Moody’s: Διαχειρίσιμο το κόστος των 700 εκατ. ευρώ από τη νέα ρύθμιση για τον Νόμο Κατσέλη
- 29/06/2026, 11:15
- SHARE
- Οι τόκοι στα αναδιαρθρωμένα στεγαστικά δάνεια του Νόμου Κατσέλη θα υπολογίζονται στη μηνιαία δόση που ορίζει η δικαστική απόφαση.
- Η ρύθμιση εφαρμόζεται αναδρομικά και οι επιπλέον τόκοι που καταβλήθηκαν θα συμψηφίζονται με το κεφάλαιο.
- Η κυβέρνηση εκτιμά το συνολικό κόστος για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες σε περίπου 700 εκατ. ευρώ.
- Η Moody’s θεωρεί την επιβάρυνση διαχειρίσιμη και δεν αλλάζει την αξιολόγησή της για τα πιστωτικά προφίλ των τραπεζών.
- Ο οίκος εντοπίζει κινδύνους από πιθανές νέες δικαστικές προσφυγές ή διεύρυνση της εφαρμογής της ρύθμισης.
Η νέα ρύθμιση για τα στεγαστικά του Νόμου Κατσέλη αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και μειώνει το υπόλοιπο για ενήμερους δανειολήπτες. Για τις τράπεζες, η Moody’s εκτιμά ότι η επιβάρυνση των 700 εκατ. ευρώ παραμένει απορροφήσιμη.
Η τροπολογία που επικυρώθηκε από τη Βουλή στις 24 Ιουνίου προβλέπει ότι οι τόκοι στα στεγαστικά δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί βάσει του Νόμου Κατσέλη θα υπολογίζονται πλέον επί της μηνιαίας δόσης που έχει καθοριστεί με δικαστική απόφαση και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου.
Η ρύθμιση εφαρμόζεται αναδρομικά και ακολουθεί την απόφαση του Αρείου Πάγου τον Φεβρουάριο. Οι τόκοι που έχουν καταβληθεί καθ’ υπέρβαση από ενήμερους δανειολήπτες αντιμετωπίζονται ως ήδη εξοφληθέν κεφάλαιο, μειώνοντας το εναπομένον υπόλοιπο και, δυνητικά, τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου.
Πώς κατανέμεται το κόστος των 700 εκατ. ευρώ
Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, η συνολική επιβάρυνση για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες —Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς και Alpha Bank— ανέρχεται σε περίπου 700 εκατ. ευρώ.
Το ποσό αυτό περιλαμβάνει:
- περίπου 500 εκατ. ευρώ από απώλεια μελλοντικών εσόδων τόκων,
- περίπου 200 εκατ. ευρώ από την αναδρομική αναγνώριση τόκων που είχαν καταβληθεί καθ’ υπέρβαση,
- αναδιαρθρωμένα στεγαστικά δάνεια συνολικού ύψους περίπου 16,5 δισ. ευρώ,
- ορίζοντα υπολογισμού περίπου 20 ετών.
Η Moody’s εκτιμά ότι τα 500 εκατ. ευρώ από τα διαφυγόντα μελλοντικά έσοδα θα απορροφηθούν μέσω του προγράμματος «Ηρακλής» (HAPS), προκειμένου να καλυφθούν ενδεχόμενα ελλείμματα στις πληρωμές δανείων του Νόμου Κατσέλη.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον οίκο, δεν αναμένεται επίπτωση στην εξυπηρέτηση των senior notes που διακρατούν οι τράπεζες και διαθέτουν κρατική εγγύηση.
Πρόσθετες προβλέψεις στο γ’ τρίμηνο
Το υπόλοιπο ποσό, ύψους περίπου 200 εκατ. ευρώ, εκτιμάται ότι θα επιμεριστεί περίπου ισομερώς μεταξύ τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης δανείων.
Οι αναλυτές της Moody’s αναμένουν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα σχηματίσουν πρόσθετες εφάπαξ προβλέψεις στα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2026, ώστε να καλύψουν το μερίδιό τους στην επιβάρυνση.
Παρά ταύτα, ο οίκος αξιολόγησης θεωρεί το κόστος περιορισμένο σε σχέση με τη συνολική κερδοφορία και τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών.
Τα έσοδα προ προβλέψεων των τεσσάρων τραπεζών ξεπέρασαν τα 6,5 δισ. ευρώ το 2025, ενώ οι δείκτες CET1 κυμαίνονταν μεταξύ 13% και 17% τον Μάρτιο του 2026.
Γιατί η Moody’s θεωρεί την επιβάρυνση διαχειρίσιμη
Η Moody’s στηρίζει την εκτίμησή της σε τρεις βασικούς παράγοντες.
Πρώτον, η πλειονότητα των στεγαστικών δανείων που υπάγονται στον Νόμο Κατσέλη έχει ήδη αφαιρεθεί από τους τραπεζικούς ισολογισμούς μέσω τιτλοποιήσεων στο πλαίσιο του «Ηρακλή», κατά την περίοδο 2019-2020.
Δεύτερον, οι τράπεζες διατηρούν κυρίως έκθεση στις ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας των τιτλοποιήσεων, οι οποίες διαθέτουν κρατική εγγύηση. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ταμειακών ροών βρίσκεται στις ομολογίες mezzanine και junior, που βρίσκονται κατά βάση σε τρίτους επενδυτές.
Τρίτον, η αναδρομική ευθύνη των τραπεζών περιορίζεται στην περίοδο από τον Αύγουστο του 2010 έως την τιτλοποίηση των δανείων, δηλαδή στο διάστημα κατά το οποίο τα συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια παρέμεναν στους ισολογισμούς τους.
Οι τρεις κίνδυνοι που παρακολουθεί ο οίκος
Η Moody’s επισημαίνει ότι η βασική εκτίμησή της δεν ενσωματώνει τρεις δυνητικούς κινδύνους που θα μπορούσαν να αυξήσουν την επιβάρυνση.
Ο πρώτος αφορά πιθανές δικαστικές προσφυγές κατά της εξαίρεσης που στερεί επιστροφή ποσών σε δανειολήπτες των οποίων οι ρυθμίσεις έχουν ολοκληρωθεί ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και μη εξυπηρετούμενες.
Ο δεύτερος συνδέεται με πιθανή διεύρυνση της εφαρμογής της ρύθμισης σε δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό ή σε διμερείς αναδιαρθρώσεις.
Ο τρίτος αφορά στο ύψος του τελικού κόστους. Η κυβέρνηση το υπολογίζει στα 700 εκατ. ευρώ, ενώ εκτιμήσεις του κλάδου, βάσει μελέτης της KPMG για λογαριασμό της ένωσης των εταιρειών διαχείρισης δανείων, το ανεβάζουν έως και στα 1,3 δισ. ευρώ.
Η Moody’s τονίζει ότι κανένας από αυτούς τους κινδύνους δεν περιλαμβάνεται στο βασικό της σενάριο. Σε περίπτωση που κάποιος υλοποιηθεί, θα επανεξετάσει τις επιπτώσεις στα πιστωτικά προφίλ των συστημικών τραπεζών.