Ενέργεια: Φθηνότερο το φυσικό αέριο στην Ευρώπη – Τι ισχύει για το ρεύμα – Τι πληρώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά
- 30/10/2026, 19:33
- SHARE
- Η μέση τιμή φυσικού αερίου στην ΕΕ υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το πρώτο εξάμηνο του 2022, σύμφωνα με τη Eurostat.
- Η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια μείωση στην τιμή του φυσικού αερίου, κατά 11,3%.
- Αντίθετα, το ηλεκτρικό ρεύμα στην Ελλάδα αυξήθηκε σε ετήσια βάση, παρά τη μικρή υποχώρηση της μέσης τιμής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι τιμές της ενέργειας υποχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, με το φυσικό αέριο να καταγράφει τη χαμηλότερη μέση τιμή από το πρώτο εξάμηνο του 2022. Η αποκλιμάκωση, ωστόσο, δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλες τις χώρες ούτε αφορούσε με τον ίδιο τρόπο τις διαφορετικές μορφές ενέργειας. Για την Ελλάδα, τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια διπλή εικόνα: σημαντική μείωση στην τιμή του φυσικού αερίου, αλλά αύξηση στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Ειδικότερα, η μέση τιμή του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά στην ΕΕ διαμορφώθηκε στα 0,11 ευρώ ανά κιλοβατώρα το πρώτο εξάμηνο του 2026, μειωμένη κατά 10,2% σε σχέση με το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και κατά 3,5% σε ετήσια βάση. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το πρώτο εξάμηνο του 2022, ενώ οι εποχικές διακυμάνσεις φαίνεται να επανέρχονται στο μοτίβο που επικρατούσε πριν από την ενεργειακή κρίση του 2022.
Η Ελλάδα στη 2η θέση των μεγαλύτερων μειώσεων στο φυσικό αέριο
Στην Ελλάδα, η μέση τιμή του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά υποχώρησε κατά 11,3% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Η χώρα κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των κρατών-μελών για τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία, όπου η πτώση έφτασε το 14,5%.
Η τιμή στην ελληνική αγορά διαμορφώθηκε περίπου στα 0,077 ευρώ ανά κιλοβατώρα, έναντι 0,11 ευρώ που ήταν ο μέσος όρος της ΕΕ. Η Ισπανία ακολούθησε με μείωση 10%, ενώ σε επτά χώρες οι τιμές αυξήθηκαν. Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφηκαν στη Ρουμανία, την Κροατία και τη Σλοβακία.
Οι αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών παραμένουν μεγάλες. Η Σουηδία κατέγραψε την υψηλότερη τιμή φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά, στα 0,22 ευρώ ανά κιλοβατώρα, με την Ολλανδία να ακολουθεί στα 0,16 ευρώ. Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές εντοπίστηκαν στην Ουγγαρία, την Κροατία και τη Ρουμανία.
Το ρεύμα παραμένει ακριβό – Η εικόνα στην Ελλάδα
Διαφορετική είναι η εικόνα στην ηλεκτρική ενέργεια. Η μέση τιμή ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά στην ΕΕ μειώθηκε κατά 2,2% το πρώτο εξάμηνο του 2026, στα 0,28 ευρώ ανά κιλοβατώρα, από 0,29 ευρώ το δεύτερο εξάμηνο του 2025. Παρά τη μείωση, οι τιμές εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση.
Στην Ελλάδα, η μέση τιμή διαμορφώθηκε περίπου στα 0,24 ευρώ ανά κιλοβατώρα, έναντι 0,23 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η ετήσια μεταβολή ήταν ανοδική, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή τάση. Η τιμή παρέμεινε, πάντως, χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Οι μεγαλύτερες τιμές ηλεκτρικού ρεύματος στην ΕΕ καταγράφηκαν στην Ιρλανδία, στα 0,39 ευρώ ανά κιλοβατώρα, στη Γερμανίακαι το Βέλγιο, στα 0,36 ευρώ. Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές εντοπίστηκαν στην Ουγγαρία, τη Μάλτα και τη Βουλγαρία.
Σε ετήσια βάση, οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στη Ρουμανία, όπου η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκε κατά 51,6%, στην Ιρλανδία κατά 19,8% και στη Φινλανδία κατά 18,4%. Αντίθετα, σημαντικές μειώσεις σημειώθηκαν στη Δανία, κατά 31,7%, και στο Λουξεμβούργο, κατά 24,1%.
Μικρότερη η επιβάρυνση από φόρους και τέλη
Σύμφωνα με τη Eurostat, το μερίδιο των φόρων και των τελών στον τελικό λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος στην ΕΕ μειώθηκε ελαφρώς. Συγκεκριμένα, διαμορφώθηκε στο 28,4% το πρώτο εξάμηνο του 2026, από 28,9% το δεύτερο εξάμηνο του 2025, καταγράφοντας υποχώρηση κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η αποκλιμάκωση των τιμών του φυσικού αερίου δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά τη βελτίωση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι τιμές του ρεύματος παραμένουν πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών εξακολουθούν να είναι σημαντικές.