Μισθοί στην Ελλάδα: Δύο χρόνια «στον πάγο» η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων
- 06/07/2026, 16:44
- SHARE
- Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά στάσιμη για δύο συνεχόμενα χρόνια, με πραγματική αύξηση μισθών μόλις 0,1% το 2025 και το 2026.
- Ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 18.000 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται σε 39.808 ευρώ.
- Ο επίμονος πληθωρισμός και η χαμηλή παραγωγικότητα περιορίζουν τις προοπτικές ουσιαστικής σύγκλισης των ελληνικών μισθών με την Ευρώπη.
Δύο συνεχόμενα χρόνια χωρίς ουσιαστική βελτίωση της αγοραστικής τους δύναμης αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Αυτό προκύπτει από την Εαρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η οποία αναδεικνύει ένα από τα βασικά παράδοξα της ελληνικής οικονομίας: ισχυρή μεγέθυνση, ιστορικά χαμηλή ανεργία, αλλά μισθοί που παραμένουν καθηλωμένοι σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την Ευρώπη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επικαλείται η έκθεση, η πραγματική αμοιβή των εργαζομένων —δηλαδή οι αποδοχές μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού— αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το 2025. Για το 2026, η πρόβλεψη είναι επίσης +0,1%.
Η εικόνα αυτή σηματοδοτεί απότομη επιβράδυνση μετά το 2024, όταν οι πραγματικοί μισθοί είχαν αυξηθεί κατά 3,6%, ανακτώντας μέρος των απωλειών που είχαν προκληθεί από την πληθωριστική κρίση της περιόδου 2022-2023.
Η ουσιαστικότερη ανάκαμψη μετατίθεται πλέον για το 2027, όταν προβλέπεται αύξηση των πραγματικών μισθών κατά 1,8%, υπό την προϋπόθεση ότι ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωθεί σύμφωνα με τις εκτιμήσεις.
Ο ρόλος του δομικού πληθωρισμού
Η έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου δείχνει ως βασικό παράγοντα πίεσης τον επίμονο δομικό πληθωρισμό.
Ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο δείκτης που εξαιρεί ενέργεια, τρόφιμα, ποτά και καπνό, διαμορφώθηκε το 2025 στο 3,6% στην Ελλάδα, αισθητά υψηλότερα από το 2,4% της ευρωζώνης.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται, μεγάλο μέρος της αύξησης εξανεμίζεται από τις ανατιμήσεις.
Η εικόνα για το 2026 παραμένει δύσκολη. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 4,6% τον Απρίλιο, ενώ το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο προβλέπει πληθωρισμό 3,2% για το σύνολο του έτους. Ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται ακόμη πιο απαισιόδοξος, ανεβάζοντας την εκτίμηση στο 4,2%.
Οι αυξήσεις τιμών πλήττουν κυρίως βασικές δαπάνες των νοικοκυριών. Το 2025, οι ανατιμήσεις έφτασαν το 5,6% σε εστιατόρια και ξενοδοχεία, το 5,5% σε στέγαση και ενέργεια και το 4,7% στην ένδυση.
Με άλλα λόγια, η πίεση δεν αφορά μόνο γενικούς δείκτες. Αφορά καθημερινές δαπάνες που επηρεάζουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Το μισθολογικό χάσμα με την Ευρώπη
Η έκθεση αναδεικνύει και το μεγάλο χάσμα των ελληνικών μισθών σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2024 σε περίπου 18.000 ευρώ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται σε 39.808 ευρώ, σύμφωνα με τη Eurostat.
Αυτό σημαίνει ότι ο Έλληνας εργαζόμενος αμείβεται με λιγότερο από το μισό του μέσου Ευρωπαίου εργαζομένου.
Η εικόνα δεν βελτιώνεται ουσιαστικά ακόμη και όταν οι αποδοχές προσαρμοστούν στο κόστος ζωής. Οι ελληνικοί μισθοί παραμένουν μεταξύ των χαμηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιβεβαιώνοντας ότι η μισθολογική σύγκλιση παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας.
Πολλές ώρες εργασίας, χαμηλή παραγωγικότητα
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο συνδέει ευθέως το μισθολογικό χάσμα με το πρόβλημα της παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η έκθεση, το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί περίπου στο 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περίπου στα δύο τρίτα του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο βρίσκεται περίπου στο 60% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Την ίδια στιγμή, ο μέσος αριθμός ωρών εργασίας στην Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες εργάζονται πολλές ώρες, αλλά η παραγόμενη αξία ανά ώρα παραμένει χαμηλή σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο μισθολογικό. Είναι και διαρθρωτικό. Συνδέεται με τις επενδύσεις, την τεχνολογία, την οργάνωση της εργασίας, τις δεξιότητες, την καινοτομία και τη συνολική παραγωγική βάση της χώρας.
Η πρόκληση για μισθούς και ανάπτυξη
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο σημειώνει ότι η περαιτέρω αύξηση των μισθών θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη τόσο σε μικροοικονομικό όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδεύεται από διατηρήσιμη ανάπτυξη και βελτίωση της παραγωγικότητας.
Η επισήμανση αυτή είναι κρίσιμη. Η αύξηση των αποδοχών ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση και την κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, για να είναι βιώσιμη, πρέπει να στηρίζεται σε μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία, προσελκύει επενδύσεις και αναβαθμίζει το παραγωγικό της μοντέλο.
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως η βελτίωση της καθημερινότητας των εργαζομένων παραμένει περιορισμένη όσο οι πραγματικοί μισθοί μένουν σχεδόν στάσιμοι και η παραγωγικότητα απέχει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Για τους εργαζόμενους, το 2025 και το 2026 μοιάζουν με δύο χρόνια αναμονής. Για την οικονομική πολιτική, αποτελούν υπενθύμιση ότι η ανάπτυξη δεν αρκεί από μόνη της, αν δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική αύξηση εισοδημάτων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Εφορία: Πώς μπορεί να πωληθεί δεσμευμένο ακίνητο – Ο κανόνας του 25%
- Δεκαπενταύγουστος: Στα ύψη οι προκρατήσεις – Ακριβότερα τα νησιά, κερδίζει έδαφος η ηπειρωτική Ελλάδα
- Τα τρία στοιχήματα της κυβέρνησης έως τον Σεπτέμβριο: Τιμές, πακέτο ΔΕΘ και Ταμείο Ανάκαμψης
- Ακίνητα: Ισχυρή δυναμική σε επαγγελματικούς χώρους και οικόπεδα – Οι τάσεις που διαμορφώνουν την αγορά