Το AI trade «τρίζει»: Το νέο ρίσκο που απειλεί το ράλι της Wall Street

Το AI trade «τρίζει»: Το νέο ρίσκο που απειλεί το ράλι της Wall Street
Photo: Shutterstock
Οι εκκλήσεις για επιβράδυνση της τεχνητής νοημοσύνης και οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων αποδυναμώνουν το σενάριο νέας ανόδου στη Wall Street – Η σύγκριση με τη φούσκα των dot-com.
  • Η Capital Economics δηλώνει λιγότερο βέβαιη ότι ο S&P 500 θα φθάσει τις 8.250 μονάδες έως το τέλος του 2026.
  • Οι ανησυχίες για την ασφάλεια της AI ενδέχεται να περιορίσουν τις επενδύσεις σε νέα μοντέλα και υποδομές.
  • Οι εταιρείες ημιαγωγών θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένες σε ενδεχόμενη υποχώρηση των δαπανών.
  • Η νέα άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων δημιουργεί δεύτερο μέτωπο πίεσης για τις μετοχές.
  • Ο οίκος συγκρίνει τη σημερινή εικόνα με τη διάσπαση της χρηματιστηριακής φούσκας των dot-com το 2000.

Λιγότερο σίγουρη για τη συνέχιση του ανοδικού κύκλου στη Wall Street εμφανίζεται η Capital Economics, καθώς οι προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης απειλούν να ανακόψουν τον επενδυτικό πυρετό που στήριξε τις αμερικανικές μετοχές.

Ο οίκος δεν έχει αποσύρει επισήμως τον στόχο του για άνοδο του S&P 500 στις 8.250 μονάδες έως το τέλος του 2026. Παραδέχεται, ωστόσο, ότι οι πιθανότητες επίτευξής του έχουν μειωθεί, καθώς οι δύο βασικές προϋποθέσεις για μια νέα άνοδο του δείκτη δεν φαίνονται πλέον ιδιαίτερα πιθανές.

Η πρώτη θα ήταν η αναζωπύρωση του ενθουσιασμού γύρω από την AI. Η δεύτερη, μια ουσιαστική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με την Capital Economics, κανένας από τους δύο καταλύτες δεν βρίσκεται καθαρά στον ορίζοντα.

Ο φόβος για επιβράδυνση των επενδύσεων

Οι εκκλήσεις κορυφαίων στελεχών του τεχνολογικού κλάδου για πιο προσεκτική ανάπτυξη των ισχυρότερων μοντέλων AI έχουν προκαλέσει ανησυχίες ότι τα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μειώσουν τις κεφαλαιουχικές τους δαπάνες.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι εταιρείες θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επενδύσεις σε νέα μοντέλα και πρόσθετη υπολογιστική ισχύ, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους στη μεγιστοποίηση των εσόδων από τις τεχνολογίες που έχουν ήδη αναπτύξει.

Η αλλαγή θα επηρέαζε άμεσα τις εταιρείες ημιαγωγών και τους προμηθευτές εξοπλισμού για data centers, οι οποίοι έχουν αποτελέσει μερικούς από τους μεγαλύτερους κερδισμένους του AI boom.

Οι σχετικές ανησυχίες έχουν ήδη προκαλέσει αναταράξεις στις τεχνολογικές μετοχές, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη σαφής ένδειξη πραγματικής περικοπής των επενδυτικών προγραμμάτων. Οι συνολικές δαπάνες για υποδομές AI αναμένεται να υπερβούν τα 795 δισ. δολάρια το 2026 και να ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια το 2027, σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters.

Οι φόβοι θα μπορούσαν να υποχωρήσουν εάν επικρατήσει η θέση της κυβέρνησης Τραμπ κατά μιας γενικευμένης επιβράδυνσης. Εάν όμως η αβεβαιότητα διατηρηθεί, η τεχνητή νοημοσύνη δύσκολα θα λειτουργήσει ξανά ως ισχυρός καταλύτης για ολόκληρο τον S&P 500.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η σύγκριση με το dot-com

Η Capital Economics εντοπίζει ομοιότητες με τη διάσπαση της φούσκας του διαδικτύου το 2000. Τότε, ο S&P 500 υποχώρησε εξαιτίας της μεγάλης βαρύτητας των τεχνολογικών εταιρειών στον δείκτη, ενώ η μέση αμερικανική μετοχή παρουσίασε καλύτερη εικόνα.

Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να συμβεί και σήμερα: η πτώση των μεγαλύτερων τεχνολογικών ομίλων να συμπαρασύρει τον βασικό δείκτη, χωρίς να καταρρεύσει το σύνολο της αγοράς.

Υπάρχει, ωστόσο, μία κρίσιμη διαφορά. Μετά το 2000, η ανθεκτικότητα των υπόλοιπων μετοχών υποστηρίχθηκε από την πτώση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων. Σήμερα, το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό, περιορίζοντας τις αποτιμήσεις και αυξάνοντας την πίεση σε κλάδους πέραν της τεχνολογίας.

Ο κίνδυνος να χαθεί και η δεύτερη γραμμή άμυνας

Η εικόνα γίνεται δυσμενέστερη εάν η άνοδος των αποδόσεων συνεχιστεί. Οι υψηλότερες αποδόσεις καθιστούν τα ομόλογα πιο ελκυστικά έναντι των μετοχών, αυξάνουν το χρηματοδοτικό κόστος των επιχειρήσεων και επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα.

Η Capital Economics δεν προβλέπει σήμερα ύφεση στις ΗΠΑ. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η ανθεκτικότητα της μέσης μετοχής μετά το dot-com εξαντλήθηκε το 2001, όταν η αμερικανική οικονομία εισήλθε σε ήπια ύφεση.

Επομένως, όσο το αφήγημα της AI εξασθενεί και οι αποδόσεις των ομολόγων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, τόσο δυσκολότερο γίνεται το μονοπάτι προς τις 8.250 μονάδες – ακόμη και αν ο επίσημος στόχος παραμένει προς το παρόν αμετάβλητος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: