Εστίαση και ξενοδοχεία αυξάνουν το κενό ρευστότητας σε 4,2 δισ. ευρώ το 2021

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αποκλιμακώνονται οι ανάγκες των επιχειρήσεων σε 16 δισ. ευρώ από 34 δισ. ευρώ το 2020 – Οι αναλυτές της Εθνικής Τράπεζας συνιστούν σε μεσοπρόθεσμη βάση επενδύσεις σε συνδυασμό με την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Στα 16 δισ. ευρώ υπολογίζονται οι ανάγκες ρευστότητας για τις επιχειρήσεις το 2021 από 35 δισ. ευρώ το 2020 σε συνέχεια μιας κρίσης επικών διαστάσεων που συρρίκνωσε την αξία της αγοράς δημιουργώντας τεράστιο κενό ρευστότητας, κυρίως στην εστίαση και στα ξενοδοχεία, το οποίο περιορίζεται μεν με τις συνδυασμένες δράσεις κράτους και τραπεζών αλλά παραμένει κενό.

Διαπιστώνεται ότι οι ανάγκες ρευστότητας του κλάδου εστίασης φέτος θα φτάσουν στο 40,9% του τζίρου της χρονιάς ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα ξενοδοχεία θα είναι 39,5%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών της Εθνικής Τράπεζας στη μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης, που δημοσιεύθηκε χθες. Οι δύο κλάδοι εμφανίζουν μακράν τις μεγαλύτερες ταμειακές ανάγκες συγκριτικά με κάθε άλλον επιχειρηματικό κλάδο.

Πάντως στα τέλη του 2021 το ποσοστό του επιχειρηματικού τομέα που θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα ρευστότητας θα παρουσιάσει σημαντική αποκλιμάκωση, από 88% στο τέλος του 2020 σε 33% στο τέλος του 2021. Θα επιστρέψει έτσι σταδιακά στα προ πανδημίας επίπεδα (προσεγγίζοντας δηλαδή το 13% του επιχειρηματικού τομέα που είχε παρατηρηθεί στα τέλη του 2019).

Από την ανάλυση προκύπτει ότι τα προβλήματα ρευστότητας θα δημιουργήσουν συνολικές ανάγκες ύψους περίπου 16 δισ. ευρώ και σε επίπεδο κλάδων, το εμπόριο και η βιομηχανία παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες ανάγκες κεφαλαίων κίνησης, με 4,4 δισ. ευρώ και 2,5 δισ. ευρώ αντίστοιχα (αντανακλώντας το μέγεθος των κλάδων αυτών). Ωστόσο, αξιοσημείωτο είναι ότι ο κλάδος του τουρισμού παρουσιάζει τις πιο πιεστικές χρηματοδοτικές ανάγκες, καθώς αναμένεται να προσεγγίσουν το 40% των πωλήσεων ξενοδοχείων και εστιατορίων.

Η συνδυασμένη πολιτική παρεμβάσεων από το κράτος και τον τραπεζικό τομέα, με τα μέτρα στήριξης αναμένεται να περιορίσει το αρχικό κενό χρηματοδότησης κατά 5,8 δισ. ευρώ, ενώ η αξιοποίηση του διαθέσιμου ταμειακού μαξιλαριού των επιχειρήσεων μπορεί να μειώσει περαιτέρω το κενό κατά 3,3 δισ. ευρώ, περιορίζοντας έτσι το κενό χρηματοδότησης στα 6,4 δισ. ευρώ. Εξαιρώντας τις μακροχρόνια ζημιογόνες επιχειρήσεις, τραπεζική χρηματοδότηση θα απαιτηθεί για την κάλυψη υπολειπόμενου κενού της τάξης των 2,2 δισ. ευρώ επιβεβαιώνοντας έτσι τη διαχειρισιμότητα των αναγκών για κεφάλαια κίνησης τη φετινή χρονιά. Σε αυτό το σενάριο το τελικό κενό ρευστότητας διαμορφώνεται σε 4,2 δισ. ευρώ.

Εξασφαλίζοντας ότι το σύνολο των υγιών επιχειρήσεων θα έχει πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα το 2021 οι αναλυτές τείνουν στην εκτίμηση ότι θα συνεχίσει να λειτουργεί το αποτελεσματικό «φρένο» στις δευτερογενείς επιδράσεις της υγειονομικής κρίσης στην ελληνική οικονομία, αυτές που θα προέκυπταν από τη χρηματοοικονομική ασφυξία ενός σημαντικού ποσοστού επιχειρήσεων. Σε πιο μεσοπρόθεσμη βάση, όσο απομακρυνόμαστε από την επείγουσα συγκυρία εξασφάλισης της επιβίωσης των υγιών επιχειρήσεων, προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στις επενδύσεις. Σε συνδυασμό με την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης το ενδιαφέρον εστιάζεται στην ανάκτηση του επιπέδου των επιχειρηματικών επενδύσεων που μειώθηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των αποθεμάτων που μειώθηκαν εν μέσω της πανδημίας.