Οι αγορές σε τροχιά «φούσκας»: Οι 3 κρυφοί κίνδυνοι πίσω από τα νέα ιστορικά υψηλά 

Οι αγορές σε τροχιά «φούσκας»: Οι 3 κρυφοί κίνδυνοι πίσω από τα νέα ιστορικά υψηλά 
Photo: Shutterstock
Dambisa Moyo και Jamie Dimon προειδοποιούν για τη μόχλευση-ρεκόρ, την «αόρατη» ιδιωτική πίστωση και την επικίνδυνη συγκέντρωση του S&P 500 στην τεχνητή νοημοσύνη. 

Παρά τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις και την οικονομική αβεβαιότητα, οι αγορές μετοχών συνεχίζουν να καταγράφουν νέα υψηλά, αψηφώντας τα ιστορικά πρότυπα αποτιμήσεων.

Στις ΗΠΑ, ο κυκλικά προσαρμοσμένος δείκτης τιμής προς κέρδη (Shiller CAPE) διαμορφώνεται στις 41,97 μονάδες, πολύ κοντά στο ιστορικό υψηλό του και σημαντικά πάνω από τη μακροπρόθεσμη διάμεση τιμή των περίπου 16 μονάδων.

Την ίδια στιγμή, ο δείκτης Buffett, ο λόγος της συνολικής κεφαλαιοποίησης της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς προς το ΑΕΠ, εκπέμπει επίσης προειδοποιητικό σήμα. Ένα επίπεδο μεταξύ 75% και 90% θεωρείται γενικά εύλογο, ενώ τιμές άνω του 120% υποδηλώνουν ότι η αγορά είναι σημαντικά υπερτιμημένη. Σήμερα, ο δείκτης κινείται σε επίπεδα άνω του 230%.

Όπως επισημαίνει η Dambisa Moyo, διεθνής οικονομολόγος και συγγραφέας του βιβλίου Edge of Chaos: Why Democracy Is Failing to Deliver Economic Growth – and How to Fix It, οι υψηλές αποτιμήσεις αποτελούν μόνο ένα μέρος της εικόνας. Οι πραγματικοί κίνδυνοι εντοπίζονται στη μόχλευση, στο αυξανόμενο χρέος και στη συγκέντρωση κινδύνου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Παρότι οι έμπειροι επενδυτές δεν βασίζονται αποκλειστικά σε τέτοιους δείκτες, οι μετρήσεις αυτές ενισχύουν τις ανησυχίες ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν εισέλθει σε περιοχή «φούσκας».

Μάλιστα, σύμφωνα με την Moyo, μια σειρά δεικτών χρέους δείχνει ότι η αυξανόμενη μόχλευση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να έχει οικονομικές επιπτώσεις που δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί πλήρως.

Οι τρέχουσες εκτιμήσεις δείχνουν ότι το ράλι της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς τροφοδοτείται από περισσότερα από 1 τρισ. δολάρια δανεισμένων κεφαλαίων.

Σύμφωνα με τη FINRA, το margin debt στις ΗΠΑ, δηλαδή τα κεφάλαια που δανείζονται οι επενδυτές από χρηματιστηριακές εταιρείες για αγορά τίτλων, αυξήθηκε κατά 54% τον τελευταίο χρόνο, αγγίζοντας το ιστορικό υψηλό του 1,4 τρισ. δολαρίων.

Η συσσώρευση αυτής της μόχλευσης είναι συγκρίσιμη με κάθε μεγάλη κατηγορία αμερικανικού καταναλωτικού χρέους, όπως τα δάνεια αυτοκινήτου, τα φοιτητικά δάνεια και οι πιστωτικές κάρτες, καθιστώντας μια ήδη υπερχρεωμένη οικονομία ακόμη πιο ευάλωτη σε μια σοβαρή χρηματιστηριακή διόρθωση.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν, σύμφωνα με την οικονομολόγο, τα leveraged ETFs, καθώς πολλοί επενδυτές δεν αντιλαμβάνονται ότι η καθημερινή αναπροσαρμογή των προϊόντων αυτών τους εκθέτει ουσιαστικά σε σημαντικό κίνδυνο μεταβλητότητας.

Με άλλα λόγια, στοιχηματίζουν έμμεσα ότι η μεταβλητότητα θα παραμείνει χαμηλή. Αν όμως οι αγορές παρουσιάσουν έντονες διακυμάνσεις, οι απώλειες μπορεί να είναι μεγάλες, αναγκάζοντας τα κεφάλαια να πραγματοποιήσουν κινήσεις που εντείνουν ακόμη περισσότερο τις πιέσεις πώλησης.

Ιδιωτική πίστωση: Ο αόρατος κίνδυνος

Η ιδιωτική πίστωση (private credit) αποτελεί μια ακόμη σημαντική πηγή ευπάθειας.

Όπως σημειώνει η Dambisa Moyo, εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος ενδέχεται να αναπτύσσεται μια σύγχρονη εκδοχή αυτού που ο οικονομολόγος John Kenneth Galbraith είχε αποκαλέσει «bezzle», δηλαδή τη μη ανιχνεύσιμη απάτη που συσσωρεύεται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Επειδή μεγάλο μέρος της αγοράς private credit παραμένει εκτός της άμεσης εποπτείας των ρυθμιστικών αρχών, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμηθεί το πραγματικό μέγεθος της μόχλευσης και των σχετικών κινδύνων.

Κατά συνέπεια, δεν είναι σαφές εάν υπάρχουν επαρκή κεφάλαια για την απορρόφηση πιθανών ζημιών.

Στην επιστολή του προς τους μετόχους το 2025, ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Jamie Dimon, επισήμανε ότι τα μη τραπεζικά ιδρύματα αντιπροσωπεύουν πλέον το 64% των δανείων με μόχλευση, έναντι 54% το 2010.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το μερίδιό τους στις νέες χορηγήσεις στεγαστικών δανείων έχει επίσης εκτοξευθεί, από μόλις 9% σε 77% μέσα στην ίδια περίοδο.

Παράλληλα, καθώς κυβερνήσεις όπως των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας βασίζονται ολοένα και περισσότερο στη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, αυξάνονται και οι κίνδυνοι στις αγορές ομολόγων.

Στις ΗΠΑ, περίπου το 20% του ομοσπονδιακού χρέους αποτελείται πλέον από βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια. Αν και η πρακτική αυτή μειώνει προσωρινά το κόστος δανεισμού, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, εφόσον τα επιτόκια παραμείνουν υψηλά.

Την ίδια στιγμή, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες μειώνουν τις τοποθετήσεις τους σε μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, αφήνοντας περισσότερο χώρο στα hedge funds, τα οποία διαπραγματεύονται τις θέσεις τους πολύ πιο επιθετικά, ενισχύοντας έτσι τη μεταβλητότητα.

Αύξηση επιτοκίων και AI: Οι δύο μεγάλοι κίνδυνοι

Κατά τη Moyo, δύο εξελίξεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια απότομη διόρθωση στις αγορές.

Η πρώτη αφορά μια νέα άνοδο των επιτοκίων. Παρότι οι πληθωριστικές πιέσεις που συνδέθηκαν με τον πόλεμο Ιράν – Ισραήλ έχουν υποχωρήσει, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα για τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Hormuz.

Παράλληλα, η πρόσφατη αποκλιμάκωση στις τιμές του πετρελαίου και των εμπορευμάτων ενδέχεται να μην είναι αρκετή ώστε να τεθεί ο πληθωρισμός υπό πλήρη έλεγχο.

Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη δήλωση του προέδρου της Federal Reserve Bank of Minneapolis, Neel Kashkari, ότι αναμένει ακόμη μία αύξηση επιτοκίων εντός του έτους, λόγω επίμονων πληθωριστικών πιέσεων πέραν του ενεργειακού τομέα.

Ο δεύτερος σημαντικός κίνδυνος αφορά τη μεγάλη συγκέντρωση στις μετοχές τεχνολογίας.

Οι προσδοκίες για την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και των εταιρικών κερδών συνδέονται πλέον σε μεγάλο βαθμό με την τεχνητή νοημοσύνη (AI). Επομένως, απογοητευτικά αποτελέσματα ή προβλέψεις από μία μεγάλη εταιρεία AI θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μαζικές ρευστοποιήσεις.

Οι Apple, Alphabet, Amazon, Meta, Microsoft, Nvidia και Tesla – οι λεγόμενες Magnificent Seven – αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής κεφαλαιοποίησης του S&P 500, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τον συστημικό κίνδυνο.

Οι ίδιες εταιρείες αναμένεται να επενδύσουν περίπου 725 δισ. δολάρια σε κεφαλαιουχικές δαπάνες το 2026, κυρίως σε κέντρα δεδομένων και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 2% του αμερικανικού ΑΕΠ.

Ωστόσο, όπως καταλήγει η Dambisa Moyo, εάν οι επενδύσεις αυτές επιβραδυνθούν ή εάν η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποδώσει τα αναμενόμενα κέρδη παραγωγικότητας, το σοκ για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και την πραγματική οικονομία θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολο να περιοριστεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Project Syndicate