Περισσότεροι από 2.000 συνεργάτες των ναζί λαμβάνουν ακόμη σύνταξη

Η Γερμανία εξακολουθεί να πληρώνει πρώην συνεργάτες του ναζιστικού καθεστώτος. Βελγικό αίτημα να σταματήσει η χορήγηση των χρημάτων.

 

Περισσότεροι από 2.000 άνθρωποι –τα τρία τέταρτα εκ των οποίων στην Ευρώπη– έλαβαν τον Φεβρουάριο συντάξεις που χορηγούνται σε πρώην συνεργάτες του ναζιστικού καθεστώτος της Γερμανίας ή σε πρόσωπα που είχαν στρατολογηθεί δια της βίας, όπως ανέφερε σήμερα στο Γαλλικό Πρακτορείο το γερμανικό υπουργείο Εργασίας.

Το κοινοβούλιο του Βελγίου ψήφισε την Πέμπτη μια πρόταση με την οποία ζητά από την κυβέρνηση να βάλει τέλος σε αυτές τις συντάξεις που χορηγούνται από τη Γερμανία. Στο Βέλγιο συνταξιοδοτούνται σήμερα 18 υπερήλικες συνεργάτες των Ναζί.

Συνολικά, τον Φεβρουάριο έλαβαν τέτοιες συνάξεις 2.033 άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Το ποσό της σύνταξης φτάνει μέχρι τα 1.300 ευρώ μηνιαίως.

Στην Ευρώπη 1.532 πρόσωπα λαμβάνουν σύνταξη, εκ των οποίων οι 573 στην Πολωνία. Ακολουθούν η Σλοβενία (184), η Αυστρία (101) και η Τσεχία (94). Στον κατάλογο περιλαμβάνονται επίσης η Κροατία με 71 συνταξιούχους, η Γαλλία με 54, η Ουγγαρία με 48 και η Βρετανία με 34.

Στην Αφρική υπάρχουν μόνο 13 δικαιούχοι, εκ των οποίων οι 9 στη Νότια Αφρική και οι υπόλοιποι στη Ναμίμπια.

Στις ΗΠΑ ζουν 250 συνταξιούχοι συνεργάτες των Ναζί, στον Καναδά 121, στη Βραζιλία 18 και στην Αργεντινή 8. Συνολικά στην αμερικανική ήπειρο οι δικαιούχοι είναι 409.

Άλλοι 44 συνταξιούχοι ζουν στην Αυστραλία και περίπου 30 στην Ασία – οι 12 εξ αυτών στην Ταϊλάνδη.

Οι συντάξεις αυτές χορηγούνται με βάση έναν γερμανικό νόμο του 1951 που δίνει αποζημιώσεις στους Γερμανούς που υπήρξαν θύματα πολέμου. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται τόσο οι πρώην Ναζί, όσο και οι συνεργάτες του χιτλερικού καθεστώτος στο εξωτερικό, όμως και άνθρωποι που στρατολογήθηκαν βιαίως. Ο νόμος εξαιρεί τα πρώην μέλη των Ες Ες, όπως και όλους όσοι καταδικάστηκαν για εγκλήματα πολέμου.

Από το 2008 ο νόμος επιτρέπει στα γερμανικά κρατίδια που χορηγούν αυτές τις συντάξεις να τις καταργήσουν. Είναι όμως ελάχιστες οι περιπτώσεις που έχει γίνει κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε το 2017 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας.

Σχετικά άρθρα