Γεωπολιτική και παγκόσμια οικονομία: Οι προκλήσεις του 2023 και τα ρίσκα του 2024

Γεωπολιτική και παγκόσμια οικονομία: Οι προκλήσεις του 2023 και τα ρίσκα του 2024
Photo: DALL•E
Μένει να φανεί το κατά πόσο οι πληθωριστικοί κίνδυνοι μπορούν να σημάνουν και πάλι συναγερμό για τους ιθύνοντες των κεντρικών τραπεζών.

Tο 2023 αποδείχθηκε μια «ζόρικη» χρονιά για τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Ίσως όχι τόσο δύσκολη όσο οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί ανέμεναν στην αρχή του έτους, καθώς η ανάπτυξη των ισχυρότερων ΑΕΠ του κόσμου -ιδιαίτερα στη Δύση- κινήθηκε πάνω από τις εκτιμήσεις που έκαναν λόγο για ύφεση, παρά τις πιέσεις που ασκήθηκαν σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις από το υψηλό κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, απόρροια της «σφιχτής» νομισματικής πολιτικής από τις κεντρικές τράπεζες σε ΗΠΑ, Ευρωζώνη και Ηνωμένο Βασίλειο ώστε να αναχαιτιστούν τα ενισχυμένα επίπεδα του πληθωρισμού.

Ωστόσο, παρά την -καλύτερη των προβλέψεων- πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, αυτό δεν σημαίνει πως το 2023 ήταν ένα «ανέφελο» έτος και αυτό εξηγείται από την ακρίβεια που συνεχίζουν να επηρεάζει τα μεγάλα ΑΕΠ, εν μέσω και των γεωπολιτικών εντάσεων που δοκιμάζουν την καθοδική πορεία του πληθωρισμού.

Δύο από τις κυριότερες προκλήσεις για την παγκόσμια οικονομία και ειδικότερα για την Ευρώπη τόσο για το 2023 όσο και για το 2024 που θέτουν οι γεωπολιτικές προκλήσεις είναι ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία -τον Φεβρουάριο του 2024 συμπληρώνονται 2 χρόνια από την εισβολή της Ρωσίας- και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς.

Ο ΟΟΣΑ σημειώνει  πως η σύρραξη στη Λωρίδα της Γάζας αποτελεί «βασική βραχυπρόθεσμη ανησυχία» για την παγκόσμια οικονομία. Οι επιθέσεις των Χούθι σε πλοία από όλο τον κόσμο στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ  στο νότιο άκρο της Ερυθράς Θάλασσας έχουν ανεβάσει τα ναύλα και τα ασφάλιστρα και τις τιμές του πετρελαίου, ενώ έχουν εκτρέψει τη θαλάσσια κυκλοφορία σε μια πολύ μακρύτερη και πιο δαπανηρή διαδρομή γύρω από την Αφρική.

Από αυτή την εμπορική οδό περνά το 12% του παγκόσμιου εμπορίου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αναδρομολόγηση του παγκόσμιου εμπορίου μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.

Στις τελευταίες προβλέψεις του για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει για την παγκόσμια οικονομία πως «η σύσφιξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών το αδύναμο εμπόριο και η υποτονική εμπιστοσύνη έχουν αντίκτυπο. Οι αγορές κατοικίας και οι εξαρτώμενες από τις τράπεζες οικονομίες, ιδίως στην Ευρώπη, αισθάνονται τον αντίκτυπο».

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΟΣΑ εκτιμά πως το ΑΕΠ της Ευρωζώνης θα «τρέξει» με ρυθμό 0,6% για το 2023, από το 3,4% του 2022. Για το 2024 προβλέπεται πως η ανάπτυξη της Ευρωζώνης θα διαμορφωθεί στο 0,9% προτού επιταχύνει στο 1,5% για το 2025.

Για το Ηνωμένο Βασίλειο, προβλέπεται πως η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 0,5% για το 2023 από 4,3% για το 2022. Για το 2024 αναμένεται ανάπτυξη 0,7% και για το 2025 ανάπτυξη 1,2%.

Για τις ΗΠΑ, αναμένεται ανάπτυξη 2,4% για το 2023 έναντι 1,9% για το 2022. Το 2024 προβλέπεται κάμψη της ανάπτυξης στο 1,5% και για το 2025 ανάπτυξη της τάξης του 1,7%.

Δυσκολεύει η μείωση του κόστος δανεισμού

Σχετικά με τις πληθωριστικές πιέσεις, αυτές αναμείνουν να μείνουν και στις 3 παραπάνω οικονομίες πάνω ή κοντά στα επίπεδα του 2% (που έχουν θέσει οι κεντρικές τράπεζες ως στόχο για τη σταθερότητα των τιμών) έως και το 2025.

Αυτό σημαίνει πως δύσκολα θα υπάρξει μια σημαντική «στροφή» στη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Τράπεζας της Αγγλίας (BoE) και της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) από τη «σφιχτή» πολιτική που έχουν τα τελευταία χρόνια. Με άλλα λόγια, το κόστος δανεισμού δεν αναμένεται να μειωθεί σημαντικά από τα τρέχοντα επίπεδα, τουλάχιστον για τα επόμενα 2 με 3 χρόνια.

Υπό το «φως» των παραπάνω, μένει να φανεί το κατά πόσο οι πληθωριστικοί κίνδυνοι μπορούν να σημάνουν και πάλι συναγερμό για τους ιθύνοντες των κεντρικών τραπεζών.

Ειδικότερα και με δεδομένο το ότι οι κεντρικές τράπεζες τονίζουν πως λαμβάνουν τις αποφάσεις της νομισματικής τους πολιτικής με βάση τα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας, το πρώτο τρίμηνο του 2024 αναμένεται να φανερώσει το εάν αναζωπυρώνουν οι πληθωριστικές πιέσεις. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως θα καθυστερήσουν οι σκέψεις για την αρχή της μείωσης των επιτοκίων από τις τράπεζες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: