι τοποθετήσεις έγιναν στο «The Master Investor Podcast» με τον Γουίλφρεντ Φροστ. Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουλίου στην Ουάσιγκτον και κάλυψε τις αγορές, το αμερικανικό χρέος, την τεχνητή νοημοσύνη και τη γεωπολιτική.
Ο Ντάιμον ανέφερε ότι είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς ποια γεγονότα έχουν ήδη ενσωματωθεί στις τιμές. Εκτίμησε, όμως, ότι οι κίνδυνοι είναι πιθανότατα μεγαλύτεροι από όσο πιστεύουν οι περισσότεροι επενδυτές.
Οι τέσσερις πηγές ανησυχίας
Στο επίκεντρο των προβληματισμών του βρίσκονται ο πόλεμος στην Ουκρανία, η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας.
Στους παράγοντες αυτούς προστίθεται η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, την ώρα που οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να εμφανίζουν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η παγκόσμια οικονομία έχει αποδειχθεί περισσότερο ανθεκτική από ό,τι σε προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις. Η μικρότερη εξάρτηση από συγκεκριμένες πηγές πετρελαίου, οι μεγαλύτερες δυνατότητες εναλλακτικού εφοδιασμού και η ευελιξία των επιχειρήσεων περιορίζουν ορισμένες από τις άμεσες επιπτώσεις.
Αυτό δεν σημαίνει, σύμφωνα με τον Ντάιμον, ότι έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος ενός σημείου καμπής. Ένα μεμονωμένο γεγονός μπορεί να μην αρκεί για να ανατρέψει την αγορά, αλλά η συσσώρευση πολλών πιέσεων μπορεί τελικά να προκαλέσει μια απότομη αλλαγή του επενδυτικού κλίματος.
Γιατί δεν θα αγόραζε ολόκληρη την αγορά
Ο Ντάιμον εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός για τις σημερινές αποτιμήσεις των αμερικανικών μετοχών.
Διευκρίνισε ότι θα μπορούσε να επενδύσει σε μια συγκεκριμένη εταιρεία εάν εντόπιζε μια πραγματικά εξαιρετική ευκαιρία. Δεν θα τοποθετούσε, όμως, νέα κεφάλαια στο σύνολο της αγοράς ή στον S&P 500 στα σημερινά επίπεδα.
Η δήλωσή του αποτελεί προσωπική επενδυτική άποψη και όχι επίσημη σύσταση της JPMorgan προς τους πελάτες της. Οι αναλυτές και οι διαχειριστές της τράπεζας μπορεί να έχουν διαφορετικές εκτιμήσεις ανάλογα με τον χρονικό ορίζοντα και το προφίλ κινδύνου κάθε επενδυτή.
Ο S&P 500 έχει ενισχυθεί σχεδόν κατά 10% από την αρχή του έτους και παραμένει κοντά σε ιστορικά υψηλά. Η άνοδος στηρίζεται στην αισιοδοξία για την τεχνητή νοημοσύνη, στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και στη διατήρηση της ανθεκτικότητας της αμερικανικής οικονομίας.
Οι υψηλές αποτιμήσεις, όμως, αφήνουν μικρότερο περιθώριο για αρνητικές εκπλήξεις. Εάν τα εταιρικά κέρδη απογοητεύσουν ή οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ενταθούν, η προσαρμογή των τιμών μπορεί να είναι ισχυρότερη.
«Δεν θα αγόραζα» μακροπρόθεσμα ομόλογα
Ακόμη πιο ξεκάθαρη ήταν η απάντηση του Ντάιμον για τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Ερωτηθείς εάν θα τα αγόραζε στα σημερινά επίπεδα, απάντησε ότι προσωπικά δεν θα ήταν αγοραστής. Δήλωσε επίσης ότι δεν αντιλαμβάνεται ποιο είναι το σημαντικό περιθώριο ανόδου που προσφέρουν.
Κατά την εκτίμησή του, ακόμη και εάν ο πληθωρισμός επιστρέψει στον στόχο του 2% της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου θα ήταν λογικό να βρίσκεται μεταξύ 4% και 4,5%. Για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια ανέφερε ένα εύρος μεταξύ 3,25% και 3,5%.
Η τοποθέτησή του για τα ομόλογα περιλαμβάνεται στην πλήρη περιγραφή του επεισοδίου, όπου επισημαίνεται ότι δεν θα ήταν αγοραστής μακροπρόθεσμου κρατικού χρέους.
Πώς οι υψηλότερες αποδόσεις πιέζουν τις τιμές
Οι τιμές των υφιστάμενων ομολόγων κινούνται αντίστροφα από τις αποδόσεις τους.
Εάν οι επενδυτές αρχίσουν να απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν νέο αμερικανικό χρέος, τα παλαιότερα ομόλογα με χαμηλότερο κουπόνι γίνονται λιγότερο ελκυστικά. Η τιμή τους πρέπει επομένως να μειωθεί, ώστε η συνολική απόδοσή τους να ευθυγραμμιστεί με τις νέες συνθήκες της αγοράς.
Το ρίσκο είναι μεγαλύτερο για τα ομόλογα μεγάλης διάρκειας, επειδή η αξία τους επηρεάζεται εντονότερα από μεταβολές στα επιτόκια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η προειδοποίηση του Ντάιμον επικεντρώνεται κυρίως στο μακροπρόθεσμο χρέος.
Η αποχή από τα ομόλογα δεν σημαίνει ότι αμφισβητεί τη δυνατότητα των ΗΠΑ να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους. Η ανησυχία αφορά περισσότερο την τιμή αγοράς και την πιθανότητα μελλοντικής ανόδου των αποδόσεων.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα θα γίνει πρόβλημα
Ο Ντάιμον επανέλαβε την προειδοποίησή του για τη συνεχή διόγκωση του αμερικανικού δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Όσο το αμερικανικό Δημόσιο εκδίδει μεγαλύτερες ποσότητες χρέους, χρειάζεται σταθερή ή αυξανόμενη ζήτηση από επενδυτές, τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και ξένες κεντρικές τράπεζες. Εάν η ζήτηση δεν ακολουθήσει την προσφορά, οι αποδόσεις θα πρέπει να αυξηθούν για να προσελκύσουν αγοραστές.
Ο επικεφαλής της JPMorgan εκτιμά ότι κάποια στιγμή οι επενδυτές θα απαιτήσουν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον πληθωριστικό και δημοσιονομικό κίνδυνο. Αυτό θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους, αλλά και τα επιτόκια για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Δεν προσδιόρισε πότε θα εμφανιστεί αυτό το πρόβλημα. Η αδυναμία πρόβλεψης του χρονικού σημείου αποτελεί, άλλωστε, βασικό μέρος της προειδοποίησής του: οι αγορές μπορούν να αγνοούν μια ανισορροπία για μεγάλο διάστημα και στη συνέχεια να αντιδράσουν απότομα.
Αισιοδοξία για την AI, αλλά όχι για όλους
Για την τεχνητή νοημοσύνη, ο Ντάιμον απέφυγε τόσο την πλήρη απαξίωση όσο και τον άκριτο ενθουσιασμό.
Εκτιμά ότι οι σημερινές τεράστιες επενδύσεις πιθανότατα θα δημιουργήσουν σημαντική μακροπρόθεσμη αξία. Θεωρεί όμως απίθανο να αποδώσουν ακριβώς με τον τρόπο και στο χρονοδιάγραμμα που περιμένουν σήμερα οι επενδυτές.
Παρομοίασε την τρέχουσα περίοδο με τα πρώτα χρόνια του διαδικτύου. Η νέα τεχνολογία άλλαξε πράγματι την οικονομία, αλλά αρκετές από τις εταιρείες που κυριάρχησαν στην αρχική φάση δεν εξελίχθηκαν στους τελικούς νικητές.
Η Yahoo και η Netscape αποτέλεσαν πρωταγωνιστές της πρώτης περιόδου, αλλά στη συνέχεια υποχώρησαν. Αντίθετα, εταιρείες όπως η Google και το Facebook αναδείχθηκαν αργότερα.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στην τεχνητή νοημοσύνη. Η τεχνολογία ενδέχεται να δικαιώσει τις υψηλές μακροπρόθεσμες προσδοκίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε εταιρεία που προσελκύει σήμερα κεφάλαια θα μετατραπεί σε κερδοφόρο ηγέτη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: Η δημοσιονομική πειθαρχία «κλειδί» για χαμηλό κόστος δανεισμού της Ελλάδας
- Ελληνικές τράπεζες: Οι νέες τιμές-στόχοι της Goldman Sachs και οι τρεις επιλογές για αγορά
- Νίκος Χαρδαλιάς: «Ξεκινάει το AENAON το φθινόπωρο – Δημιουργούμε το μεγαλύτερο μέτωπο πρασίνου στη Μεσόγειο»
- Οι αριθμοί μετρούν, όμως οι άνθρωποι τους δημιουργούν
- Μost Admired Companies in Greece: Οι εταιρείες που ξεχώρισαν το 2026