Γιατί είναι δύσκολο να «περάσει» η πρόταση Βαρουφάκη για το χρέος

Γιατί είναι δύσκολο να «περάσει» η πρόταση Βαρουφάκη για το χρέος

Οι αστερίσκοι στην πρόταση του υπουργού Οικονομικών– Το «σκληρό παιχνίδι» της ΕΚΤ και οι προσδοκίες της κυβέρνησης.

Στην επιχείρηση κατευνασμού των αγορών η κυβέρνηση συνεχίζει με το νέο χαρτί στο τραπέζι: την αντικατάσταση των ομολόγων, ύψους 29 δισ. ευρώ, που κατέχει η ΕΚΤ με άλλα, τα οποία δεν θα έχουν ημερομηνία λήξης. Πρόκειται για τα λεγόμενα perpetual bonds, ή διηνεκή ομόλογα, για τα οποία ο δανειζόμενος (δηλαδή η Ελλάδα) πληρώνει μόνο τόκους, χωρίς να αποπληρώσει το κεφάλαιο.

Πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες, ώστε να τα αποδεχτεί η ΕΚΤ, υπάρχει μια βασική πρώτη δυσκολία, η τιμολόγηση. Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς ομολόγων, ένα προϊόν που δεν έχει ημερομηνία λήξης, δεν μπορεί να τιμολογηθεί σωστά.

Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα εξέδιδε τώρα τα συγκεκριμένα ομόλογα, αυτά θα έπρεπε να τιμολογηθούν με ένα επιτόκιο της τάξεως του 10% προκειμένου να ενσωματώσουν το ρίσκο της χώρας. Κάτι τέτοιο, φυσικά θα αναιρούσε κάθε όφελος από την απόσυρση του χρέους, αφού θα εκτίνασσε τις ετήσιες δαπάνες για τόκους.

Τα ίδια στελέχη εκτιμούν ότι -στο υποθετικό σενάριο έκδοσης ομολόγων στο διηνεκές- το επιτόκιο θα έπρεπε να είναι προσυμφωνημένο και σταθερό και να μην ξεπερνά το 4%, όσο περίπου είναι δηλαδή και το επιτόκιο των ελληνικών ομολόγων, που ήδη έχει στην κατοχή της η ΕΚΤ, προκειμένου να επιτευχθεί η ελάφρυνση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Ωστόσο, η αγορά σχεδόν προεξοφλεί ότι η ΕΚΤ δεν θα δεχθεί καμία άλλη λύση πέραν της πλήρους αποπληρωμής του υπάρχοντος χρέους, καθώς οτιδήποτε άλλο θα ήταν αντίθετο με τη Συνθήκη.

Ο δεύτερος πυλώνας της πρότασης Βαρουφάκη για το χρέος, δηλαδή η ανταλλαγή των δανείων των χωρών της Ευρωζώνης, αλλά και του ευρωμηχανισμού στήριξης (EFSF), ύψους 197 δισ. ευρώ, με ομόλογα με ρήτρα ανάπτυξης, συναντά επίσης αντιδράσεις τόσο από τη Γερμανία, όσο και από την ΕΚΤ.

Η πρόταση έχει πολλούς αστερίσκους, όπως για παράδειγμα, το ύψος του ρυθμού ανάπτυξης κάτω από το οποίο θα σταματά η αποπληρωμή του χρέους ή το ύψος των αποπληρωμών με βάση συγκεκριμένα ορόσημα (πχ ΑΕΠ +1,5% ή ΑΕΠ +2%).

Μια νέα διάσταση στο «σκληρό παιχνίδι» που προτίθεται να παίξει η ΕΚΤ είναι η διαφαινόμενη άρνησή της στο αίτημα της κυβέρνησης να αυξηθεί κατά 10 δισ. ευρώ το όριο έκδοσης εντόκων γραμματίων από τα 15 δισ. ευρώ στα 25 δισ.

Η κυβέρνηση θέλει να χρησιμοποιήσει αυτά τα επιπλέον 10 δισ. ως χρηματοδότηση-γέφυρα μέχρι να επιτύχει το πολυπόθητο new deal. Σε διαφορετική περίπτωση, πάντως, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί «στον αέρα» μετά τις 28 Φεβρουαρίου, αφού η ρευστότητα των τραπεζών από την ΕΚΤ συνδέεται με την ύπαρξη προγράμματος στήριξης.

Η διαπραγμάτευση μόλις ξεκίνησε, αλλά πίσω από όλη αυτή τη συζήτηση περί βιωσιμότητας (και όχι διαγραφής πλέον), κρύβεται η βασική επιδίωξη της κυβέρνησης: η μείωση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα στο επίπεδο του 1%-1,5% του ΑΕΠ, έναντι των εξωπραγματικών 4% και 4,5% του ΑΕΠ, που προβλέπει το τρέχον πρόγραμμα.

Μόνο έτσι, θα υπάρξει η δυνατότητα ανάσας στην πραγματική οικονομία, αλλά και υλοποίησης κάποιων (επιλεγμένων) προεκλογικών υποσχέσεων.

Κάποιες πρώτες ενδείξεις προθέσεων θα φανούν στις σημερινές συναντήσεις στη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο, αλλά και στις αποφάσεις του ΔΣ της ΕΚΤ για τις ελληνικές τράπεζες.

Διαβάστε ακόμη: 

H «ναπολεόντεια λύση» του Γιάννη Βαρουφάκη