Iσραήλ: Κάλπες στη σκιά του Ιράν – Ο Νετανιάχου, ο γρίφος των 61 εδρών και η επόμενη μέρα 

Iσραήλ: Κάλπες στη σκιά του Ιράν – Ο Νετανιάχου, ο γρίφος των 61 εδρών και η επόμενη μέρα 
UMM AL-FAHM, ISRAEL - OCTOBER 27: Yusuf Jabareen, leader of the Joint List, formed by the Ta’al and Balad parties, casts his vote at a polling station set up at Al-Aqwas School in Umm al-Fahm, northern Israel, on October 27, 2026. Voting began Tuesday in Israel's parliamentary elections, with more than 7.3 million people eligible to cast ballots to elect the 120-member Knesset. Polling stations opened at 7 am local time (0500GMT) and are scheduled to close at 10 pm (2000GMT), according to Israel’s Central Elections Committee. Mostafa Alkharouf / Anadolu (Photo by Mostafa Alkharouf / Anadolu via AFP) Photo: AFP
Oι ισραηλινές εκλογές, ο πόλεμος με το Ιράν, η ασφάλεια, το κόστος ζωής και οι πιθανές κυβερνητικές συμμαχίες που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα στο Ισραήλ.
  • Εκλογές στο Ισραήλ: Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διεκδικεί μια νέα κυβερνητική θητεία.
  • Κυβερνητικός συνασπισμός: Οι 61 έδρες στην Κνεσέτ αποτελούν το κρίσιμο όριο για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
  • Ισραηλινή αντιπολίτευση: Ο Γκάντι Άιζενκοτ, ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Γιαΐρ Λαπίντ βρίσκονται στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.
  • Πόλεμος και ασφάλεια: Οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, η Γάζα, ο Λίβανος και η αντιπαράθεση με το Ιράν επηρεάζουν την εκλογική αναμέτρηση.
  • Κόστος ζωής: Η ακρίβεια, η στρατιωτική θητεία και οι σχέσεις κράτους και θρησκείας αποτελούν βασικά ζητήματα για τους ψηφοφόρους.
  • Σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ: Το αποτέλεσμα των εκλογών ενδέχεται να επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις και την πορεία της περιοχής.

Την Τρίτη 27/10, οι Ισραηλινοί θα προσέλθουν στις κάλπες για να εκλέξουν τα μέλη της 120μελούς Κνεσέτ, για πρώτη φορά μετά την ανάληψη της εξουσίας, τον Δεκέμβριο του 2022, από την κυβέρνηση που έχει χαρακτηριστεί ως η πιο ακροδεξιά στην ιστορία της χώρας. 

Ωστόσο, οι εκλογές ενδέχεται να μην προσφέρουν ούτε στον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου ούτε στους αντιπάλους του μια σαφή διαδρομή προς τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού και, ενδεχομένως, σε νέες εκλογές.

Οι περισσότερες πρόσφατες δημοσκοπήσεις προβλέπουν ότι το μπλοκ του Νετανιάχου δεν θα συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 61 έδρες για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα καταφέρει να συγκεντρώσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε η αντιπολίτευση.

Η πολιτική των συνασπισμών αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο των βουλευτικών εκλογών στο Ισραήλ: κανένα κόμμα δεν έχει εξασφαλίσει ποτέ αυτοδύναμη πλειοψηφία στην Κνεσέτ. Αυτή τη φορά, όμως, εάν τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν ξεπεράσουν σημαντικά τις προβλέψεις, η απομάκρυνση του Νετανιάχου από την εξουσία θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή των αραβικών κομμάτων.

Αυτό είχε συμβεί και το 2021, όταν το κόμμα Ραάμ έγινε το πρώτο αραβικό κόμμα που συμμετείχε σε κυβερνητικό συνασπισμό, συμβάλλοντας στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ναφτάλι Μπένετ και, στη συνέχεια, από τον Γιαΐρ Λαπίντ.

Η αβεβαιότητα έρχεται έπειτα από τέσσερα ταραχώδη χρόνια υπό τον Νετανιάχου. Ο κυβερνητικός συνασπισμός του είναι ο πρώτος εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες που ολοκληρώνει μια πλήρη τετραετή θητεία. Στο διάστημα αυτό, η κυβέρνηση αντιμετώπισε μια σειρά από δραματικές εξελίξεις:

  • Την απόπειρα αναμόρφωσης του δικαστικού συστήματος, η οποία πυροδότησε μαζικές διαδηλώσεις εκατομμυρίων πολιτών κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του 2023.
  • Την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και την κρίση με τους ομήρους.
  • Τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα και, αργότερα, στον Λίβανο.
  • Τις πρώτες απευθείας στρατιωτικές συγκρούσεις του Ισραήλ με το Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στο πλευρό του Ισραήλ.

Οι περισσότεροι Ισραηλινοί συμφωνούν ότι οι εκλογές είναι καθοριστικές για το μέλλον της χώρας, με ορισμένους να τις χαρακτηρίζουν ακόμη και υπαρξιακές. Παρ’ όλα αυτά, η προεκλογική εκστρατεία έχει διεξαχθεί με ασυνήθιστα χαμηλούς τόνους, κυρίως στο διαδίκτυο και στα τηλεοπτικά στούντιο.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθερά ένα εκλογικό σώμα διχασμένο, με δύο περίπου ισοδύναμα μπλοκ υποστηρικτών της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Εδώ και μήνες, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι οι ψηφοφόροι μετακινούνται από το ένα μπλοκ στο άλλο. Οι περισσότερες μετακινήσεις καταγράφονται μεταξύ κομμάτων που ανήκουν στην ίδια πολιτική πλευρά.

Πώς λειτουργεί η εκλογική διαδικασία στο Ισραήλ

Με εξαίρεση τους επίσημους Ισραηλινούς εκπροσώπους που υπηρετούν στο εξωτερικό, όλοι οι Ισραηλινοί πρέπει να ψηφίσουν αυτοπροσώπως την Τρίτη. 

Περίπου 500.000 Ισραηλινοί ζουν στο εξωτερικό, ενώ πολλοί έχουν επιλέξει να επιστρέψουν αεροπορικώς στη χώρα τους για να συμμετάσχουν σε αυτές τις κρίσιμες εκλογές.

Κάθε ψηφοφόρος έχει δικαίωμα να ψηφίσει ένα μόνο κόμμα. Από τα 37 κόμματα που συμμετέχουν στην αναμέτρηση, όσα συγκεντρώσουν τουλάχιστον 3,25% των ψήφων θα λάβουν αναλογικά αντίστοιχο αριθμό εδρών στην Κνεσέτ, η οποία διαθέτει συνολικά 120 έδρες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι εκλογικοί συνδυασμοί των κομμάτων κατατέθηκαν έως τις 8 Σεπτεμβρίου, παρουσιάζοντας στους ψηφοφόρους τους υποψηφίους που θα εκλεγούν ανάλογα με το ποσοστό που θα συγκεντρώσει κάθε κόμμα.

Το εκλογικό όριο του 3,25% καθιστά ιδιαίτερα δύσκολες τις ακριβείς προβλέψεις για την τελική κατανομή των εδρών. Το εάν κόμματα που βρίσκονται κοντά στο όριο θα καταφέρουν τελικά να το ξεπεράσουν και να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τέσσερις έδρες μπορεί να αλλάξει σημαντικά τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και, κατά συνέπεια, τις πιθανές κυβερνητικές συμμαχίες.

Τα μικρότερα κόμματα μπορούν επίσης να αφαιρέσουν ψήφους από άλλα κόμματα, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος οι ψήφοι τους να μην εκπροσωπηθούν καθόλου στο κοινοβούλιο, εάν δεν ξεπεράσουν το εκλογικό όριο.

Για τον λόγο αυτό, οι ηγέτες τους ενδέχεται να αποφασίσουν να αποσυρθούν από την εκλογική αναμέτρηση, ώστε να διασφαλίσουν ότι οι υποστηρικτές τους θα ψηφίσουν συγγενικά πολιτικά κόμματα που δεν κινδυνεύουν να μείνουν εκτός Κνεσέτ. Αυτό έκανε ο Μπένι Γκαντζ, επικεφαλής του κόμματος Μπλε και Λευκό, λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές.

Όταν οι ίδιοι οι ηγέτες δεν καταλήγουν σε αυτή την απόφαση, οι επικεφαλής των μεγαλύτερων κομμάτων συχνά επιχειρούν να τους πείσουν. Ο Νετανιάχου έχει καλέσει δημόσια τον Όφερ Γουίντερ, ηγέτη του νέου ακροδεξιού κόμματος Αμχά Γισραέλ, να αποσυρθεί, επιδιώκοντας να αποτρέψει την πιθανή απώλεια δεκάδων χιλιάδων ψηφοφόρων της δεξιάς.

Τα βήματα για τον σχηματισμό κυβέρνησης

Μετά την καταμέτρηση όλων των ψήφων, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, λαμβάνει τις εισηγήσεις των πολιτικών αρχηγών και επιλέγει τον υποψήφιο που θεωρεί ότι έχει τις περισσότερες δυνατότητες να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο πρόεδρος δεν είναι υποψήφιος στις εκλογές και έχει ακόμη δύο χρόνια από την επταετή θητεία του ως αρχηγός του κράτους.

Ο υποψήφιος που θα λάβει την εντολή διαθέτει 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης κατά 14 ημέρες.

Εάν αποτύχει, ο πρόεδρος έχει τρεις ημέρες για να επιλέξει δεύτερο υποψήφιο, ο οποίος διαθέτει επίσης 28 ημέρες, χωρίς δυνατότητα παράτασης.

Εάν αποτύχει και ο δεύτερος υποψήφιος, η υφιστάμενη Κνεσέτ μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο να αναθέσει την εντολή σε άλλο μέλος του κοινοβουλίου. Εάν, όμως, δεν το πράξει, η χώρα οδηγείται σε νέες εκλογές και η διαδικασία ξεκινά από την αρχή.

Στο μεταξύ, ο Νετανιάχου παραμένει στην εξουσία ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, με περιορισμένες αρμοδιότητες.

Δύο εναλλακτικά σενάρια μετά τις εκλογές

Δύο ασυνήθιστα ενδεχόμενα βρίσκονται στο τραπέζι μετά την ψηφοφορία.

Πρώτο σενάριο: Κυβέρνηση μειοψηφίας. Εάν το μπλοκ της αντιπολίτευσης εξασφαλίσει περίπου 55 έδρες, θα μπορούσε να επιχειρήσει να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας, δηλαδή κυβέρνηση με λιγότερες από 61 έδρες, η οποία θα στηρίζεται εξωτερικά από αραβικά κόμματα.

Δεύτερο σενάριο: Έλεγχος της Κνεσέτ. Εάν τα κόμματα που αντιτίθενται στον σημερινό κυβερνητικό συνασπισμό εξασφαλίσουν περισσότερες από 61 έδρες, θα μπορούσαν να εκλέξουν νέο πρόεδρο της Κνεσέτ και να επιδιώξουν να αναλάβουν τον έλεγχο της κοινοβουλευτικής νομοθετικής ατζέντας, ακόμη και πριν από τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να αμφισβητηθεί από το κόμμα του Νετανιάχου και πιθανότατα θα απαιτούσε την παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Οι πρωταγωνιστές της εκλογικής αναμέτρησης

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ, επιχειρεί να κερδίσει την έβδομη εκλογική αναμέτρησή του από τότε που ανέλαβε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία, το 1996.

Έχει διατελέσει πρωθυπουργός επί 19 χρόνια και αποτελεί ένα από τα πλέον πολωτικά ζητήματα της εκλογικής αντιπαράθεσης, ανεξάρτητα από τις επιμέρους πολιτικές συζητήσεις.

Παρά το γεγονός ότι επί χρόνια αυτοπροβαλλόταν ως «κύριος Ασφάλεια» («Mr. Security»), ο Νετανιάχου βρισκόταν στην ηγεσία της χώρας κατά τη φονικότερη επίθεση που έχει δεχθεί ποτέ το Ισραήλ από την ίδρυσή του.

Οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι ακολούθησε μια στρατηγική διαχείρισης της παρουσίας της Χαμάς στη Γάζα, χωρίς να προβλέψει και να αποτρέψει τη φονική εισβολή της 7ης Οκτωβρίου.

Οι υποστηρικτές του, από την άλλη πλευρά, μεταθέτουν την ευθύνη σε άλλους αξιωματούχους ασφαλείας και επικαλούνται τα αποτελέσματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων που ακολούθησαν. Μεταξύ αυτών αναφέρουν τη σημαντική αποδυνάμωση της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, καθώς και τα πλήγματα κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν.

Στις 18 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προχώρησε στην πρώτη δημόσια υποστήριξη Ισραηλινού υποψηφίου από Αμερικανό πρόεδρο, χαρακτηρίζοντας τον Νετανιάχου «μεγάλο πολεμιστή πρωθυπουργό» και ακόμη σημαντικότερο «εταίρο για την ειρήνη» στην αντιμετώπιση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.

Έναν χρόνο νωρίτερα, η δημοτικότητα του Τραμπ μεταξύ των Ισραηλινών είχε αυξηθεί σημαντικά, μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα και απελευθέρωσης ομήρων τον Οκτώβριο του 2025. Η κυβέρνησή του είχε συμβάλει στη διαμεσολάβηση για τη συμφωνία, η οποία εξασφάλισε την επιστροφή των ομήρων που παρέμεναν στη Γάζα.

Ωστόσο, έως τον Ιούλιο, μετά την εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και το μνημόνιο κατανόησης που ανέστειλε προσωρινά τον πόλεμο, λιγότερο από το ένα τρίτο των Ισραηλινών θεωρούσε ότι η ασφάλεια του Ισραήλ αποτελούσε «κεντρική προτεραιότητα» για τον Αμερικανό πρόεδρο.

Έτσι, η δημόσια υποστήριξη του Τραμπ προς τον Νετανιάχου εκτιμάται ότι ενδέχεται να έχει περιορισμένη επίδραση στις εκλογικές ισορροπίες, καθώς οι δημοσκοπήσεις παραμένουν σταθερές.

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF), αποτελεί έναν από τους βασικούς αντιπάλους του Νετανιάχου.

Διαθέτει σημαντική στρατιωτική εμπειρία και γνωρίζει από πρώτο χέρι το ανθρώπινο κόστος των πολεμικών συγκρούσεων των τελευταίων τριών ετών. Τον Δεκέμβριο του 2023 έχασε τον γιο του στον πόλεμο στη Γάζα.

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το κόμμα του, Γιασάρ, να συγκεντρώνει 20 έως 24 έδρες, ελαφρώς περισσότερες από το Λικούντ του Νετανιάχου, το οποίο καταγράφει 18 έως 21 έδρες.

Οι πρώην πρωθυπουργοί Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ έχουν ενώσει ξανά τις δυνάμεις τους, επιδιώκοντας να αναβιώσουν τη συνεργασία του 2021, η οποία, αν και βραχύβια, είχε οδηγήσει στην απομάκρυνση του Νετανιάχου από την πρωθυπουργία.

Το κόμμα τους, Μπεγιαχάντ («Μαζί»), υπό την ηγεσία του Μπένετ, υποστηρίζει σταθερά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων Ισραηλινών, την κατάργηση των μονοπωλίων και τη σύσταση κρατικής εξεταστικής επιτροπής για τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου.

Ο Λαπίντ εισήλθε στην πολιτική το 2012, έπειτα από καριέρα στη δημοσιογραφία. Ο Μπένετ ξεκίνησε την πολιτική του πορεία ως επικεφαλής του γραφείου του Νετανιάχου και στη συνέχεια διετέλεσε υπουργός Οικονομίας, Θρησκευτικών Υποθέσεων, Υποθέσεων Διασποράς, Παιδείας και Άμυνας.

Στην εκλογική αναμέτρηση συμμετέχουν επίσης αρκετές προσωπικότητες που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στους μετεκλογικούς συσχετισμούς.

  • Αβιγκντόρ Λίμπερμαν: Πρώην υπουργός Άμυνας επί Νετανιάχου, σήμερα αντίπαλός του. Ηγείται του κοσμικού και σκληροπυρηνικού κόμματος Γισραέλ Μπεϊτενού («Το Ισραήλ είναι το σπίτι μας») και αποτελεί σταθερή παρουσία στην ισραηλινή πολιτική εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες.
  • Αριέ Ντέρι: Ηγείται του Σας, το οποίο κυριαρχεί στην ψήφο των Σεφαραδιτών υπερορθόδοξων Εβραίων.
  • Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ: Υπουργός Εθνικής Ασφάλειας και επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος Οτσμά Γιεχουντίτ.
  • Μπεζαλέλ Σμότριτς: Υπουργός Οικονομικών και ηγέτης του κόμματος Θρησκευτικός Σιωνισμός, το οποίο υποστηρίζει έντονα την επέκταση των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη.
  • Μανσούρ Αμπάς: Ηγείται του αραβικού κόμματος Ραάμ, το οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί και πάλι καθοριστικό εάν κανένα από τα δύο πολιτικά μπλοκ δεν εξασφαλίσει 61 έδρες.
  • Γιαΐρ Γκολάν: Πρώην υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου των IDF και σημερινός επικεφαλής του αριστερού κόμματος Δημοκράτες.
  • Γιοάζ Χέντελ: Πρώην υπουργός Επικοινωνιών επί Νετανιάχου και επικεφαλής του κόμματος Εφέδροι.

Τα κρίσιμα διακυβεύματα για το μέλλον του Ισραήλ

Η αβεβαιότητα γύρω από τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με θεμελιώδη και αλληλένδετα ερωτήματα.

Στο επίκεντρο βρίσκονται η ταυτότητα της χώρας ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, η εθνική ασφάλεια, οι σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες και τους Παλαιστινίους στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, η θέση της στη διεθνή κοινότητα και η σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο κατά τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας Τραμπ όσο και κατά τη θητεία του διαδόχου του.

Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ, οι Εβραίοι Ισραηλινοί θεωρούν ότι δύο παράγοντες επηρεάζουν περισσότερο την εκλογική τους επιλογή: η στάση ενός κόμματος στην εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια, καθώς και οι θέσεις του για την οικονομία και το κόστος ζωής.

Ακολουθούν οι θέσεις των κομμάτων για την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και για τη σχέση θρησκείας και κράτους.

Παρότι τους πρώτους μήνες της θητείας της 37ης κυβέρνησης εκατομμύρια Ισραηλινοί διαδήλωναν κατά των προτεινόμενων δικαστικών «μεταρρυθμίσεων», οι οποίες, σύμφωνα με τους επικριτές τους, αποσκοπούσαν στην αποδυνάμωση της δικαστικής εξουσίας, σήμερα μόλις το 18% των Ισραηλινών θεωρεί τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος σημαντικό παράγοντα για την ψήφο του.

Η 7η Οκτωβρίου και οι συνέπειες του πολέμου

Πέρα από αυτά τα ευρύτερα ζητήματα, ορισμένα συγκεκριμένα θέματα βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα των Ισραηλινών ενόψει των εκλογών. Κυριότερο από αυτά είναι οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023.

Οι μακροχρόνιες συνέπειες των επιθέσεων συνδέονται με κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με:

  • Την πολιτική ευθύνη και τη λογοδοσία της ηγεσίας.
  • Τη στρατηγική άμυνας και ασφάλειας του Ισραήλ.
  • Το μέλλον του Παλαιστινιακού ζητήματος.
  • Τις επιπτώσεις του πολέμου στην ισραηλινή οικονομία.
  • Την εθνική ψυχολογία και την κοινωνική συνοχή.

Ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί έντονη αντιπαράθεση είναι η εξαίρεση των υπερορθόδοξων Εβραίων από τη στρατιωτική θητεία. Το θέμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εξαιτίας του δυσανάλογου βάρους που επωμίστηκαν οι έφεδροι μετά την 7η Οκτωβρίου, τόσο οι κοσμικοί όσο και οι θρησκευόμενοι Ισραηλινοί που δεν ανήκουν στις υπερορθόδοξες κοινότητες.

Παράλληλα, όπως συμβαίνει και με τους Αμερικανούς ψηφοφόρους που θα προσέλθουν στις δικές τους κάλπες μία εβδομάδα μετά τις ισραηλινές εκλογές, το υψηλό κόστος ζωής αποτελεί βασικό ζήτημα για την ισραηλινή κοινωνία.

Οι τιμές στο Ισραήλ είναι σημαντικά υψηλότερες από εκείνες πολλών άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών και έχουν αυξηθεί κατά 20% από τότε που ο Νετανιάχου επέστρεψε στην εξουσία το 2022.

Το αποτέλεσμα των εκλογών και η επόμενη ημέρα

Οι εκλογές θα αποτελέσουν μια δοκιμασία για το εάν θα επικρατήσει η τάση εσωστρέφειας που ενισχύθηκε στο Ισραήλ μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου ή η επιθυμία των πολιτών για πολιτική αλλαγή.

Ωστόσο, η υπαρκτή πιθανότητα να μην καταφέρει ούτε ο Νετανιάχου ούτε η αντιπολίτευση να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες 61 έδρες σημαίνει ότι η μελλοντική πορεία του Ισραήλ, αλλά και οι σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, ενδέχεται να παραμείνουν αβέβαιες ακόμη και κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2027.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Atlantic Council