Όταν ο Θεόδωρος Νιτσιάκος μίλησε στο Fortune: Από τη Γεωπονική…μέχρι τη γιγάντωση της εταιρείας

Ο Θεόδωρος Νιτσιάκος έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή μετά από ένα τραγικό τροχαίο δυστύχημα, το οποίο προκάλεσε θλίψη στην τοπική κοινωνία των Ιωαννίνων και όχι μόνο. Ο γνωστός επιχειρηματίας, γεννημένος στην Αετομηλίτσα, είχε ιδιαίτερη αγάπη στο χωριό του. Επέστρεφε εκεί πολύ συχνά και με κάθε ευκαιρία πήγαινε για κυνήγι, δραστηριότητα που υπεραγαπούσε.

Αυτός ήταν και ο σκοπός της επίσκεψης στα μέρη που μεγάλωσε και αυτή τη φορά, που όμως στάθηκε μοιραία για τον ίδιο και την οικογένειά του. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε εξετράπη της πορείας του κι έπεσε σε χαράδρα. Ο θάνατός του έχει σοκάρει την οικογένεια του, τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις του αλλά και την τοπική κοινωνία στην οποία ήταν ιδιαίτερα αγαπητός.

Αυτό είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω και προσωπικά, όταν πριν από περίπου τρία χρόνια ανέβηκα στα Ιωάννινα με σκοπό να τον συναντήσω για μια συνέντευξη στις εγκαταστάσεις της εταιρείας.

Με είχαν προετοιμάσει ότι ο ίδιος σπάνια δίνει συνεντεύξεις και προτιμάει πλέον η επόμενη γενιά να βγει μπροστά και να αναλάβει τα ηνία.

«Η κόρη µου, Μαριλένα, εµπορική διευθύντρια της εταιρείας, και ο γιος µου, Κώστας, στο κοµµάτι της παραγωγής, της µεταποίησης και του γενικότερου management είναι αυτοί που πλέον “τρέχουν” µε πολλές ώρες εργασίας καθηµερινά την εταιρεία» μου ανέφερε. Το τρίτο του παιδί, η Αγγελική, έχει αναλάβει το ξενοδοχείο «Du Lac», ένα πραγματικό κόσμημα στη λίμνη των Ιωαννίνων, που αναμόρφωσε ολόκληρη την περιοχή.

Τον πίεσα ο ίδιος να μου διηγηθεί πώς κατάφερε να δημιουργήσει την µεγαλύτερη  πτηνοτροφική µονάδα στην Ελλάδα…κυριολεκτικά από το μηδέν, με δέκα εργοστάσια και κύκλο εργασιών που ξεπερνά τα 200 εκατ. ευρώ.

Μου απάντησε με τη λέξη «συνέπεια».  Λακωνικός αλλά και αεικίνητος, γνήσιος Ηπειρώτης, δεν μου χάλασε χατίρι…Φωτογραφήθηκε για το περιοδικό (η φωτογραφία είναι από εκείνη τη συνάντηση) και για μια ολόκληρη μέρα ανέλαβε να με ξεναγήσει στα δικά του μέρη.

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από τη συνέντευξη τον Νοέμβριο του 2015:

Πώς «κόλλησε» με την πτηνοτροφία

«Τελειώνοντας τη Γεωπονική Σχολή της Θεσσαλονίκης, γύρισα για να υπηρετήσω στον στρατό στα Ιωάννινα. Εδώ άρχισα σιγά σιγά να “κολλάω” µε τον κλάδο της πτηνοτροφίας, καθώς τότε ήταν στα σπάργανα ο πτηνοτροφικός συνεταιρισµός στον οποίο έκανα τα πρώτα βήµατά µου ως υπάλληλος. Έπειτα από έξι µήνες, αποφάσισα να πάω στην Ολλανδία για να φοιτήσω σε µια πρακτική πτηνοτροφική σχολή. Εκεί κατάφερα να ολοκληρώσω τις σπουδές µου µε την καλύτερη βαθµολογία ανάµεσα σε όλους τους σπουδαστές, µε αποτέλεσµα να πάρω υποτροφία από την ολλανδική κυβέρνηση. Έτσι συνέχισα στο Ολλανδικό Γεωπονικό Πανεπιστήµιο του Βαγκενίγκεν. Συνολικά έµεινα στην Ολλανδία δώδεκα µήνες και “δέθηκα” µε την πτηνοτροφία» αναφέρει.

Η καθοριστική κίνηση στα 25 του χρόνια και η διάψευση του πατέρα του

«Αυτή ήταν µια καθοριστική κίνηση για τη µετέπειτα πορεία µου. Το 1971 ετοίµασα έναν επενδυτικό φάκελο ζητώντας δάνειο που έφτανε τα δέκα εκατ. δραχµές από την Αγροτική Τράπεζα, ένα αρκετά µεγάλο ποσό για τα δεδοµένα της εποχής.  Τότε, να σας θυµίσω, δεν υπήρχε στην Ελλάδα ο θεσµός της επιδότησης και ο µοναδικός τρόπος χρηµατοδότησης ήταν ο δανεισµός».

Μαθαίνει σχετικά έγκαιρα ότι, λόγω οικονοµικών δυσκολιών, είναι πολύ δύσκολο να εγκριθεί το συγκεκριµένο αίτηµα. «Στην Αθήνα, η Επιτροπή Πιστώσεων της Αγροτικής Τράπεζας συνεδρίαζε κάθε τρίµηνο. Εγώ υπέβαλα το αίτηµά µου τον Οκτώβριο, αλλά µετά από έναν µήνα περίπου ένας συνάδελφός µου γεωπόνος και εισηγητής στη συγκεκριµένη πρόταση µε ειδοποίησε ότι στην επιτροπή υπάρχει οικονοµική στενότητα και θα ήταν καλό να αποσυρθεί η πρόταση ώστε να µην καεί και να επανέλθει τον Μάρτιο».

Ο ίδιος τότε παίρνει την απόφαση να αιτηθεί λιγότερα χρήµατα, ρίχνοντας το ποσό στα τρία εκατ. ευρώ (δύο εκατ. για πάγια και ένα για κεφάλαιο κίνησης), κίνηση που αποδείχθηκε σωστή, καθώς η επιτροπή άναψε τελικά το «πράσινο φως». «Αν καθυστερούσαµε, δεν θα είχαµε τύχη. Στις 31 Δεκεµβρίου 1971, ο κλάδος της πτηνοτροφίας στην Ελλάδα θεωρήθηκε κορεσµένος και ανεστάλη κάθε χρηµατοδότηση στον συγκεκριµένο τοµέα της πρωτογενούς παραγωγής» θυµάται ο Θεόδωρος Νιτσιάκος.

Καθώς η Αγροτική Τράπεζα δεν του εξασφάλιζε το σύνολο της απαραίτητης χρηµατοδότησης, απευθύνθηκε στους γονείς του, οι οποίοι πούλησαν τα πρόβατά τους για να συνδράµουν στην προσπάθειά του. Από την κατασκευή της πρώτης µονάδας της εταιρείας, που ήταν εξοπλισµένη µε ένα εκκολαπτήριο και κατάλληλη για 12.000 κότες αναπαραγωγής, έχουν περάσει πλέον πολλά χρόνια. Έτσι, ο Θεόδωρος Νιτσιάκος κατάφερε να διαψεύσει τον πατέρα του, κτηνοτρόφο χωρίς πολλές εµπειρίες, για το πώς λειτουργούν η αγορά και το εµπόριο, ο οποίος στο ξεκίνηµα του γιου του και βλέποντας τα πουλάκια που είχε φέρει από την Ολλανδία, του είχε αναφέρει: «Μ’ αυτά τα  “µερµήγκια” είναι απίθανο να βγάλεις τα εκατοµµύρια που χρεώθηκες στην Αγροτική Τράπεζα». Και όµως τα κατάφερε.

«Θέλω πάντα να βασίζομαι στις δικές μου δυνάμεις»

«Προσπαθούµε πάντα να έχουµε τους εργαζοµένους µας και τους πτηνοτρόφους µε τους οποίους συνεργαζόµαστε  ικανοποιηµένους και ευχαριστηµένους. Η καλή πορεία µέσα στην κρίση οφείλεται στον συνδυασµό των εξής παραγόντων: διεύρυνση των οικονοµικών µεγεθών, καλύτερη µεταχείριση των εργαζοµένων µας σε σύγκριση µε άλλες εταιρείες του κλάδου µας και καλύτερη µεταχείριση των πτηνοτρόφων µας. Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς θέλουν να συνεργάζονται µαζί µας».

Όλη η συνέντευξή του ΕΔΩ