Alpha Bank: Βελτιώνονται εισόδημα και πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών – Πάνω από 1 τρισ. ευρώ η περιουσία τους
- 08/08/2026, 15:33
- SHARE
- Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ την τελευταία διετία κινείται με μέσο ετήσιο ρυθμό κοντά στο 5%.
- Η αξία του ακαθάριστου πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2025, αυξημένη κατά 161 δισ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια.
- Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα βρισκόταν στην προτελευταία θέση της Ευρωζώνης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, ενώ εμφανίζει καλύτερη θέση ως προς τον καθαρό πλούτο.
Ευνοϊκές παραμένουν οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για το διαθέσιμο εισόδημα και την περιουσιακή θέση των ελληνικών νοικοκυριών, σύμφωνα με την εβδομαδιαία οικονομική ανάλυση της Alpha Bank.
Η τράπεζα εκτιμά ότι η θετική τάση υποστηρίζεται από τις φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, την ενίσχυση της απασχόλησης και των μισθών, αλλά και από την επενδυτική δυναμική που δημιουργούν οι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι.
Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία δείχνουν ότι η συνολική αξία του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών έχει αυξηθεί σημαντικά, ξεπερνώντας πλέον το 1 τρισ. ευρώ.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφα θετική.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, ενώ παράλληλα η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει αρνητική.
Οι παράγοντες που στηρίζουν το διαθέσιμο εισόδημα
Σύμφωνα με την Alpha Bank, τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές στηρίζουν μεταξύ άλλων οι φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια.
Σε αυτές περιλαμβάνονται:
η αναμόρφωση της φορολογικής κλίμακας,
η ενίσχυση των συνταξιούχων,
οι αυξήσεις των μισθών στο Δημόσιο
και
η περαιτέρω άνοδος του κατώτατου μισθού.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουν οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το Εθνικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα και άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Οι επενδύσεις αυτές εκτιμάται ότι θα ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την παραγωγικότητα, συμβάλλοντας περαιτέρω στην αύξηση των εισοδημάτων.
Διαθέσιμο εισόδημα: Άνοδος 3,2% το πρώτο τρίμηνο
Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει σε ανοδική τροχιά.
Την τελευταία διετία καταγράφει μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2026 ενισχύθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση.
Η άνοδος αυτή ήταν υψηλότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, ο οποίος διαμορφώθηκε περίπου στο 3%.
Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά έχουν αρχίσει σταδιακά να ανακτούν μέρος των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που είχαν υποστεί κατά τη διετία 2022-2023 λόγω των έντονων πληθωριστικών πιέσεων.
Παραμένει αρνητική η αποταμίευση
Παρά την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, η εικόνα της αποταμίευσης παραμένει αδύναμη.
Η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφώνεται περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος.
Η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους εξακολουθεί δηλαδή να υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα.
Αυτό δείχνει ότι μέρος της καταναλωτικής δαπάνης χρηματοδοτείται από άλλες πηγές, όπως:
αποταμιεύσεις που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας
και
τραπεζικός δανεισμός.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα είχε φτάσει τον Ιούνιο στο 6,9%.
Οι μισθοί οδηγούν την αύξηση του εισοδήματος
Η βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που στηρίζουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Κατά τη διετία 2024-2025, η μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος προήλθε από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας.
Ακολούθησε το λειτουργικό πλεόνασμα και το μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολουμένων και των ατομικών επιχειρήσεων.
Η τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αυξήθηκαν κατά 4,3%, ενώ το εισόδημα αυτοαπασχολουμένων και ατομικών επιχειρήσεων ενισχύθηκε κατά 6%.
Θετική ήταν και η συνεισφορά του εισοδήματος από περιουσία, αν και σε μικρότερο βαθμό.
Πάνω από 1 τρισ. ευρώ ο πλούτος των νοικοκυριών
Ακόμη πιο έντονη είναι η βελτίωση στην αξία της περιουσίας των ελληνικών νοικοκυριών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025.
Μέσα στη διετία 2024-2025 καταγράφηκε σωρευτική αύξηση κατά 19%, που αντιστοιχεί σε περίπου 161 δισ. ευρώ.
Η ενίσχυση αυτή αποδίδεται τόσο στην ανατίμηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων όσο και, σε μικρότερο βαθμό, στη δημιουργία νέου πλούτου.
Τα επενδυτικά κεφάλαια υπερδιπλασιάστηκαν
Ιδιαίτερα ισχυρή ανάπτυξη καταγράφεται στον χρηματοοικονομικό πλούτο.
Τα αμοιβαία και επενδυτικά κεφάλαια υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε μόλις δύο χρόνια.
Ακολούθησαν:
ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος,
οι εισηγμένες μετοχές,
τα ομόλογα,
οι ασφάλειες ζωής
και
οι καταθέσεις.
Στον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16%, ενώ ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος ενισχύθηκε κατά 13%.
Μεγαλώνει η σημασία του χρηματοοικονομικού πλούτου
Αξιοσημείωτη είναι και η αλλαγή στη σύνθεση της συνολικής περιουσίας των ελληνικών νοικοκυριών.
Το 2018, ο χρηματοοικονομικός πλούτος αντιστοιχούσε μόλις στο 26% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου.
Μέχρι το τέλος του 2025, το ποσοστό αυτό είχε αυξηθεί στο 37%.
Η εξέλιξη δείχνει ότι, παρά τη διαχρονικά μεγάλη σημασία των ακινήτων για τα ελληνικά νοικοκυριά, αυξάνεται σταδιακά και η βαρύτητα των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.
15η στην Ευρωζώνη ως προς τον καθαρό πλούτο
Η εικόνα της Ελλάδας εμφανίζεται καλύτερη όταν εξετάζεται ο καθαρός πλούτος των νοικοκυριών.
Με βάση τα στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, η Ελλάδα βρισκόταν στη 15η θέση μεταξύ 19 χωρών της Ευρωζώνης για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Η διάμεσος του καθαρού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφωνόταν περίπου στις 118.000 ευρώ.
Η Ελλάδα βρισκόταν πάνω από:
Κροατία,
Λετονία,
Λιθουανία
και
Εσθονία.
Στην κορυφή της κατάταξης βρισκόταν το Λουξεμβούργο, ενώ ακολουθούσαν η Μάλτα, η Ιρλανδία και το Βέλγιο.
Προτελευταία στο διαθέσιμο εισόδημα
Πολύ διαφορετική είναι η εικόνα όσον αφορά το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο.
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, καταγράφοντας καλύτερη επίδοση μόνο από τη Λετονία.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο κατατάξεις είναι εντυπωσιακή.
Η Ελλάδα βρίσκεται δηλαδή σχετικά υψηλότερα ως προς τον πλούτο που κατέχουν τα νοικοκυριά, αλλά πολύ χαμηλότερα ως προς το εισόδημα που παράγουν και μπορούν να διαθέσουν.
Γιατί οι Έλληνες έχουν περισσότερο πλούτο από εισόδημα
Η Alpha Bank αποδίδει σε μεγάλο βαθμό αυτή τη διαφοροποίηση στη μεγάλη σημασία της ακίνητης περιουσίας για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η άνοδος των τιμών των ακινήτων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει σημαντικά την αξία του πλούτου τους.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η διαγενεακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, καθώς μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας περνά από τη μία γενιά στην επόμενη.
Έτσι, ένα νοικοκυριό μπορεί να διαθέτει σχετικά σημαντική καθαρή περιουσία, χωρίς το τρέχον εισόδημά του να βρίσκεται σε αντίστοιχα υψηλό επίπεδο.
Ευνοϊκές οι προοπτικές, αλλά παραμένουν οι αδυναμίες
Η Alpha Bank εκτιμά ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν θετικές.
Η συνέχιση των επενδύσεων, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η αύξηση της παραγωγικότητας και οι εισοδηματικές παρεμβάσεις μπορούν να στηρίξουν περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα.
Παράλληλα, η ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου αυξάνει τη δυνατότητα της Πολιτείας να παρεμβαίνει με στοχευμένα μέτρα σε περιόδους εξωτερικών διαταραχών.
Ωστόσο, δύο βασικές προκλήσεις παραμένουν: η χαμηλή θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ως προς το διαθέσιμο εισόδημα και η επίμονη αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών.
Η εικόνα επομένως είναι βελτιωμένη, αλλά όχι χωρίς αδυναμίες: οι Έλληνες βλέπουν την αξία της περιουσίας τους να αυξάνεται αισθητά, όμως η πραγματική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος παραμένει το βασικό στοίχημα για τα επόμενα χρόνια.