ΕΛΣΤΑΤ: Αυξήθηκε το εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά «εξαφανίζεται» η αποταμίευση – Τι δείχνουν τα στοιχεία
- 26/10/2026, 14:45
- SHARE
- Κατά 3,7% αυξήθηκε το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών το 2025, φτάνοντας τα 165,4 δισ. ευρώ, από 159,4 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
- Η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κατά 5,2%, στα 171,8 δισ. ευρώ, με το ποσοστό αποταμίευσης να υποχωρεί στο -3,9%, από -2,4% το 2024.
- Το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών περιορίστηκε στα 11,6 δισ. ευρώ, ενώ το ποσοστό επενδύσεων των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών υποχώρησε στο 25,3%.
Αντιφατική εικόνα για την οικονομική κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών αποτυπώνουν τα νέα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το 2025, καθώς η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος συνοδεύτηκε από ακόμη μεγαλύτερη άνοδο της κατανάλωσης και περαιτέρω επιδείνωση της αποταμίευσης.
Σύμφωνα με τους ετήσιους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς των θεσμικών τομέων, που δημοσιοποιήθηκαν τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά αυξήθηκε κατά 3,7%, φτάνοντας τα 165,4 δισ. ευρώ, έναντι 159,4 δισ. ευρώ το 2024.
Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτικές δαπάνες ενισχύθηκαν με ταχύτερο ρυθμό, κατά 5,2%, αγγίζοντας τα 171,8 δισ. ευρώ.
Η διαφορά αυτή αντανακλάται στο ποσοστό αποταμίευσης, το οποίο διαμορφώθηκε στο -3,9%, από -2,4% έναν χρόνο νωρίτερα.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια σημαντική πρόκληση για την ελληνική οικονομία: παρά την αύξηση του συνολικού εισοδήματος, η κατανάλωση απορροφά μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων των νοικοκυριών.
Στα 165,4 δισ. ευρώ το διαθέσιμο εισόδημα
Το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που τα εξυπηρετούν παρουσίασε αύξηση περίπου 6 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Ειδικότερα, από τα 159,4 δισ. ευρώ το 2024, ανήλθε στα 165,4 δισ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας άνοδο 3,7%.
Το διαθέσιμο εισόδημα αποτελεί βασικό δείκτη για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, καθώς αποτυπώνει τους πόρους που απομένουν μετά την αναδιανομή εισοδήματος μέσω φόρων, εισφορών και μεταβιβάσεων.
Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εισοδήματα από εργασία, επιχειρηματική δραστηριότητα, περιουσία και κοινωνικές παροχές, σύμφωνα με τη μεθοδολογία των εθνικών λογαριασμών.
Ωστόσο, η αύξηση του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος δεν σημαίνει απαραίτητα αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης κάθε νοικοκυριού.
Τα στοιχεία παρουσιάζονται σε τρέχουσες τιμές και δεν αποτυπώνουν από μόνα τους ούτε την επίδραση του πληθωρισμού ούτε τον τρόπο κατανομής των εισοδημάτων μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.
Η κατανάλωση αυξήθηκε ταχύτερα από τα εισοδήματα
Η σημαντικότερη ένδειξη πίεσης προκύπτει από την εξέλιξη της τελικής καταναλωτικής δαπάνης.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε από 163,3 δισ. ευρώ το 2024 σε 171,8 δισ. ευρώ το 2025.
Πρόκειται για αύξηση 8,5 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε ρυθμό 5,2%.
Έτσι, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,7%, οι δαπάνες των νοικοκυριών ενισχύθηκαν κατά 5,2%.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η συνολική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε με μεγαλύτερη ταχύτητα από τους διαθέσιμους εισοδηματικούς πόρους.
Στην αύξηση της ονομαστικής καταναλωτικής δαπάνης μπορούν να συμβάλλουν τόσο οι μεγαλύτερες ποσότητες αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζονται όσο και η άνοδος των τιμών τους.
Επομένως, τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν αρκούν από μόνα τους για να διαπιστωθεί εάν τα νοικοκυριά κατανάλωσαν μεγαλύτερη ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών ή εάν δαπάνησαν περισσότερα χρήματα για τις αγορές τους.
Στο -3,9% η αποταμίευση των νοικοκυριών
Η υποχώρηση της αποταμίευσης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ.
Το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο -3,9% το 2025, έναντι -2,4% το 2024.
Πρόκειται για επιδείνωση κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα μέσα σε ένα έτος.
Το ποσοστό αποταμίευσης υπολογίζεται ως η ακαθάριστη αποταμίευση προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα.
Όταν ο δείκτης είναι αρνητικός, σημαίνει ότι, σε επίπεδο συγκεκριμένου θεσμικού τομέα της οικονομίας, η συνολική κατανάλωση υπερβαίνει τους διαθέσιμους εισοδηματικούς πόρους που λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό.
Αυτό μπορεί να συνδέεται με χρήση συσσωρευμένων αποταμιεύσεων, δανεισμό ή άλλους τρόπους χρηματοδότησης της κατανάλωσης.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κάθε ελληνικό νοικοκυριό έχει αρνητική αποταμίευση ή ότι όλα τα νοικοκυριά καταφεύγουν σε δανεισμό.
Ο δείκτης καταγράφει τη συνολική εικόνα του τομέα των νοικοκυριών και όχι την οικονομική κατάσταση κάθε οικογένειας ξεχωριστά.
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας σε αριθμούς
Τα βασικά μεγέθη που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 διαμορφώνονται ως εξής:
| Οικονομικός δείκτης | 2024 | 2025 |
| Διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών | 159,4 δισ. € | 165,4 δισ. € |
| Τελική καταναλωτική δαπάνη | 163,3 δισ. € | 171,8 δισ. € |
| Ποσοστό αποταμίευσης | -2,4% | -3,9% |
| Ποσοστό επενδύσεων μη χρηματοοικονομικών εταιρειών | 26,3% | 25,3% |
| Έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών | 13,6 δισ. € | 11,6 δισ. € |
| Καθαρή λήψη δανείων από την αλλοδαπή | 13,8 δισ. € | 8,6 δισ. € |
Τα δεδομένα αναδεικνύουν μια οικονομία στην οποία τα εισοδήματα και η κατανάλωση αυξήθηκαν, αλλά η αποταμίευση επιδεινώθηκε και το ποσοστό επενδύσεων του επιχειρηματικού τομέα σημείωσε μικρή υποχώρηση.
Υποχώρησε το ποσοστό επενδύσεων των επιχειρήσεων
Πέρα από τα νοικοκυριά, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν και την πορεία των επενδύσεων στον τομέα των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών.
Το σχετικό ποσοστό διαμορφώθηκε στο 25,3% το 2025, από 26,3% το 2024.
Πρόκειται για μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
Ο συγκεκριμένος δείκτης εκφράζει τη σχέση ανάμεσα στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου και στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών.
Με απλά λόγια, δείχνει το μέγεθος των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο σε σχέση με την αξία που παράγουν οι επιχειρήσεις του συγκεκριμένου τομέα.
Η υποχώρηση του ποσοστού δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η συνολική αξία των επιχειρηματικών επενδύσεων μειώθηκε σε απόλυτους αριθμούς.
Σημαίνει ότι οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν σε μικρότερο ποσοστό της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η εξέλιξη έχει ενδιαφέρον για την αξιολόγηση της επενδυτικής δραστηριότητας και της παραγωγικής δυναμικής της οικονομίας.
Μειώθηκε το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο
Βελτίωση καταγράφηκε στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, καθώς το έλλειμμα περιορίστηκε στα 11,6 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 13,6 δισ. ευρώ το 2024.
Η μείωση ανήλθε σε 2 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, η βελτίωση αυτή συνοδεύτηκε από υποχώρηση τόσο των εισαγωγών όσο και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.
Ειδικότερα, οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 109,7 δισ. ευρώ, από 113,6 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
Αντίστοιχα, οι εξαγωγές μειώθηκαν στα 98,1 δισ. ευρώ, από 100 δισ. ευρώ το 2024.
Επομένως, ο περιορισμός του εξωτερικού ελλείμματος προέκυψε καθώς οι εισαγωγές μειώθηκαν περισσότερο από τις εξαγωγές σε απόλυτους όρους.
Η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με αύξηση των εξαγωγών ή με συνολική ενίσχυση της εξωστρέφειας, καθώς τα δύο μεγέθη κατέγραψαν πτώση.
Στα 8,6 δισ. ευρώ η καθαρή λήψη δανείων από την αλλοδαπή
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε επίσης βελτίωση στην καθαρή χρηματοδοτική θέση της ελληνικής οικονομίας έναντι του εξωτερικού.
Το 2025, η συνολική οικονομία παρουσίασε καθαρή λήψη δανείων ύψους 8,6 δισ. ευρώ σε σχέση με την αλλοδαπή.
Το αντίστοιχο μέγεθος είχε ανέλθει στα 13,8 δισ. ευρώ το 2024.
Πρόκειται για περιορισμό κατά 5,2 δισ. ευρώ.
Το συγκεκριμένο μέγεθος περιγράφει τη χρηματοδοτική σχέση της συνολικής οικονομίας με τον υπόλοιπο κόσμο, σύμφωνα με το σύστημα εθνικών λογαριασμών.
Δεν ταυτίζεται με τον νέο δανεισμό του ελληνικού Δημοσίου ούτε αποτελεί άμεσο μέτρο του δημόσιου χρέους.
Η μείωσή του σημαίνει ότι η καθαρή χρηματοδοτική ανάγκη της οικονομίας έναντι της αλλοδαπής ήταν μικρότερη σε σύγκριση με το 2024.
Το εισόδημα αυξάνεται, αλλά η αποταμίευση παραμένει το μεγάλο ζητούμενο
Τα ετήσια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σκιαγραφούν μια σύνθετη εικόνα για την ελληνική οικονομία το 2025.
Από τη μία πλευρά, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών παρουσίασε αύξηση και το εξωτερικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών περιορίστηκε.
Από την άλλη, η ακόμη ταχύτερη αύξηση της κατανάλωσης συνοδεύτηκε από περαιτέρω υποχώρηση του ποσοστού αποταμίευσης.
Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία για την οικονομική ανθεκτικότητα των νοικοκυριών, καθώς η δυνατότητα αποταμίευσης λειτουργεί ως περιθώριο ασφαλείας απέναντι σε απρόβλεπτες δαπάνες ή οικονομικές αναταράξεις.
Παράλληλα, η υποχώρηση του ποσοστού επενδύσεων των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών και η μείωση των εξαγωγών συνθέτουν πρόσθετα δεδομένα για την αξιολόγηση των αναπτυξιακών προοπτικών.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση της αποταμίευσης των νοικοκυριών, αναδεικνύοντας τη διαφορά ανάμεσα στη βελτίωση των συνολικών οικονομικών μεγεθών και στη δυνατότητα δημιουργίας οικονομικού αποθέματος.