Η ΕΕ βάζει τέλος στην καταστροφή απούλητων ρούχων – Πονοκέφαλος για LVMH, Prada και Chanel

Η ΕΕ βάζει τέλος στην καταστροφή απούλητων ρούχων – Πονοκέφαλος για LVMH, Prada και Chanel
Photo: Shutterstock
Η νέα απαγόρευση αναγκάζει τους μεγάλους οίκους μόδας να επανεξετάσουν την παραγωγή, τα αποθέματα και τις εκπτώσεις τους, απειλώντας το μοντέλο της ελεγχόμενης σπανιότητας.
  • Από τις 19 Ιουλίου 2026, οι μεγάλες επιχειρήσεις στην ΕΕ δεν μπορούν να καταστρέφουν απούλητα ενδύματα, αξεσουάρ και υποδήματα.
  • Όμιλοι όπως οι LVMH, Prada και Chanel καλούνται να περιορίσουν την υπερπαραγωγή και να στραφούν σε εκπτώσεις, δωρεές, επισκευές και ανακύκλωση.
  • Στην Ευρώπη καταστρέφεται πριν χρησιμοποιηθεί έως και το 9% των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, ποσότητα που μπορεί να φτάνει τους 594.000 τόνους ετησίως.

Νέα δεδομένα για τη βιομηχανία της μόδας και κυρίως για τους μεγάλους οίκους πολυτελείας δημιουργεί η ευρωπαϊκή απαγόρευση καταστροφής απούλητων ενδυμάτων, αξεσουάρ και υποδημάτων, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή για τις μεγάλες επιχειρήσεις στις 19 Ιουλίου 2026. Η απαγόρευση θα επεκταθεί στις μεσαίες επιχειρήσεις στις 19 Ιουλίου 2030.

Όμιλοι όπως οι LVMH, Prada, Chanel και Inditex δεν θα μπορούν πλέον να οδηγούν στην αποτέφρωση, στην υγειονομική ταφή ή σε άλλες μορφές καταστροφής προϊόντα που παρέμειναν απούλητα ή επιστράφηκαν από τους καταναλωτές.

Αντίθετα, θα πρέπει να περιορίσουν εξαρχής την παραγωγή τους, να διατηρούν τα προϊόντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή να αναζητούν εναλλακτικά κανάλια διάθεσης, όπως ελεγχόμενες εκπτώσεις, outlets, δωρεές, επισκευές, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση.

Το μέτρο αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού Κανονισμού για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων, ο οποίος αντιμετωπίζει την καταστροφή αχρησιμοποίητων αγαθών ως σημαντική σπατάλη πόρων και ενέργειας.

Για τους οίκους πολυτελείας, ωστόσο, η αλλαγή δεν περιορίζεται σε ένα ακόμη περιβαλλοντικό κόστος συμμόρφωσης. Αγγίζει την καρδιά του επιχειρηματικού τους μοντέλου: τη σπανιότητα.

Το τέλος ενός «αθέατου» εργαλείου

Η καταστροφή απούλητων προϊόντων αποτελούσε επί χρόνια ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα εργαλεία διαχείρισης αποθεμάτων της βιομηχανίας της μόδας.

Για ένα luxury brand, η ανεξέλεγκτη κυκλοφορία προϊόντων σε μεγάλες εκπτώσεις ή στη δευτερογενή αγορά μπορεί να υπονομεύσει την αποκλειστικότητα στην οποία στηρίζονται η εικόνα, η επιθυμητότητα και η τιμολόγηση του εμπορικού σήματος.

Ένα προϊόν που διατίθεται μαζικά και πωλείται στο μισό της αρχικής τιμής παύει να θεωρείται εξίσου σπάνιο. Η καταστροφή των πλεονασμάτων επέτρεπε στις εταιρείες να προστατεύουν την εικόνα τους και να αποφεύγουν την υπερβολική προσφορά στην αγορά.

Η νέα απαγόρευση αφαιρεί αυτή τη «βαλβίδα ασφαλείας», υποχρεώνοντας τους ομίλους να επιλέξουν ανάμεσα σε υψηλότερα κόστη αποθήκευσης, περισσότερες πωλήσεις με έκπτωση και χαμηλότερη παραγωγή.

Καμία από τις εναλλακτικές δεν είναι ανώδυνη. Η επισκευή, η ανάκτηση υλικών και η μακροχρόνια φύλαξη αυξάνουν το κόστος, ενώ η διοχέτευση περισσότερων προϊόντων σε outlets μπορεί να ασκήσει πίεση στις τιμές και να τροφοδοτήσει την παράλληλη αγορά.

Η Chanel και η διαχείριση των απούλητων προϊόντων

Τις διαστάσεις της πρακτικής ανέδειξε δικαστική υπόθεση στο Χονγκ Κονγκ, από την οποία προέκυψε ότι η Chanel κατέστρεφε συστηματικά χιλιάδες απούλητα προϊόντα στο πλαίσιο της διαχείρισης των αποθεμάτων της.

Η γαλλική εταιρεία υποστήριξε ότι τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δεν αντικατοπτρίζουν τις σημερινές παγκόσμιες πρακτικές της.

Ανέφερε ότι τα προϊόντα που δεν μπορούν να πωληθούν διαχειρίζονται πλέον μέσω της L’Atelier des Matières, εταιρείας που ίδρυσε το 2019 με στόχο την ανάκτηση πρώτων υλών και την επιστροφή τους στην παραγωγική διαδικασία.

Η υπόθεση αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στην προστασία της αξίας ενός εμπορικού σήματος και στη νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση, η οποία αντιμετωπίζει την καταστροφή ενός αχρησιμοποίητου προϊόντος ως σπατάλη υλικών, νερού, ενέργειας και εργασίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από τα outlets στην τεχνητή νοημοσύνη

Οι νέοι κανόνες αναμένεται να ενισχύσουν τον ρόλο των ελεγχόμενων εκπτωτικών δικτύων. Κερδισμένοι θα μπορούσαν να είναι διαχειριστές πολυτελών outlets, καθώς οι οίκοι θα αναζητούν τρόπους να διαθέσουν τα πλεονάζοντα προϊόντα χωρίς να υπονομεύσουν πλήρως την εικόνα τους.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αναμένεται να επενδύσουν περισσότερο σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για:

  • ακριβέστερη πρόβλεψη της ζήτησης,
  • παρακολούθηση των αποθεμάτων σε πραγματικό χρόνο,
  • καλύτερη κατανομή προϊόντων μεταξύ καταστημάτων,
  • ταχύτερη προσαρμογή της παραγωγής στις καταναλωτικές τάσεις.

Όταν το απούλητο απόθεμα δεν μπορεί πλέον να εξαφανιστεί μέσω της καταστροφής, η ακρίβεια στον σχεδιασμό της παραγωγής μετατρέπεται σε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Ακόμη και τα πιο εξελιγμένα συστήματα, πάντως, δεν μπορούν να εξαλείψουν πλήρως τα πλεονάσματα, ιδιαίτερα στην ένδυση, όπου οι τάσεις και η ζήτηση μεταβάλλονται γρήγορα.

Έως 594.000 τόνοι καταστρέφονται πριν χρησιμοποιηθούν

Η περιβαλλοντική διάσταση του προβλήματος είναι σημαντική.

Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, περίπου το 4% έως 9% των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά καταστρέφεται προτού χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκε.

Η ποσότητα αυτή εκτιμάται μεταξύ 264.000 και 594.000 τόνων ετησίως.

Οι διαδικτυακές πωλήσεις επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση, καθώς τα υψηλά ποσοστά επιστροφών δημιουργούν μεγάλα αποθέματα προϊόντων που πρέπει να ελεγχθούν, να επανασυσκευαστούν και να επανενταχθούν στην αγορά.

Οι εξαιρέσεις και οι υποχρεώσεις των εταιρειών

Η καταστροφή θα εξακολουθήσει να επιτρέπεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μεταξύ άλλων όταν τα προϊόντα αποτελούν κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια και δεν υπάρχει άλλη κατάλληλη λύση.

Ακόμη και όταν εφαρμόζεται κάποια εξαίρεση, οι επιχειρήσεις οφείλουν να ακολουθούν την ευρωπαϊκή ιεράρχηση διαχείρισης αποβλήτων, δίνοντας προτεραιότητα στην επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση έναντι της ενεργειακής αξιοποίησης ή της απόρριψης.

Οι εταιρείες θα πρέπει επίσης να τεκμηριώνουν τις εξαιρέσεις που επικαλούνται και να ενισχύσουν τη διαφάνεια γύρω από τη διαχείριση των απούλητων προϊόντων τους.

Η δύσκολη εξίσωση για τους οίκους πολυτελείας

Για τους μεγάλους οίκους, το διακύβευμα είναι πλέον σαφές: πρέπει να περιορίσουν τα πλεονάσματα χωρίς να πλημμυρίσουν την αγορά με φθηνότερα προϊόντα.

Καλούνται, δηλαδή, να διατηρήσουν τη σπανιότητα και την αποκλειστικότητα των εμπορικών σημάτων τους, χωρίς να διαθέτουν πλέον τη δυνατότητα να καταστρέφουν ό,τι περισσεύει.

Η νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα μετατρέπει έτσι τη σωστή πρόβλεψη της ζήτησης, τον έλεγχο των αποθεμάτων και την κυκλική διαχείριση των προϊόντων από περιβαλλοντική υποχρέωση σε κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής των οίκων πολυτελείας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: