Αυξημένη η ελληνική παραγωγή παρά τις ελλείψεις σε πρώτες ύλες- Στις 57,4 μονάδες ο PMI

Περαιτέρω αυξήσεις σε παραγωγή και παραγγελίες καταγράφει η Markit. Στις 57,4 μονάδες ο δείκτης PMI Ιουλίου. Αύξηση με ρυθμό ρεκόρ του όγκου αδιεκπεραίωτων εργασιών. Οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Τα δεδομένα της έρευνας PMI του Ιουλίου υπέδειξαν ακόμα μία σημαντική βελτίωση της υγείας του ελληνικού μεταποιητικού τομέα, η οποία υποστηρίχθηκε από τη συνεχή παραγωγή και την αύξηση των νέων παραγγελιών. Οι ρυθμοί αύξησης της παραγωγής και των νέων πωλήσεων παρέμειναν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, υπήρξαν αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η αύξηση της παραγωγής περιορίστηκε από τις ελλείψεις υλικών και τις ανταγωνιστικές πιέσεις μετά τη νέα αύξηση των τιμών πώλησης.

Η ανάγκη μετακύλισης του κόστους στους πελάτες οφειλόταν στην αύξηση των τιμών εισροών, η οποία άγγιξε επίπεδα ρεκόρ, λόγω των σοβαρών αναταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού. Ως αποτέλεσμα της χαμηλής απόδοσης των προμηθευτών και της αβεβαιότητας που επικρατεί ως προς τη ροή εφοδιασμού, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί σε διάστημα τεσσάρων μηνών.

Ο κύριος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών της IHS Markit για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα (Purchasing Managers’ Index– PMI) είναι ένας σύνθετος δείκτης της απόδοσης της μεταποιητικής οικονομίας. Προκύπτει από δείκτες σχετικά με τις νέες παραγγελίες, την παραγωγή, την απασχόληση, τον χρόνο παράδοσης προμηθειών και τα αποθέματα προμηθειών. Οποιαδήποτε τιμή πάνω από το σημείο μηδενικής
μεταβολής των 50.0 μονάδων υποδεικνύει συνολική βελτίωση των συνθηκών του τομέα.

Ο κύριος δείκτης PMI έκλεισε στις 57.4 μονάδες τον Ιούλιο, τιμή ελαφρώς χαμηλότερη από τις 58.6 μονάδες του Ιουνίου. Η πρόσφατη βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών του ελληνικού μεταποιητικού τομέα ήταν η τρίτη ταχύτερη που έχει καταγραφεί σε διάστημα περισσότερο των 21 ετών και ήταν σε γενικές γραμμές σημαντική παρά το γεγονός ότι ο κύριος δείκτης υποχώρησε καταγράφοντας χαμηλό τριών μηνών.

Η έντονη αύξηση της παραγωγής στο ξεκίνημα του τρίτου τριμήνου συνέβαλε στη σφοδρή άνοδο της τιμής του κύριου δείκτη. Η άνοδος της παραγωγής υποστηρίχθηκε από τη διαρκή αύξηση της ζήτησης από την πλευρά των πελατών καθώς συνεχίστηκε η επανεκκίνηση της οικονομίας. Με εξαίρεση την πρόσφατη υψηλή τιμή του Ιουνίου, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής ήταν ο ταχύτερος που έχει καταγραφεί από τον Φεβρουάριο του 2020. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένες εταιρείες επισήμαναν την περιορισμένη παραγωγική ικανότητα λόγω των σοβαρών ελλείψεων σε πρώτες ύλες.

Παρότι ο ρυθμός αύξησης των νέων παραγγελιών εξασθένησε από την τιμή που παρατηρήθηκε τον Ιούνιο, παρέμεινε σε γενικές γραμμές έντονος. Η αύξηση των νέων πωλήσεων συνδέθηκε με την περαιτέρω επανεκκίνηση της εγχώριας οικονομίας και των βασικών προορισμών εξαγωγών. Ωστόσο, λίγες εταιρείες ανέφεραν ότι οι αυξήσεις των τιμών εκροών μετά την εκτόξευση στα ύψη της επιβάρυνσης κόστους άσκησαν πίεση στην ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα, οι νέες παραγγελίες εξαγωγών αυξήθηκαν σταθερά.

Οι σοβαρές αναταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού και οι ελλείψεις πρώτων υλών οδήγησαν στην ταχύτερη συσσώρευση του όγκου αδιεκπεραίωτων εργασιών που έχει καταγραφεί από την αρχή της συλλογής των συγκεκριμένων στοιχείων, τον Νοέμβριο του 2002. Παρά τη σταθερή αύξηση των επιπέδων απασχόλησης, ο ρυθμός αύξησης των εργασιών σε εκκρεμότητα επιταχύνθηκε. Πολλές εταιρείες κατέγραψαν επίσης μείωση των αποθεμάτων ετοίμων προϊόντων καθώς τα τρέχοντα αποθέματα χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών των νέων παραγγελιών. Η μείωση των αποθεμάτων ετοίμων προϊόντων ήταν η δριμύτερη που έχει καταγραφεί μέχρι στιγμής μέσα στο 2021. Ο ρυθμός επιδείνωσης της απόδοσης προμηθευτών, που αγγίζει επίπεδα ρεκόρ, είχε επίσης ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των τιμών εισροών κατά τη διάρκεια
του Ιουλίου.

Η μεγαλύτερη ζήτηση παγκοσμίως για εισροές και οι ελλείψεις από την πλευρά των προμηθευτών οδήγησαν σε μία από τις ταχύτερες αυξήσεις κόστους στην ιστορία της έρευνας, καθώς οι εταιρείες προσπάθησαν να μετακυλίσουν μέρος της αύξησης κόστους στους πελάτες τους. Ωστόσο, οι προσπάθειες διατήρησης της ανταγωνιστικότητας σήμαινε ότι ο ρυθμός αύξησης των χρεώσεων εξασθένησε στον βραδύτερο που έχει καταγραφεί σε διάστημα τριών μηνών. Εν τω μεταξύ, οι ανησυχίες σχετικά με τη σταθερότητα της μελλοντικής ροής εφοδιασμού και τις τιμές εισροών είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην επιχειρηματική εμπιστοσύνη. Ο βαθμός αισιοδοξίας υποχώρησε καταγράφοντας χαμηλό τεσσάρων μηνών, παρότι παρέμεινε ιδιαίτερα έντονος.

Τέλος, τα αποθέματα αγορών εξακολούθησαν να μειώνονται μέτρια τον Ιούλιο, καθώς οι αγορές εισροών αυξήθηκαν και πάλι σημαντικά.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της τελευταίας έρευνας, η Siân Jones, οικονομολόγος στην IHS Markit, είπε:
«Οι Έλληνες κατασκευαστές υπέδειξαν και πάλι ισχυρή ζήτηση από την πλευρά των πελατών και έντονη αύξηση της παραγωγής. Όμως, τα υποκείμενα προβλήματα σχετικά με τους περιορισμούς στην παραγωγική ικανότητα και τις αναταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού ξεκίνησαν να έρχονται στην επιφάνεια, καθώς οι αναφορές για ελλείψεις υλικών εξαπλώθηκαν ευρύτερα. Εν τω μεταξύ, οι αδιεκπεραίωτες εργασίες συσσωρεύτηκαν με πρωτοφανή ρυθμό και τα αποθέματα ετοίμων προϊόντων μειώθηκαν και πάλι. Παράλληλα, οι παραγωγοί αγαθών ήρθαν αντιμέτωποι με τη δύσκολη επιλογή του να απορροφήσουν την επιβάρυνση κόστους που εκτοξεύθηκε στα ύψη ή να προστατέψουν τα περιθώρια κέρδους, μετακυλώντας μέρος τους κόστους στους πελάτες τους, και να γίνουν με αυτόν τον τρόπο λιγότερο ανταγωνιστικοί. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με ένα αβέβαιο μέλλον σχετικά με τον εφοδιασμό υλικών, είχε αρνητικό αντίκτυπο στις προσδοκίες ως προς την παραγωγή μέσα στο επόμενο έτος. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις, η βιομηχανική παραγωγή αναμένεται να σημειώσει ετήσια αύξηση 6,2% το 2021, καθώς ο τομέας συνεχίζει την πορεία του προς την ανάκαμψη».