Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ για την Apple- Οι διαιρέσεις εντός της ΕΕ για τη φορολογία

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ που δικαίωσε την Apple και την κυβέρνηση της Ιρλανδίας και αποτέλεσε πλήγμα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και επανέφερε το ερώτημα για τα διαφορετικά φορολογικά καθεστώτα στην ΕΕ.

Ήταν η εποχή που η Μαργκρέτε Βεστάγκερ, σήμερα μία εκ των εκτελεστικών αντιπροέδρων της Κομισιόν και τότε Επίτροπος Ανταγωνισμού είχε ξεκινήσει τη μεγάλη εκστρατεία για να φορολογηθούν όπως τους αναλογεί οι μεγάλες εταιρείες πληροφορικής με το μονοπωλιακό καθεστώς τους. Στο στόχαστρο τότε της Βεστάγκερ δεν ήταν μόνο οι εταιρείες, αλλά και οι χώρες που προσέφεραν ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν μεγάλες επενδύσεις. Μια τέτοια χώρα ήταν και η Ιρλανδία που κατεξοχήν προσπάθησε μέσα από ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση να προσελκύσει μεγάλες επιχειρήσεις των νέων τεχνολογιών. Μία από αυτές και η Apple.

Η επιτροπή είχε αποφασίσει το 2016 ότι η Ιρλανδία έπρεπε να διεκδικήσει από την Apple 13 δισεκατομμύρια ευρώ σε φόρους που κατά τη γνώμη της Επιτροπής δεν είχαν καταβληθεί. Η εκτίμηση της Επιτροπής ήταν ότι αυτά τα ποσά αποτελούσε παράνομη κρατική κρατική, που απαγορεύεται με βάση τους κανόνες της ΕΕ. Ωστόσο το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, το δεύτερο υψηλότερο δικαστήριο της Ένωσης, αποφάσισε ότι η Επιτροπή απέτυχε να αποδείξει ότι όντως επρόκειτο για μια ευνοϊκή μεταχείριση μιας επιχειρήσεις που παραβίαζε τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις στην ΕΕ.

Η απόφαση του δικαστηρίου αποτέλεσε ένα πλήγμα και για την Επιτροπή και για την ίδια την Βεστάγκερ, την «κυρία των φόρων» (tax lady) κατά τον Πρόεδρο Τραμπ, που ταυτόχρονα έχει ανοιχτές και άλλες υποθέσεις ενώπιον των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, όπως αυτές εναντίον της Google για παραβίαση της νομοθεσίας κατά των τραστ.

Η Επιτροπή μπορεί να αμφισβητήσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως πρόσφατα η Βεστάγκερ υποστήριξε ότι η απλή επίκληση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις δεν επαρκεί για να εξασφαλιστεί ότι «πληρώνεις το φόρο που σου αναλογεί».

Η αντιπαράθεση για την φορολογία των τεχνολογικών κολοσσών

Αρκετές χώρες, ανάμεσά τους η Γαλλία, έχουν αποφασίσει να επιβάλουν μονομερώς φόρους στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Το θέμα αποτελεί και ζήτημα έντονης και συγκρουσιακής διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ και τις ΗΠΑ, διαπραγμάτευσης που είναι σε αδιέξοδο εξαιτίας της μεγάλης απόστασης που χωρίζει τις δύο πλευρές.

Η γαλλική κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι θα αρχίσει να συλλέγει ξανά φόρο 3% στις ψηφιακές υπηρεσίες εάν δεν υπάρξει μια διεθνής συμφωνία για τη φορολογία των τεχνολογικών γιγάντων μέχρι το τέλος του 2020.

Το ζήτημα αυτό αποτυπώνει και διαφορετικές φιλοσοφίες ως προς τη φορολογία των επιχειρήσεων, με την Ευρώπη να τείνει πολύ περισσότερο προς την κατεύθυνση  της υψηλότερης φορολογίας, όσο όμως και συνολικότερες πλευρές του ευρωαμερικανικού ανταγωνισμού από τη στιγμή που στο στόχαστρο είναι οι μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες που σύμφωνα με αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απολαμβάνουν ενός μονοπωλιακού καθεστώτος, χωρίς να συνεισφέρουν αντίστοιχα στις χώρες όπου δραστηριοποιούντα.

Τα ζητήματα αυτά συχνά διαπλέκονται και με το μεγάλο ερώτημα ως προς το πού παράγεται ο πλούτος και τα κέρδη αυτών των επιχειρήσεων (που σε μεγάλο βαθμό προέρχονται από το ίδιο το γεγονός ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτές τις πλατφόρμες) και άρα που θα πρέπει και να φορολογούνται.

Οι διαιρέσεις για τη φορολογία μέσα στην ΕΕ

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Ιρλανδίας ήρθε να χαιρετήσει αυτή την απόφαση ήρθε να θυμίσει ότι στα θέματα της φορολογικής πολιτικής η Ευρώπη παραμένει διαιρεμένη.

Από τη μια αρκετές ευρωπαϊκές χώρες στηρίζονται σε μια αντίληψη σχετικά υψηλής φορολογίας, που να μπορεί να ενισχύει το κοινωνικό κράτος, έστω και εάν η μέση εταιρική φορολόγηση στην Ευρώπη έχει υποχωρήσει σε σχέση με προηγούμενες εποχές.

Από την άλλη, μια σειρά χώρες, συμπεριλαμβανομένων και χωρών της διεύρυνσης, υιοθέτησαν χαμηλή φορολογία για τις επιχειρήσεις, σε μια προσπάθεια να προσελκύσουν την εγκατάσταση ξένων εταιριών, μέχρι του σημείου να διαμορφώνουν ευρωπαϊκούς «φορολογικούς παραδείσους». Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Λουξεμβούργο, αγαπημένη έδρα αρκετών ευρωπαϊκών πολυεθνικών.

Ο αντίλογος είναι ότι με τέτοιες πρακτικές κάθε χρόνο χάνονται δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε φόρους, όπως υπογράμμισε με πρόσφατο άρθρο του στους Financial Time o Ιταλός πρώην πρωθυπουργός και νυν Επίτροπος Οικονομικών Πάολο Τζεντιλόνι.

Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θέλει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τα άνισα φορολογικά καθεστώτα στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι οι σχετικές αποφάσεις μπορούν να ληφθούν με ενισχυμένη πλειοψηφία των κρατών-μελών και άρα χωρίς τη δυνατότητα βέτο των χωρών που θα ήθελαν να υπερασπιστούν το δικό τους ιδιαίτερο φορολογικό καθεστώς.

Ειδικότερα φαίνεται ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι θα μπορούσε να γίνει επίκληση του άρθρου 116 της Συνθήκης της Ένωσης που δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να μπορεί να διορθώσει διάφορες «παραμορφώσεις» της ενιαίας αγοράς, εν προκειμένω τα άνισα φορολογικά καθεστώτα. Αυτό θα επέτρεπε στην Επιτροπή να προτείνει ντιρεκτίβες που να διορθώνουν τα φορολογικά σχήματα ή ακόμη και να παραπέμψει κυβερνήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν δεν συμμορφώνονται.

Θεωρείται ότι στο στόχαστρο θα βρεθούν χώρες όπως η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και η Ιρλανδία, κάτι που μπορεί να σήμαινε και μια παρατεταμένη σύγκρουση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.