Ακριβές, αλλά όχι καταδικασμένες: Γιατί η Goldman βλέπει καλύτερη δεκαετία για τις αμερικανικές μετοχές
- 10/07/2026, 12:45
- SHARE
Η Goldman Sachs αλλάζει τόνο για τη Wall Street, απομακρυνόμενη από την προειδοποίηση περί «χαμένης δεκαετίας» που είχε προκαλέσει αίσθηση το 2024.
Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, η ομάδα στρατηγικής της Goldman Sachs, υπό τον τότε επικεφαλής στρατηγικό αναλυτή για τις αμερικανικές μετοχές Ντέιβιντ Κόστιν, προέβλεπε ότι ο S&P 500 θα αποφέρει κατά μέσο όρο μόλις 3% ετησίως την επόμενη δεκαετία. Η επίσημη ανάλυση της τράπεζας έκανε λόγο για ετήσια ονομαστική συνολική απόδοση 3% έως το 2034, επίδοση που θα βρισκόταν μόλις στο 7ο εκατοστημόριο των δεκαετών αποδόσεων από το 1930.
Σήμερα, όμως, η Goldman εμφανίζεται πιο αισιόδοξη. Ο Μπεν Σνάιντερ, ο οποίος ανέλαβε τον Ιανουάριο τη θέση του επικεφαλής στρατηγικού αναλυτή μετοχών της Goldman για τις ΗΠΑ, δήλωσε στο Business Insider ότι η τράπεζα προβλέπει πλέον ετήσιες αποδόσεις περίπου 7% για τον S&P 500 την επόμενη δεκαετία.
Γιατί άλλαξε η πρόβλεψη
Η μετατόπιση της Goldman δεν σημαίνει ότι οι αποτιμήσεις έγιναν φθηνές. Το αντίθετο. Όταν η τράπεζα έκανε την αρχική απαισιόδοξη πρόβλεψη, ο δείκτης CAPE του S&P 500 βρισκόταν περίπου στις 38 φορές τα κέρδη. Σήμερα, σύμφωνα με το Business Insider, κινείται κοντά στις 40 φορές, επίπεδο που ιστορικά συνδέεται με χαμηλές μελλοντικές αποδόσεις. Τα στοιχεία της GuruFocus έδειχναν τον Shiller CAPE του S&P 500 στις 39,75 μονάδες την 1η Ιουλίου 2026.
Η διαφορά βρίσκεται στην ερμηνεία. Ο Σνάιντερ εκτιμά ότι οι επενδυτές δεν πρέπει να θεωρούν δεδομένο πως οι πολλαπλασιαστές αποτίμησης θα επιστρέψουν στους μακροπρόθεσμους μέσους όρους τους. Με άλλα λόγια, οι αμερικανικές μετοχές μπορεί να παραμείνουν ακριβές για περισσότερο από όσο υπονοεί η ιστορική σχέση CAPE και αποδόσεων.
Το επιχείρημά του στηρίζεται σε δύο παράγοντες: τα εταιρικά κέρδη και τα επιτόκια.
Τα κέρδη κρατούν ψηλά τις αποτιμήσεις
Τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών του S&P 500 βρίσκονται σήμερα περίπου στο 13%, έναντι περίπου 5,5% το 1980, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Σνάιντερ στο Business Insider. Αυτή η διαρθρωτική βελτίωση στην κερδοφορία εξηγεί γιατί οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν υψηλότερες αποτιμήσεις για τις αμερικανικές μετοχές.
Το δεύτερο στοιχείο είναι τα επιτόκια. Παρότι αυξήθηκαν σημαντικά μετά το 2022, τα μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα επιτόκια παραμένουν, σύμφωνα με τον Σνάιντερ, χαμηλότερα από τους πολύ μακροπρόθεσμους ιστορικούς μέσους όρους τους. Χαμηλότερα επιτόκια σημαίνουν ότι οι μελλοντικές ταμειακές ροές των εταιρειών αποτιμώνται πιο γενναιόδωρα από την αγορά.
Αυτοί οι δύο παράγοντες —υψηλότερα περιθώρια κέρδους και χαμηλότερα επιτόκια σε σχέση με την πολύ μακρά ιστορία— είναι ο λόγος που η Goldman θεωρεί πλέον πιθανό οι αποτιμήσεις να παραμείνουν υψηλές αντί να επιστρέψουν απότομα στα παλαιότερα επίπεδα.
Γιατί το 7% δεν είναι ακριβώς αισιοδοξία χωρίς όρια
Η νέα πρόβλεψη της Goldman είναι σαφώς πιο θετική από το 3% του 2024, αλλά δεν σημαίνει επιστροφή στις πολύ υψηλές αποδόσεις της προηγούμενης δεκαετίας.
Το 7% παραμένει χαμηλότερο από τη μακροπρόθεσμη μέση απόδοση του S&P 500, που το Business Insider τοποθετεί γύρω στο 10% από τη δεκαετία του 1950.
Ο λόγος είναι ότι οι ίδιοι παράγοντες που στηρίζουν την αγορά λειτουργούν και ως περιορισμός. Τα περιθώρια κέρδους είναι ήδη υψηλά, άρα είναι δύσκολο να συνεχίσουν να αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό. Τα επιτόκια μπορεί να μην επιστρέψουν στους μακροπρόθεσμους μέσους όρους τους, αλλά επίσης δεν είναι πλέον στα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας.
Έτσι, η Goldman δεν προβλέπει μια νέα εκρηκτική δεκαετία για τις αμερικανικές μετοχές. Προβλέπει μια δεκαετία καλύτερη από τον αρχικό φόβο, αλλά πιο συγκρατημένη από αυτό που συνήθισαν οι επενδυτές τα τελευταία χρόνια.
Το καμπανάκι του CAPE δεν έχει σβήσει
Παρά την αλλαγή στάσης της Goldman, ο βασικός λόγος ανησυχίας παραμένει: οι αποτιμήσεις είναι πολύ υψηλές.
Ο δείκτης CAPE, που συγκρίνει την τιμή του S&P 500 με τον μέσο όρο των κερδών των προηγούμενων δέκα ετών προσαρμοσμένων στον πληθωρισμό, χρησιμοποιείται συχνά ως ένδειξη για τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις της αγοράς.
Όσο υψηλότερος είναι ο CAPE, τόσο χαμηλότερες τείνουν να είναι οι αποδόσεις της επόμενης δεκαετίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά θα πέσει άμεσα, αλλά σημαίνει ότι οι επενδυτές ξεκινούν από ακριβό σημείο εισόδου.
Γι’ αυτό και πολλοί αναλυτές εξακολουθούν να προειδοποιούν ότι ο S&P 500 μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια περίοδο στασιμότητας. Το Business Insider αναφέρει ότι ο Ρίτσαρντ Μπέρνστιν της Richard Bernstein Advisors, ο Τόρστεν Σλοκ της Apollo και ο Τιμ Έιλς της The Mather Group έχουν προειδοποιήσει τους τελευταίους μήνες για κίνδυνο επίπεδων ή χαμηλών αποδόσεων την επόμενη δεκαετία.
Το AI κάνει την εξίσωση πιο δύσκολη
Η αλλαγή στάσης της Goldman έρχεται σε μια περίοδο όπου η αμερικανική αγορά στηρίζεται έντονα στην τεχνητή νοημοσύνη, στα μεγάλα τεχνολογικά ονόματα και στις προσδοκίες για ισχυρή αύξηση κερδών.
Το Reuters μετέδωσε ότι οι προσδοκίες για τα εταιρικά κέρδη στις ΗΠΑ έχουν ανέβει σημαντικά, με την αγορά να προεξοφλεί ισχυρή αύξηση κερδοφορίας, ιδίως σε τεχνολογία και ενέργεια. Η ίδια δυναμική στηρίζει τις αποτιμήσεις, αλλά δημιουργεί και υψηλότερο πήχη για τις εισηγμένες εταιρείες.
Αυτό σημαίνει ότι η αγορά μπορεί να συνεχίσει να ανεβαίνει αν οι εταιρείες παραδώσουν τα κέρδη που υπόσχονται. Αν όμως η αύξηση κερδών επιβραδυνθεί ή οι επενδύσεις στην AI δεν αποδώσουν όσο γρήγορα αναμένουν οι επενδυτές, οι σημερινές αποτιμήσεις θα γίνουν πιο δύσκολο να δικαιολογηθούν.