FT: Χρέος και πόλεμος στο Ιράν «πνίγουν» τον Τραμπ στα οικονομικά των ΗΠΑ

FT: Χρέος και πόλεμος στο Ιράν «πνίγουν» τον Τραμπ στα οικονομικά των ΗΠΑ
US President Donald Trump arrives to speak during a campaign rally for US Senator Darline Graham at Myrtle Beach Convention Center in Myrtle Beach, South Carolina on August 21, 2026. (Photo by SAUL LOEB / AFP) Photo: AFP
Σχεδόν δύο χρόνια μετά την εκλογική του νίκη, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα εκρηκτικό οικονομικό μείγμα.
  • Οι δανειακές ανάγκες των ΗΠΑ εκτινάχθηκαν στα 40 τρισ. δολάρια, με τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων να σκαρφαλώνουν σε υψηλό 19 ετών, αναγκάζοντας το Υπουργείο Οικονομικών σε έκτακτες παρεμβάσεις.
  • Το μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν εκτίναξε την τιμή της βενζίνης κατά 40%, στέλνοντας το ντίζελ στα 5,58 δολάρια ανά γαλόνι.
  • Με τα στεγαστικά δάνεια να αγγίζουν το 6,7% και την καταναλωτική εμπιστοσύνη στο ναδίρ, οι Δημοκρατικοί αποκτούν δημοσκοπικό προβάδισμα στη διαχείριση της οικονομίας.

Σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times, παρά τις διαβεβαιώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι η αμερικανική οικονομία ανθεί με οδηγό τα ρεκόρ της χρηματιστηριακής αγοράς, η πραγματικότητα στα δημόσια οικονομικά προκαλεί ίλιγγο. Το αμερικανικό εθνικό χρέος έσπασε αυτή την εβδομάδα το ιστορικό φράγμα των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με τον ρυθμό δανεισμού να καταγράφει τη μεγαλύτερη επιτάχυνση που έχει σημειωθεί εκτός της περιόδου της πανδημίας. Η ανησυχία για το δυσβάσταχτο βάρος του χρέους σε συνδυασμό με τις πληθωριστικές πιέσεις του πολέμου, ώθησε τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων σε υψηλό δεκαεννέα ετών.

Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, επιχείρησε να κατευνάσει τις αγορές προχωρώντας σε έκτακτες ανακοινώσεις για σχέδιο τουλάχιστον διπλασιασμού των αγορών μακροπρόθεσμου χρέους, προαναγγέλλοντας παράλληλα νέα μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος. Ωστόσο, η παρέμβαση αυτή ελάχιστα βοήθησε στη μείωση των αποδόσεων, οδηγώντας κυρίως σε υποτίμηση του δολαρίου. Όπως επισημαίνει στους Financial Times ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Κορνέλ, Έσουαρ Πρασάντ, οι προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης να παρέμβει στις αγορές νομισμάτων και ομολόγων αποπνέουν «απελπισία», επιδεινώνοντας το κλίμα και στρέφοντας τις διαθέσεις των επενδυτών προς μια ακόμη πιο δυσμενή κατεύθυνση. Παράλληλα, το δημοσιονομικό έλλειμμα υποχώρησε οριακά στο 5,8% του ΑΕΠ για το 2025 (από 6,4% το 2024), με τις φοροελαφρύνσεις του Τραμπ να αναμένεται να το διογκώσουν περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, ακυρώνοντας τις εξοικονομήσεις από τις περικοπές σε κρίσιμα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας (όπως το Medicaid).

Ενεργειακό αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή

Ένας από τους βασικούς πυλώνες του οικονομικού αφηγήματος του Τραμπ, η προεκλογική υπόσχεση για δραστική μείωση του ενεργειακού κόστους, φαίνεται να καταρρέει υπό το βάρος του πολέμου στο Ιράν. Το ρεπορτάζ της βρετανικής εφημερίδας αναδεικνύει τις συνέπειες από τον αποκλεισμό σχεδόν 20 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως από τα Στενά του Ορμούζ. Η γεωπολιτική αυτή αναταραχή έχει εκμηδενίσει το πλεονέκτημα των: ΗΠΑ ως κορυφαίου παραγωγού πετρελαίου παγκοσμίως, καθώς η εγχώρια παραγωγή προβλέπεται να αυξηθεί μόλις κατά 200.000 βαρέλια τη μέρα για φέτος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι επιπτώσεις στην αντλία είναι δραματικές για τον μέσο Αμερικανό καταναλωτή και τις επιχειρήσεις. Η τιμή της βενζίνης έχει σημειώσει άλμα της τάξης του 40% από την έναρξη των εχθροπραξιών, φτάνοντας πλέον τα 4,11 δολάρια ανά γαλόνι. Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η κατάσταση με το ντίζελ, το βασικό καύσιμο για την εφοδιαστική αλυσίδα και τη μεταφορά αγαθών σε ολόκληρη τη χώρα, το οποίο σκαρφάλωσε στα 5,58 δολάρια. Είναι ενδεικτικό ότι η μέση τιμή του ντίζελ κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ έχει ξεπεράσει τα επίπεδα της διακυβέρνησης Μπάιντεν. Ο σύμβουλος ενεργειακών θεμάτων Αρτ Μπέρμαν είναι καταπέλτης εναντίον της αμερικανικής ηγεσίας, χαρακτηρίζοντας την κυβέρνηση «ενεργειακά τυφλή» και υπογραμμίζοντας ότι η πολιτική της κατασπατάλησε το τεράστιο ενεργειακό πλεονέκτημα της χώρας.

Ακριβό χρήμα και το φάσμα των εκλογών

Η κρίση στις τιμές των καυσίμων συντηρεί ένα άκρως πληθωριστικό περιβάλλον, το οποίο δεν αφήνει περιθώρια ελιγμών στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed). Αν και ο ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,4% τον Ιούλιο –από το υψηλό τριετίας του 4,2% που είχε καταγράψει τον Μάιο– ο φόβος των αξιωματούχων ότι η ακρίβεια έχει ενσωματωθεί δομικά στην οικονομία αποτρέπει τη μείωση των επιτοκίων. Αυτή η πολιτική μεταφράζεται σε δυσβάσταχτο κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά. Το μέσο επιτόκιο για τα στεγαστικά δάνεια 30 ετών σκαρφάλωσε στο 6,65% (προσεγγίζοντας το 6,7%), έναντι του 5,98% που βρισκόταν λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, προκαλώντας τεράστια πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο για την κρίση στέγασης.

Παράλληλα, η οικονομική ανάπτυξη της τάξης του 1,5% για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 (και 2,1% πέρυσι) υπολείπεται δραματικά των υπερφίαλων κυβερνητικών στόχων του 5% έως 6%, παρά την ισχυρή καταναλωτική δαπάνη και τον καταιγισμό επενδύσεων στις υποδομές της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Όπως τονίζουν οι Financial Times, αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα στις μετρήσεις κοινής γνώμης. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη κυμαίνεται σε ιστορικά χαμηλά, με τη συντριπτική πλειονότητα των ψηφοφόρων να δηλώνει πως η οικονομική της κατάσταση έχει επιδεινωθεί. Καθώς η αντίστροφη μέτρηση για τις ενδιάμεσες κάλπες του Νοεμβρίου επιταχύνεται, η γενικευμένη δυσαρέσκεια μεταφράζεται σε καθαρό δημοσκοπικό προβάδισμα των Δημοκρατικών στον τομέα της οικονομικής διαχείρισης, απειλώντας άμεσα την πολιτική ηγεμονία της κυβέρνησης Τραμπ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: ft.com