Δεν βγαίνει η αγορά με το «ακορντεόν». Ζητάει μοντέλο κανονικού τύπου

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Την Παρασκευή οι αποφάσεις – Σχέδια επί χάρτου για λειτουργία των καταστημάτων με τους λιγότερους δυνατούς περιορισμούς – Οι πιέσεις από τους επαγγελματίες και το δημοσιονομικό κόστος, ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της επιδημίας.

Αν και επίσημες αποφάσεις δεν αναμένεται να ληφθούν πριν το τέλος της εβδομάδας, στο πλαίσιο της σύσκεψης της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, «κλειδώνει», όπως φαίνεται, το σενάριο για άνοιγμα της αγοράς από τη δεύτερη εβδομάδα του Μαρτίου, που αποτελεί και το ορόσημο του ενός έτους από την θέσπιση περιοριστικών μέτρων στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της πανδημίας της νόσου Covid-19 – το πρώτο κρούσμα επιβεβαιώθηκε 26.2.2020 και από τις 12.3.2020 γενικεύθηκαν τα μέτρα που λίγες μέρες νωρίτερα είχαν τοπικό χαρακτήρα.

Στην ουσία επιχειρείται η απομάκρυνση από τη λύση «ακορντεόν» και η είσοδος της αγοράς σε μια νέα κανονικότητα που θα ευνοήσει τα δημόσια έσοδα και θα υποστηρίζεται από τη μείωση της πίεσης στο υγειονομικό σύστημα.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται στοχευμένα μέτρα ειδικά για την ασφαλή λειτουργία της αγοράς του λιανεμπορίου.

Τα χθεσινά δεδομένα πάντως δεν έπεισαν πολλούς επιδημιολόγους ότι το άνοιγμα της αγοράς είναι η ενδεδειγμένη λύση στην παρούσα συγκυρία. Οι αριθμοί για τα ημερήσια κρούσματα, τις εισαγωγές στα νοσοκομεία και τους διασωληνωμένους ασθενείς ενίσχυσαν την αβεβαιότητα και αποδυνάμωσαν τα επιχειρήματα όσων υποστήριζαν το σενάριο του ανοίγματος της αγοράς τη Δευτέρα 1η Μαρτίου. Βέβαια, το δημοσιονομικό κόστος αναβαθμίζει το ρίσκο των αποφάσεων και σε συνδυασμό με το μπαράζ κινητοποιήσεων και επιστολών από επιχειρηματικούς φορείς δημιουργεί πίεση για άμεση επανεκκίνηση του λιανεμπορίου. Δεν μπορεί ωστόσο να παραβλεφθεί η απότομη αύξηση των μολύνσεων.

Στον αντίποδα, όπως τονίζουν κυβερνητικοί παράγοντες, υπάρχει η πρόοδος του εμβολιαστικού προγράμματος και τα επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν ότι η τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων και των περιοριστικών μέτρων για τον αριθμό πελατών ανά κατάστημα, δεν προσθέτουν ουσιαστικό φορτίο.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι φορείς της αγοράς ζητούν άμεση επανεκκίνηση της λειτουργίας των καταστημάτων από την ερχόμενη Δευτέρα 1η Μαρτίου, με μεγάλη μερίδα επαγγελματιών να επιμένει στην πλήρη απελευθέρωση, χωρίς δηλαδή τα υβριδικά μοντέλα και κυρίως αυτό της παράδοσης εκτός καταστήματος (click away). Πιο «βολική» θεωρούν οι επαγγελματίες την επίσκεψη με ραντεβού (click in shop). Εκτιμούν ότι δεν πρέπει να υπάρχουν αντικίνητρα, αλλά πιστή τήρηση των υγειονομικών μέτρων, ώστε να επανέλθει στο μέτρο του εφικτού η προσφορά και η ζήτηση σε ισορροπία και να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις να αποφορτίσουν το στοκ των εμπορευμάτων τους μετά από μακρά περίοδο περιορισμών στα φυσικά τους καταστήματα.

Οι τελικές αποφάσεις είναι συνισταμένη των παραπάνω σε συνδυασμό με το δημοσιονομικό κόστος, που ειδικά για τις «κόκκινες περιοχές», όπου παράγεται σχεδόν το 60% του τζίρου για την οικονομία, συνοψίζεται σε πάνω από 1 δισ. ευρώ ταμειακά διαθέσιμα, 0,8% πρωτογενές αποτέλεσμα και 0,7% ΑΕΠ, για κάθε δεκαπενθήμερο lockdown. Τα δεδομένα προκρίνουν το σταδιακό άνοιγμα των δραστηριοτήτων το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου.

Με βάση τα στοιχεία της Ελλ.Στατ. ο κύκλος εργασιών στο σύνολο των επιχειρήσεων του λιανεμπορίου το 2020 ανήλθε σε 47,25 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 8,6% σε σχέση με το έτος 2019, ή 4,5 δισ. ευρώ. Με εξαίρεση κάποιες δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν σημαντικά όπως το ηλεκτρονικό εμπόριο (18%) και το λιανεμπόριο ΗΥ (13,1%) λόγω των αναγκών που δημιούργησε η πανδημία για εξ’ αποστάσεως εργασία και εκπαίδευση, οι περισσότεροι κλάδοι του λιανεμπορίου βυθίστηκαν στην κρίση. Οι μεγαλύτερες απώλειες τζίρου καταγράφονται στο λιανεμπόριο ρολογιών και κοσμημάτων (-46,8%) και στα είδη ένδυσης/υπόδησης (-39,8%)

Μόνο στο δ’ τρίμηνο του 2020 χάθηκαν από την αγορά περίπου 1,5 δισ. ευρώ, με τον κλάδο που έγραψε τις μεγαλύτερες απώλειες να είναι και πάλι το λιανικό εμπόριο ενδυμάτων, με μείωση 59%.