Εconomist: Μια κρίση χρέους βρίσκεται προ των πυλών
- 09/10/2026, 13:00
- SHARE
Οι τραπεζίτες συνήθιζαν να λένε ότι οι χώρες, σε αντίθεση με τις εταιρείες, δεν μπορούν να χρεοκοπήσουν. Επανέλαβαν αυτή την επωδό μέχρι που, τη δεκαετία του 1980, ένα κύμα χωρών της Λατινικής Αμερικής αθέτησε τις υποχρεώσεις του. Θα μπορούσε ένα παρόμοιο σοκ να διαλύσει σύντομα την αλαζονεία του πλούσιου κόσμου;
Πριν από πέντε χρόνια, σημειώνει ο Economist, το κόστος δανεισμού ήταν τόσο χαμηλό, ώστε το δημόσιο χρέος έμοιαζε σχεδόν ανέξοδο. Σήμερα, καθώς οι επενδυτές ξεφορτώνονται τα ομόλογά τους, πολλές μεγάλες κυβερνήσεις του ανεπτυγμένου κόσμου πληρώνουν υψηλότερο κόστος δανεισμού από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά τη δεκαετία του 1990 ή του 2000. Επειδή το δημόσιο χρέος των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι περίπου διπλάσιο από ό,τι ήταν στις αρχές του αιώνα, το αποτέλεσμα είναι τεράστια πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Ακόμη και πριν από την τελευταία μαζική πώληση ομολόγων, οι προβλέψεις έδειχναν ότι οι κυβερνήσεις τους θα δαπανούσαν φέτος το 8% των φορολογικών εσόδων τους για την καθαρή εξυπηρέτηση των τόκων του χρέους. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού και η απειλή πολέμου ασκούν πιέσεις για αύξηση των δαπανών. Τώρα πρέπει να πληρώνουν ακόμη περισσότερα για να αναχρηματοδοτούν τα παλαιότερα χρέη τους, ενώ πολλές εξακολουθούν να δανείζονται χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς. Κάποια στιγμή, οι επενδυτές θα εξεγερθούν.
Κατά ειρωνικό τρόπο, ένα μέρος της φετινής αναταραχής στην αγορά ομολόγων αποτελεί θετική εξέλιξη. Η αμερικανική οικονομία γνωρίζει ισχυρή άνθηση. Οι αιτήσεις για επίδομα ανεργίας παραμένουν χαμηλές, η οικονομική ανάπτυξη ενδέχεται να κινείται με ετήσιο ρυθμό άνω του 3% και η αύξηση της παραγωγικότητας φαίνεται ισχυρή. Αυτό ενθαρρύνει τις επενδύσεις. Καθώς οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης επιδιώκουν μετ’ επιτάσεως να κατασκευάσουν κέντρα δεδομένων, ανταγωνίζονται τις κυβερνήσεις για την εξασφάλιση κεφαλαίων στις παγκόσμιες αγορές. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερα επιτόκια.
Αυτή η εξέλιξη έχει ενισχύσει και άλλες, λιγότερο ευπρόσδεκτες δυνάμεις που ωθούν προς τα πάνω τις αποδόσεις των ομολόγων. Το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν έχει αυξήσει τον πληθωρισμό, ενώ ενισχύονται σταδιακά οι αμφιβολίες για την αξιοπιστία των οικονομικών θεσμών στην εποχή του λαϊκισμού. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναρωτήθηκε πρόσφατα αν ο πληθωρισμός μπορεί να μειώσει τα χρέη «πολύ γρήγορα» και ανανέωσε τις επιθέσεις του κατά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, επειδή δεν μειώνει τα επιτόκια. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, υποψήφιος της λαϊκιστικής Αριστεράς για τη γαλλική προεδρία, κατηγόρησε, παράλογα, τον διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας για προδοσία. Οι επενδυτές ομολόγων, κοιτάζοντας πολύ μακριά στο μέλλον, διακρίνουν τον αυξανόμενο κίνδυνο οι κυβερνήσεις να χρησιμοποιήσουν τον πληθωρισμό για να βάλουν χέρι στις τσέπες τους.
Οι άμεσες επιπτώσεις της μαζικής πώλησης ομολόγων διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Η Αμερική διαπιστώνει ότι η ανάπτυξη που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη δεν θα τη βοηθήσει ιδιαίτερα να αντιμετωπίσει το χρέος της, επειδή το κόστος των τόκων αυξάνεται παράλληλα με την οικονομική ανάπτυξη. Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, που ανέρχεται περίπου στο 6% του ΑΕΠ, δεν είναι βιώσιμο. Ευτυχώς, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν το τεράστιο πλεονέκτημα ότι εκδίδουν το αποθεματικό νόμισμα του κόσμου. Καθώς οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, το δολάριο ενισχύθηκε σημαντικά. Η δημοσιονομική κρίση θα έρθει αναπόφευκτα — αλλά όχι ακόμη.
Η Ιαπωνία, μια ακόμη διαχρονική πηγή ανησυχίας, καταφέρνει επίσης μέχρι στιγμής να αντεπεξέλθει. Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της ξεπέρασε το 3% για πρώτη φορά από το 1996, ενώ η χώρα σχεδιάζει μια απερίσκεπτη έξαρση των δαπανών. Ωστόσο, ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί παράλληλα με τα επιτόκια. Καθώς τα επιτόκια σε πραγματικούς όρους —δηλαδή προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό— παραμένουν χαμηλά και το δημοσιονομικό έλλειμμα της κυβέρνησης είναι μικρό, το χρέος μειώνεται ως ποσοστό της οικονομίας. Αυτό μπορεί να αλλάξει. Και αν οι Ιάπωνες αρχίσουν να πωλούν το τεράστιο απόθεμα περιουσιακών στοιχείων που διατηρούν στο εξωτερικό, οι χρηματοπιστωτικοί κραδασμοί θα γίνουν αισθητοί σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Ωστόσο, η ιαπωνική κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει ακόμη τον κίνδυνο μαζικής εγκατάλειψης των ομολόγων της από τους επενδυτές.
Η Ευρώπη είναι η περιοχή όπου ο κίνδυνος μιας κρίσης χρέους είναι μεγαλύτερος. Η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει το κόστος του κεφαλαίου, αλλά, σε αντίθεση με την Αμερική, η Ευρώπη απολαμβάνει πολύ μικρότερη ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, γράφει ο Ecomist. Η οικονομία της, η οποία εξαρτάται από τις εισαγωγές ενέργειας, πλήττεται από τις υψηλές τιμές των καυσίμων και θα πληγεί ακόμη περισσότερο αν ο χειμώνας είναι ψυχρός, λόγω μιας πιθανής παγκόσμιας έλλειψης υγροποιημένου φυσικού αερίου. Παρότι ορισμένες συνετές κυβερνήσεις —μεταξύ αυτών της Γερμανίας, των σκανδιναβικών χωρών και της Ελβετίας— έχουν τακτοποιημένα δημόσια οικονομικά, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία κλυδωνίζονται.
Η Βρετανία έχει ήδη βιώσει εξέγερση της αγοράς ομολόγων το 2022. Έχοντας πάρει το μάθημά της, διόρθωσε την πορεία της, αλλά ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ εξακολουθεί να αυξάνεται. Οι πολιτικοί της ειδικεύονται στην αναβολή των περικοπών δαπανών, όπως συνέβη με μια πρόσφατα εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Το καθαρό χρέος της Ιταλίας παραμένει σχετικά σταθερό, αλλά, στο 129% του ΑΕΠ, είναι υπερβολικά υψηλό. Η χώρα είναι ευάλωτη και θα μπορούσε να καταρρεύσει μέσα σε ένα κύμα πανικού.
Η Γαλλία δέχεται τις μεγαλύτερες πιέσεις. Το δημοσιονομικό της έλλειμμα προβλέπεται να φτάσει φέτος στο 5,4% του ΑΕΠ. Με βάση τον σημερινό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, οι υπολογισμοί του The Economist δείχνουν ότι, αν η Γαλλία αναχρηματοδοτούσε όλο τον δανεισμό της με τις τρέχουσες αποδόσεις των πενταετών ομολόγων, θα χρειαζόταν δημοσιονομική σύσφιγξη άνω του 4% του ΑΕΠ για να σταθεροποιήσει το χρέος της. Ωστόσο, η χώρα βρίσκεται στη δίνη φοιτητικών διαδηλώσεων, ενώ το κοινοβούλιό της δυσκολεύεται να εγκρίνει έναν προϋπολογισμό που περιλαμβάνει περικοπές αξίας μόλις του ενός δεκάτου αυτού του ποσού.
Οι επενδυτές ανάγκασαν πρόσφατα τη Γαλλία να πληρώνει 1,5 ποσοστιαία μονάδα περισσότερο από τη Γερμανία για να δανείζεται με δεκαετή ορίζοντα — το μεγαλύτερο περιθώριο απόδοσης από την κρίση χρέους της ευρωζώνης. Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, η Μαρίν Λεπέν, του ακροδεξιού λαϊκιστικού κόμματος Εθνικός Συναγερμός, προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Στις 6 Οκτωβρίου δεσμεύτηκε να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες κατά 3% του ΑΕΠ έως το 2032 και να περιορίσει στο μισό τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ.
Οι αποδόσεις των ομολόγων υποχώρησαν ελαφρώς, αλλά η κ. Λεπέν δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Εξακολουθεί να υπόσχεται τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, ακόμη κι ενώ το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται. Έτσι, αποφεύγει να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη μεμονωμένη κατηγορία δημόσιων δαπανών της Γαλλίας.
Μια μαζική φυγή επενδυτών από τα γαλλικά ομόλογα είναι πιθανή. Αν συμβεί, η κυβέρνηση μπορεί να αντιδράσει όχι με δημοσιονομική σύσφιγξη, αλλά ζητώντας διάσωση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Θεωρητικά, οι χώρες οφείλουν να εξυγιάνουν τους προϋπολογισμούς τους προτού η ΕΚΤ αγοράσει το χρέος τους. Στην πράξη, όμως, οι δικλίδες ασφαλείας κατά των διασώσεων είναι ασθενέστερες απ’ ό,τι πριν από μία δεκαετία. Σε μια αναμέτρηση νεύρων με την ΕΚΤ, ένας λαϊκιστής πρόεδρος πιθανότατα θα επικρατούσε, διότι χωρίς τη Γαλλία η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, καταλήγει ο Economist.