«Made in Israel»: Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», η ευρωπαϊκή ασφάλεια και ο φόβος για… εξάρτηση
- 10/09/2026, 11:00
- SHARE
Την τελευταία ημέρα του Αυγούστου, ομάδα Ελλήνων στρατιωτικών αξιωματούχων με επικεφαλής τον υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα έφτασε στο Τελ Αβίβ για την υπογραφή μιας συμφωνίας που εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές συμφωνίες στην ιστορία των δύο χωρών.
Η συμφωνία, ύψους 3 δισ. ευρώ, με την ονομασία «Ασπίδα του Αχιλλέα», προβλέπει την προμήθεια ενός ολοκληρωμένου πλέγματος ισραηλινών τεχνολογιών για την προστασία της Ελλάδας από ένα ευρύ φάσμα απειλών, μεταξύ άλλων πυραύλους, αεροσκάφη και drones.
Η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ αποτελεί το πιο πρόσφατο επεισόδιο σε μια σχέση που διευρύνεται ταχύτατα, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες και αναζητούν τεχνολογίες που μπορούν να ενισχύσουν άμεσα τις δυνατότητές τους.
Για δεκαετίες, η Ευρώπη βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις Ηνωμένες Πολιτείες για αεροσκάφη, άρματα μάχης και άλλα βαριά οπλικά συστήματα. Όμως, σε ένα διαφορετικό και λιγότερο ορατό επίπεδο της σύγχρονης άμυνας —από αισθητήρες και αναχαιτιστές έως συστήματα επιτήρησης, ηλεκτρονικού πολέμου και κυβερνοασφάλειας— το Ισραήλ αποκτά ολοένα σημαντικότερο ρόλο.
Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία οι πολιτικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ισραήλ γίνονται ολοένα πιο δύσκολες.
Η ευρωπαϊκή άμυνα στρέφεται στο Ισραήλ
Οι πόλεμοι στη Γάζα και τον Λίβανο έχουν επιβαρύνει τις σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, οι πολιτικές διαφωνίες δεν έχουν ανακόψει τη συνεργασία σε επίπεδο ασφάλειας και άμυνας.
«Κοιτάζοντας αυτή τη στιγμή τις σχέσεις μας με την ΕΕ, ναι, υπάρχουν προκλήσεις», δήλωσε ο πρέσβης του Ισραήλ στην ΕΕ Άβι Νιρ-Φελντκλάιν. «Όμως, όταν κοιτάζεις τι κάνουμε σε διμερές επίπεδο με τα κράτη-μέλη της ΕΕ, η εποικοδομητική, πρακτική συνεργασία είναι εντατική και αναπτύσσεται».
Το ισραηλινό πλεονέκτημα ξεκινά από το ίδιο το μοντέλο με το οποίο αναπτύσσεται η τεχνολογία άμυνας στη χώρα.
Νεαροί μηχανικοί υπηρετούν σε επίλεκτες μονάδες πληροφοριών και κυβερνοασφάλειας των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, όπου έρχονται αντιμέτωποι με πραγματικές απειλές. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής τους θητείας, πολλοί μετακινούνται σε αμυντικές εταιρείες ή ιδρύουν startups στον χώρο της ασφάλειας.
Έτσι δημιουργείται ένας σχεδόν συνεχής κύκλος μεταξύ στρατιωτικής εμπειρίας, επιχειρησιακών αναγκών και εμπορικής ανάπτυξης τεχνολογίας.
Οι τρεις μεγαλύτερες ισραηλινές αμυντικές εταιρείες, Israel Aerospace Industries (IAI), Rafael Advanced Defense Systems και Elbit Systems, είτε ανήκουν στο κράτος είτε διατηρούν ισχυρούς θεσμικούς δεσμούς με το ισραηλινό αμυντικό οικοσύστημα.
«Το Ισραήλ αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο καλά μπορούν να ενσωματωθούν οι αμυντικές και ιδιωτικές εταιρείες», δήλωσε ο επικεφαλής της υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών της Εσθονίας, Kaupo Rosin. «Και αυτό τις καθιστά ιδιαίτερα ικανές».
Η ισραηλινή τεχνολογική βιομηχανία έχει εξελιχθεί παράλληλα σε σημαντικό πόλο επενδύσεων.
Σύμφωνα με την έκθεση Israel Innovation Authority 2025 High-Tech Report, οι ισραηλινές εταιρείες προσελκύουν σχεδόν το ένα τέταρτο των παγκόσμιων επενδύσεων στον κυβερνοχώρο.
Η εξαγορά της ισραηλινής startup κυβερνοασφάλειας Wiz από την Google έναντι 32 δισ. δολαρίων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διεθνούς ελκυστικότητας του οικοσυστήματος.
Η στενή συνεργασία κράτους, πανεπιστημίων και ιδιωτικού τομέα αποτελεί, σύμφωνα με την ισραηλινή πλευρά, ένα από τα βασικά συστατικά του μοντέλου.
«Αξιοποιώντας την επιχειρησιακή μας εμπειρία σε πραγματικό χρόνο, επιτρέπουμε στους εταίρους μας να μετακινηθούν από μια αντιδραστική σε μια προληπτική στάση, ενισχύοντας σημαντικά τη συλλογική ανθεκτικότητα και άμυνά μας», δήλωσε η Hiba Tareef, εκπρόσωπος της αποστολής του Ισραήλ στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Η «αόρατη» εξάρτηση της Ευρώπης
Το πραγματικό μέγεθος της παρουσίας του Ισραήλ στην ευρωπαϊκή άμυνα είναι δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια.
Πολλά συμβόλαια δεν δημοσιοποιούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, ενώ ισραηλινές εταιρείες δραστηριοποιούνται σε αρκετές περιπτώσεις μέσω ευρωπαϊκών θυγατρικών.
Ωστόσο, δεκάδες καταχωρίσεις στην ευρωπαϊκή βάση δημοσίων συμβάσεων καταδεικνύουν ότι ισραηλινές εταιρείες εξελίσσονται σε βασικούς προμηθευτές στον τομέα των στρατιωτικών επικοινωνιών, της επιτήρησης και του ηλεκτρονικού πολέμου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αρκετές από τις δημόσια γνωστές συμβάσεις, μεταξύ αυτών και η συμφωνία των €3 δισ. με την Ελλάδα, ανατέθηκαν απευθείας σε ισραηλινές εταιρείες, χωρίς ανοικτό ανταγωνιστικό διαγωνισμό.
Οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό ως κανόνα, ακόμη και στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Οι απευθείας αναθέσεις επιτρέπονται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως όταν υπάρχει πραγματική τεχνική αποκλειστικότητα ή ειδικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας.
«Οι διαδικασίες χωρίς διαγωνισμό είναι εξαιρετικές, πρέπει να βασίζονται σε στοιχεία και να δικαιολογούνται επαρκώς», ανέφεραν οι Annette Rosenkoetter και Andrea Pomana, εταίροι της γερμανικής δικηγορικής εταιρείας FPS Law.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο διαδικαστικό. Οι απευθείας αναθέσεις μπορούν να δημιουργήσουν τεχνολογικό εγκλωβισμό (vendor lock-in), καθώς μια κυβέρνηση ενδέχεται να εξαρτηθεί από έναν συγκεκριμένο προμηθευτή για τη συντήρηση, την αναβάθμιση ή την επέκταση ενός συστήματος.
Ελλάδα, Ολλανδία, Ισπανία και Δανία στο επίκεντρο
Η Ολλανδία προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το 2025, η Elbit Systems C4I and Cyber κέρδισε συμβόλαιο ύψους 25 εκατ. ευρώ για την προμήθεια συστημάτων διαχείρισης μάχης στο ολλανδικό υπουργείο Άμυνας. Η σύμβαση ανατέθηκε απευθείας, χωρίς ανταγωνιστική διαδικασία, με το επιχείρημα ότι απαιτούνταν πρόσθετες υπηρεσίες από την εταιρεία που είχε αναλάβει την αρχική σύμβαση.
Αντίστοιχα, το 2024 το ισπανικό υπουργείο Άμυνας ανέθεσε στη Rafael Advanced Defense Systems σύμβαση ύψους 1,17 εκατ. ευρώ χωρίς ανοικτό διαγωνισμό, υποστηρίζοντας ότι η ισραηλινή εταιρεία ήταν ο μόνος προμηθευτής που μπορούσε να προσφέρει τον απαιτούμενο εξοπλισμό.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, η Elbit Systems Deutschland υπέγραψε επίσης σύμβαση ύψους 6,5 εκατ. ευρώ με το υπουργείο Άμυνας της Δανίας για σύστημα επεξεργασίας και ανάλυσης ηλεκτρονικών σημάτων.
«Παρά την πολιτική κατάσταση και την αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν πρόκειται για τη διάσταση της ασφάλειας, το εντυπωσιακό είναι ότι η συνεργασία ήταν πάντα πολύ καλή», δήλωσε ο Sharon Pardo, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Ben-Gurion University of the Negev.
Το πολιτικό κόστος της ισραηλινής τεχνολογίας
Η αυξανόμενη εξάρτηση από το Ισραήλ δημιουργεί, ωστόσο, ένα παράδοξο για την Ευρώπη.
Την ώρα που η ΕΕ μιλά για στρατηγική αυτονομία και περιορισμό των εξαρτήσεων από τρίτες χώρες, κυβερνήσεις της στρέφονται σε έναν ακόμη εξωτερικό προμηθευτή για κρίσιμες αμυντικές τεχνολογίες.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να αντικαταστήσει μία εξάρτηση με μια άλλη.
«Εάν ο στόχος είναι να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή αυτονομία και κυριαρχία, δεν μπορείς να αντικαταστήσεις έναν τύπο εξάρτησης με έναν άλλο», δήλωσε η Li Andersson, Φινλανδή ευρωβουλευτής.
Παράλληλα, τίθεται και ένα ευρύτερο ηθικό και πολιτικό ζήτημα: αρκετές ισραηλινές εταιρείες προβάλλουν την επιχειρησιακή δοκιμή των προϊόντων τους ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα — τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί ή δοκιμαστεί σε πραγματικές επιχειρήσεις και συγκρούσεις.
Για τους επικριτές του Ισραήλ, αυτό συνδέεται άμεσα με τη χρήση τεχνολογίας ασφαλείας στα παλαιστινιακά εδάφη και με τις κατηγορίες για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.
Η ισραηλινή κυβέρνηση απορρίπτει τις κατηγορίες. Ο υπουργός Εξωτερικών Gideon Sa’ar έχει χαρακτηρίσει σχετικές ευρωπαϊκές εκτιμήσεις ως βασισμένες σε «ψευδείς κατηγορίες και νομικά κενά», υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ σέβεται το διεθνές δίκαιο.
Παρά τις αντιδράσεις, η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας συνεχίζεται.
Τον Ιανουάριο, Γερμανία και Ισραήλ υπέγραψαν μνημόνιο για την ανάπτυξη ενός «cyber dome», βασισμένου σε ισραηλινή τεχνολογία και εγκατεστημένου σε γερμανικό έδαφος.
Έναν μήνα αργότερα, Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρος ανακοίνωσαν τη δημιουργία Maritime Cybersecurity Center στη Λευκωσία, ενισχύοντας τη συνεργασία στον κυβερνοχώρο και την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Η Ισπανία αποτυπώνει ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την αντίφαση.
Η κυβέρνηση του Pedro Sánchez ακύρωσε συμβόλαια άμυνας ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ με το Ισραήλ, στο πλαίσιο αυτού που περιέγραψε ως «πλήρες εμπάργκο όπλων» λόγω της κατάστασης στη Γάζα.
Την ίδια περίοδο, ωστόσο, η περιφερειακή διοίκηση της Μαδρίτης ζήτησε και έλαβε βοήθεια από την ισραηλινή Cyber Directorate για την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Η Ιταλία έχει κινηθεί ακόμη πιο ξεκάθαρα στον χώρο της κυβερνοασφάλειας. Το 2024, η αρμόδια υπηρεσία της χώρας εισήγαγε κίνητρο στις δημόσιες προμήθειες, αντιμετωπίζοντας την ισραηλινή τεχνολογία κυβερνοασφάλειας ισότιμα με προϊόντα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Γιατί η Ελλάδα επιλέγει το Ισραήλ
Για χώρες που βρίσκονται στην ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και αντιμετωπίζουν αυξημένες γεωπολιτικές πιέσεις, το δίλημμα είναι συχνά πιο απλό: η επιχειρησιακή ικανότητα έχει προτεραιότητα.
«Σε μια χώρα όπως η Φινλανδία, ποτέ δεν είχαμε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουμε ποσοτικά όσο πιθανώς χρειαζόμασταν ή θέλαμε», δήλωσε ο Juha Martelius, διευθυντής της φινλανδικής υπηρεσίας πληροφοριών και ασφάλειας. «Πάντα δίνουμε έμφαση στην ποιότητα. Αγοράζουμε το καλύτερο, ανεξάρτητα από την προέλευσή του».
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, επιχείρησε να περιορίσει τον κίνδυνο μιας νέας τεχνολογικής εξάρτησης στο πλαίσιο της συμφωνίας «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Κρίσιμο στοιχείο της συμφωνίας είναι η πρόβλεψη για πρόσβαση του ελληνικού στρατού στον πηγαίο κώδικα (source code), ώστε η Ελλάδα να μπορεί να συντηρεί και να αναβαθμίζει το σύστημα με μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτησίας.
«Το να γίνουμε “όμηροι”, ακόμη και μιας φιλικής ξένης χώρας ή συμμάχου, είναι απολύτως αδύνατο», είχε δηλώσει τον Ιούλιο ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα
Για τους υποστηρικτές της συνεργασίας, το επιχείρημα είναι απλό: η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως αποτελεσματικές τεχνολογίες άμυνας και το Ισραήλ διαθέτει τεχνογνωσία που έχει δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες.
Ο Γερμανός ευρωβουλευτής Niclas Herbst υποστηρίζει ότι το Ισραήλ προσφέρει στην Ευρώπη τεχνολογικές δυνατότητες που η ίδια η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία δεν διαθέτει ακόμη στον ίδιο βαθμό, ιδιαίτερα στην κυβερνοασφάλεια και την αεράμυνα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Ευρώπη θα συνεργαστεί με το Ισραήλ, αλλά πόσο βαθιά θα γίνει αυτή η συνεργασία και ποια θα είναι τα όριά της.
Για την Ελλάδα, η συμφωνία των €3 δισ. σηματοδοτεί μια νέα εποχή στην αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ. Για την Ευρώπη, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης: καθώς η ήπειρος επανεξοπλίζεται, η ισραηλινή τεχνολογία μετατρέπεται από συμπληρωματική λύση σε κρίσιμο κομμάτι της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Το στρατηγικό παράδοξο παραμένει: η Ευρώπη αναζητά μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά για να την αποκτήσει στρέφεται σε τεχνολογίες που παράγονται εκτός των συνόρων της.
Και όσο οι απειλές εξελίσσονται από τα άρματα μάχης και τα αεροσκάφη προς τους πυραύλους, τα drones, τα ηλεκτρονικά σήματα και τον κυβερνοχώρο, το «Made in Israel» αναμένεται να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη θέση στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- ΗΠΑ κατά DeepSeek και Alibaba: Τι είναι η «απόσταξη» που πυροδοτεί νέο, ΑΙ πόλεμο
- Η Zara αντέχει στην ακρίβεια – Η στρατηγική που κρατά μπροστά την Inditex
- Πώς η Ελλάδα προσελκύει hedge funds και δισεκατομμυριούχους
Πηγή: Politico