Γιατί η επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 απειλεί την Ανατολική Μεσόγειο

Γιατί η επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 απειλεί την Ανατολική Μεσόγειο
Η ανάλυση του Αμερικανού ειδικού στο Washington Examiner για τα F-35, τους S-400, την πολιτική Ερντογάν και τους κινδύνους για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο  

Η πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-35 Joint Strike Fighter προκαλεί έντονο προβληματισμό στους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σε πρόσφατη ανάλυσή του στο Washington Examiner, ο Αμερικανός αναλυτής Michael Rubin υποστηρίζει ότι ενδεχόμενη πώληση των F-35 στην Τουρκία δεν αποτελεί απλώς μια στρατιωτική συμφωνία, αλλά μια στρατηγική απόφαση με σημαντικές συνέπειες για την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.

Ο Rubin, γνωστός για τις αναλύσεις του σχετικά με την Τουρκία, τη Μέση Ανατολή και την αμερικανική εξωτερική πολιτική, υποστηρίζει ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά αν η Άγκυρα πληροί τις προϋποθέσεις εμπιστοσύνης για την απόκτηση ενός από τα πιο προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη στον κόσμο.

Όπως αναφέρει, η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, λίγες ημέρες μετά την παραλαβή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.

Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών βασίστηκε στην εκτίμηση ότι η συνύπαρξη ενός ρωσικού συστήματος αεράμυνας με την τεχνολογία stealth των F-35 θα δημιουργούσε σοβαρό κίνδυνο διαρροής ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών.

Παράλληλα, ενεργοποιήθηκε το αμερικανικό πλαίσιο κυρώσεων CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act), το οποίο προβλέπει μέτρα εναντίον χωρών που πραγματοποιούν σημαντικές αμυντικές συναλλαγές με τη Ρωσία.

Σύμφωνα με τον Rubin, ακόμη και αν η Τουρκία προχωρήσει σε απομάκρυνση των S-400 ή σε μεταφορά τους σε τρίτη χώρα, το βασικό ζήτημα παραμένει: κατά πόσο η Άγκυρα μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος χρήστης αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας.

Το ζήτημα των F-35 δεν περιορίζεται μόνο στο ρωσικό σύστημα αεράμυνας.

Ο Αμερικανός αναλυτής εκφράζει ανησυχίες για τη στάση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα έχει επιδιώξει στο παρελθόν την ανάπτυξη τεχνολογιών μέσω αντίστροφης μηχανικής αμερικανικών συστημάτων.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει δημιουργήσει εντάσεις με αρκετούς δυτικούς συμμάχους.

Κατά τον Rubin, η απόκτηση των F-35 από την Τουρκία δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα μέσο ενίσχυσης της νατοϊκής συνοχής, αλλά και υπό το πρίσμα του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την ισχύ.

Οι επιπτώσεις για Ελλάδα, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο

Ένα από τα βασικά σημεία της ανάλυσης του Michael Rubin αφορά τις πιθανές περιφερειακές συνέπειες μιας επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.

Ο Rubin εκτιμά ότι όσοι υποστηρίζουν την πώληση των αεροσκαφών στην Άγκυρα επικαλούνται την ανάγκη αντιμετώπισης της Ρωσίας, όμως ο ίδιος θεωρεί ότι η Τουρκία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την αυξημένη στρατιωτική ισχύ της σε περιφερειακές αντιπαραθέσεις, π.χ. εναντίον της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ, της Αρμενίας και της ανατολικής Λιβύης.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η απόκτηση F-35 από την Τουρκία θα μπορούσε να επηρεάσει τη στρατιωτική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Michael Rubin υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την επιθυμία της Τουρκίας για τα F-35 ως εργαλείο πίεσης προκειμένου να επιτύχουν αλλαγές σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Κυπριακό, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου αποτελεί παράγοντα αστάθειας.

Η δε πρόσφατη ανάπτυξη τουρκικών F-16 στα κατεχόμενα της Κύπρου δείχνει ότι η Τουρκία δεν θα τηρήσει απαραίτητα τους περιορισμούς τελικής χρήσης (end-use agreements) που συνοδεύουν τα αμερικανικά όπλα. 

Πιθανή συμφωνία 

Σε κάθε περίπτωση, μια πιθανή συμφωνία για τα F-35 θα μπορούσε να συνδεθεί με απαιτήσεις που αφορούν την Κύπρο, τη διεθνή νομιμότητα και την περιφερειακή σταθερότητα.

Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύει ο Michael Rubin αφορά τη σχέση της Τουρκίας με οργανώσεις που οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίζουν τρομοκρατικές.

Ο αναλυτής υποστηρίζει ότι η Ουάσινγκτον δεν θα πρέπει να εξοπλίζει χώρες που διατηρούν σχέσεις ή πολιτική στήριξη προς τέτοιες οργανώσεις.

Στην ανάλυσή του αναφέρεται ειδικά στη Hamas και στη Hezbollah, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να ζητήσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την Άγκυρα πριν εγκρίνει την πώληση των F-35.

Ο Rubin θέτει επίσης το ερώτημα της επόμενης ημέρας στην Τουρκία.

Όπως σημειώνει, η πολιτική σταθερότητα που βασίζεται σε έναν ισχυρό ηγέτη μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστη. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να λάβει υπόψη της το ενδεχόμενο πολιτικών αναταράξεων μετά την εποχή Ερντογάν.

Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να συνδέσει μια συμφωνία για τα F-35 με ζητήματα κράτους δικαίου και δημοκρατικών θεσμών.

Στην ανάλυσή του, ο Michael Rubin αναφέρεται επίσης σε ζητήματα θρησκευτικών ελευθεριών και ιστορικής μνήμης.

Μεταξύ των προτάσεών του περιλαμβάνονται: η προστασία της ελληνικής ορθόδοξης κληρονομιάς στην Τουρκία, η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η προστασία θρησκευτικών μνημείων και η αναγνώριση ιστορικών γεγονότων που αφορούν Αρμενίους και Ποντίους.

Όπως επισημαίνει ο Michael Rubin στο Washington Examiner, η συζήτηση για τα F-35 δεν αφορά μόνο ένα αεροσκάφος, αλλά το μέλλον της στρατηγικής σχέσης Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας.

Οι υποστηρικτές της συμφωνίας θεωρούν ότι η επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνεργασία εντός του ΝΑΤΟ.

Οι επικριτές, όμως, υποστηρίζουν ότι χωρίς αυστηρές προϋποθέσεις μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.

Το βασικό ερώτημα που θέτει ο Rubin είναι αν η Ουάσινγκτον θα αξιοποιήσει την επιθυμία της Τουρκίας για τα F-35 ως μοχλό αλλαγής συμπεριφοράς ή αν θα προχωρήσει σε μια συμφωνία χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις.

Για την Ελλάδα, την Κύπρο και τους υπόλοιπους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή, η απόφαση αυτή μπορεί να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές εξελίξεις των επόμενων ετών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: