Deutsche Bank: Το… πάρτι τελείωσε για την «πιο επικίνδυνη τράπεζα του κόσμου»

Τι πραγματικά σηματοδοτεί η απόφαση της γερμανικής τράπεζας να περικόψει το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού της.

του Geoffrey Smith

Η Deutsche Bank έβαλε τίτλους τέλους στην 20ετή εκστρατεία της να ανταγωνιστεί κολοσσιαίες τράπεζες όπως η Goldman Sachs και η J.P. Morgan Chase & Co.

Η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας επιβεβαίωσε την περασμένη Κυριακή ότι θα περικόψει περίπου 18.000 θέσεις εργασίας – σχεδόν το ένα τέταρτο του συνολικού εργατικού δυναμικού της – καθώς μειώνει την κλίμακα των δραστηριοτήτων της αναζητώντας μια …ζωή με λιγότερους κινδύνους και σκάνδαλα. Οι περικοπές, οι οποίες θα συρρικνώσουν το μέγεθος της τράπεζας κατά 20%, αναμένεται να πλήξουν ιδιαίτερα τις λειτουργίες της σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε υπόμνημά του προς το προσωπικό της τράπεζας, ο διευθύνων σύμβουλος Christian Sewing χαρακτήρισε την κίνηση ως μια «θεμελιώδη αναδόμηση … η οποία, κατά κάποιον τρόπο, μας οδηγεί και πάλι στις ρίζες μας» – δηλαδή στην εξυπηρέτηση γερμανικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Ωστόσο, σηματοδοτεί και το τέλος δυο δεκαετιών απερίσκεπτης διαχείρισης, στην οποία η τράπεζα λειτουργούσε κυρίως προς όφελος των πλουσιοπάροχα αμειβόμενων διευθυντών και traders της, και όχι των ιδιοκτητών της. Η Deutsche έχει πληρώσει περισσότερα σε μπόνους από ό,τι σε μερίσματα τα τελευταία 20 χρόνια και οι μετοχές της έχουν αγγίξει το ένα ιστορικό χαμηλό μετά το άλλο από το 2016, καθώς η εταιρεία έχει ξοδέψει δισεκατομμύρια σε εξωδικαστικούς συμβιβασμούς για τα πάντα – από εσφαλμένες πωλήσεις ενυπόθηκων ομολόγων και χειραγώγηση επιτοκίων μέχρι ξέπλυμα ρώσικου χρήματος.

Ο επικεφαλής επενδυτικής τραπεζικής Garth Ritchie, με συνολικό πακέτο ετήσιων απολαβών 8,6 εκατομμυρίων ευρώ, ανακοίνωσε την αποχώρησή του την Παρασκευή. Δύο άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου – οι Sylvie Matherath και Frank Strauss – ακολούθησαν την Κυριακή.

Οι μετοχές της τράπεζας σημείωσαν άνοδο περίπου 20% από τότε που άρχισαν να διαρρέουν οι λεπτομέρειες της αναδιάρθρωσης αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται κατά 93% κάτω από το ιστορικό υψηλό του 2007. Αντίθετα, η τιμή της μετοχής της JP Morgan έχει υπερ-διπλασιαστεί σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, ενώ η πτώση της μετοχής της Goldman Sachs είναι κατά 20% μικρότερη σε σχέση με εκείνη της Deutsche.

Το πρόβλημα είναι ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα στην οποία βασίζει η Deutsche το μέλλον της βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ελάχιστο χρήμα μπορεί να βγει από τις καταθέσεις και τον δανεισμό σε Γερμανούς, τη στιγμή που τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πρόκειται να μειωθούν περαιτέρω κάτω από το μηδέν και οι κρατικές αποταμιευτικές τράπεζες πιέζουν τα περιθώρια κέρδους στα δάνεια στο ελάχιστο. Και η επιτάχυνση του εξορθολογισμού των δραστηριοτήτων λιανικής τραπεζικής φαντάζει ένα μακρινό ενδεχόμενο, εξαιτίας της ισχύος του γερμανικού εργατικού δικαίου που έχει επιτρέψει στα συνδικάτα να υπερασπίζονται ένα αυστηρό ανώτατο όριο στις περικοπές θέσεων εργασίας έως το 2021.

Επιπλέον, η πτωτική τάση της οικονομίας θα πλήξει κάποια στιγμή το χαρτοφυλάκιο δανείων της τράπεζας: οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια σε ιδιώτες και επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 30% το πρώτο τρίμηνο, οι επιχειρηματικές έρευνες δείχνουν ότι η μεταποίηση εξακολουθεί να βρίσκεται σε ύφεση, και ο αριθμός των ανέργων τον Μάιο παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση εδώ και 10 χρόνια (αν και σταθεροποιήθηκε τον Ιούνιο).

Ακόμα και αν όλα πάνε καλά για τη Deutsche, όπως σχεδιάζει η διοίκησή της – προοπτική που τα τελευταία χρόνια μοιάζει μάλλον απίθανη – η τράπεζα δεν θα πληρώσει μερίσματα για τα επόμενα δύο χρόνια και θα προσπαθεί να εξασφαλίσει το κόστος κεφαλαίου της ακόμα και μετά από τέσσερα χρόνια. Όταν ο Sewing ανέλαβε τα ηνία την περσινή χρονιά, ο στόχος κερδοφορίας της ήταν απόδοση επί ιδίων κεφαλαίων της τάξης του 10% μέχρι το 2020. Την Κυριακή ο ίδιος δήλωσε ότι προβλέπει πως ο αριθμός αυτός δεν θα υπερβεί το 8% μέχρι το 2022. Εκείνο το έτος, αναμένει ότι οι δαπάνες θα αγγίξουν το 70% των εσόδων (ο δείκτης αποτελεσματικότητας της JP Morgan είναι περίπου 55%, ενώ της Citigroup είναι λίγο πάνω από το 57%).

Εν τω μεταξύ, το φετινό κέρδος στο οποίο πρόσβλεπαν πολλοί θα …εξαϋλωθεί από τις αναμενόμενες δαπάνες αναδιάρθρωσης ύψους 5,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, με άλλα 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ να ακολουθούν τα επόμενα τρία χρόνια.

Και κάπως έτσι, ένας τραπεζικός οργανισμός που το 2016 ονομάστηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ως η πιο επικίνδυνη τράπεζα του κόσμου θα γίνει τελικά λιγότερο μεγάλη, λιγότερο περίπλοκη και, κατά συνέπεια, λιγότερο απειλητική για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.