Πώς το κόστος ζωής άλλαξε την καθημερινότητά μας

Πώς το κόστος ζωής άλλαξε την καθημερινότητά μας
AMSTERDAM - Shoppers in a supermarket, the day before Christmas. ANP REMKO DE WAAL netherlands out - belgium out (Photo by REMKO DE WAAL / ANP MAG / ANP via AFP) Photo: AFP
Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα συνεχίζει να αποτελεί το μεγάλο αγκάθι για τα νοικοκυριά και πονοκέφαλο για το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης.

Ο Νοέμβριος επεφύλασσε απροσδόκητα καλά νέα για τον πληθωρισμό. Τα στοιχεία της Eurostat έδειξαν αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,9% στην Ελλάδα, έναντι 3,8% τον Οκτώβριο, με τον μέσο δείκτη της ευρωζώνης στο 2,4%.

Όμως τα καλά νέα σταματούν κάπου εδώ. Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα συνεχίζει να αποτελεί το μεγάλο αγκάθι για τα νοικοκυριά και πονοκέφαλο για το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat η Ελλάδα κατέγραψε τον Νοέμβριο τον δεύτερο υψηλότερο πληθωρισμό τροφίμων στο 8,8%,υ 2,2 μονάδες υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (ήταν στο 6,6%). Μόνο η Ισπανία, μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, εμφάνισε τον Νοέμβριο υψηλότερο πληθωρισμό τροφίμων σε σχέση με την Ελλάδα.

Στα κρέατα η Ελλάδα είχε την τρίτη μεγαλύτερη αύξηση πίσω μόνο από Βουλγαρία και Λιθουανία. Ο επιμέρους δείκτης ήταν στο 8% στην Ελλάδα, έναντι 4,9% στην Ευρωζώνη. Στο ελαιόλαδο οι τιμές στην Ευρωζώνη ήταν αυξημένες 52,3% με τις ανατιμήσεις στην Ισπανία να φθάνουν στο 66,7% και στην Ελλάδα στο +54,5%. Στο ψωμί, από την άλλη πλευρά, ο πληθωρισμός έχει συγκρατηθεί στην Ελλάδα στο 3,2%, λιγότερο από το μισό σε σχέση με το 7,2% της ευρωζώνης, με τους Γερμανούς να έρχονται αντιμέτωποι με τιμές υψηλότερες κατά 9,3% τον Νοέμβριο σε σχέση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα. Στα τυριά οι ανατιμήσεις έφθασαν στο +10,1% από 2,9% στην Ευρωζώνη και στον καφέ στο +6,8% από 5,4% στην Ευρωζώνη. Στον αντίποδα οι ανατιμήσεις σε ζάχαρη, πατάτες, μπύρα, και χυμούς ήταν μικρότερες στην Ελλάδα από ότι στην Ευρωζώνη.

Ανατιμητική τάση η οποία συμπίπτει χρονικά με την έναρξη της πρωτοβουλίας του υπουργού Ανάπτυξης Κώστα Σκρέκα για μειωμένες τιμές τουλάχιστον κατά 5% και τουλάχιστον για διάρκεια έξι μηνών. Παρά λοιπόν τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία οι τιμές συνεχίζουν να ακολουθούν ανοδική πορεία και δεν φαίνεται, προς στιγμήν τουλάχιστον, να υποχωρούν.

Αντιθέτως οι ανατιμήσεις θα συνεχιστούν και κατά το 2024 -με ηπιότερο ρυθμό όπως εκτιμούν εκπρόσωποι των σούπερ μάρκετ- και οι τιμές δεν πρόκειται να επιστρέψουν στο επίπεδο που ήταν πριν από δύο χρόνια, όπως είπε πρόσφατα ο κ. Αριστοτέλης Παντελιάδης, επικεφαλής της METRO ΑΕΒΕ και πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας.

Για τον κ. Παντελιάδη αλλά και για τα υπόλοιπα μέλη της Ένωσης η ευθύνη για την αύξηση των τιμών πρέπει να αναζητηθεί, εκτός από την κλιματική αλλαγή που επηρεάζει καλλιέργειες όπως το ελαιόλαδο, το κακάο και ο καφές, και στις θεσμικές παρεμβάσεις, από την πλευρά της Ελληνικής Πολιτείας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που μπορεί να οδηγήσουν, όπως είπε, σε αύξηση τιμών, παρά το γεγονός ότι βασικός στόχος είναι ο περιορισμός του πληθωρισμού και η ενίσχυση της διαφάνειας και του ανταγωνισμού.

Όμως το μείζον πρόβλημα του κλάδου είναι οι παρεμβάσεις της ελληνικής πολιτείας στη λειτουργία της αγοράς. «Πρέπει η Ελληνική Πολιτεία να αποφασίσει αν θέλει ελεύθερη αγορά ή ρυθμιζόμενη. Πρέπει να υπάρχουν ξεκάθαροι κανόνες και να μην αλλάζουν (σ.σ. οι κανόνες) κάθε 2-3 μήνες» ανέφεραν στελέχη του κλάδου. Με τον κ. Παντελιάδη να σημειώνει: «δεν παίζουμε εμείς τη μουσική. Εμείς χορεύουμε. Δεν φτιάχνουμε τους νόμους».

Πάντως τα μηνύματα για την ελληνική οικονομία είναι θετικά. Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο 2,4% εφέτος και στο 2,5% το 2025. Στο μέτωπο του πληθωρισμού, ο μέσος δείκτης αναμένεται να κλείσει, σύμφωνα με την TτΕ, στο 4,1% φέτος, πριν υποχωρήσει στο 3% το 2024.

Όμως παρά τα θετικά μηνύματα και την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στο -45,60% τον Νοέμβριο από -44,70 μονάδες που ήταν τον Οκτώβριο. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα κατά μέσο όρο ήταν -32,42 μονάδες την περίοδο από το 1985 έως το 2023, φθάνοντας στο ιστορικό υψηλό των 0,50 μονάδων τον Απρίλιο του 2000 και στο χαμηλό ρεκόρ των -81,30 μονάδων τον Φεβρουάριο του 2012, αναφέρει το Trading Economics.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πως αποτυπώνονται όλοι αυτοί οι δείκτες στην καθημερινότητά μας;

Σύμφωνα με την έρευνα της Nielsen για την πορεία των πωλήσεων των σούπερ μάρκετ στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου, ο κλάδος των ταχέως κινούμενων καταναλωτικών αγαθών (FMCG) σημείωσε αύξηση 9,5%. Όμως αυτή η άνοδος αποδίδεται κυρίως στον πληθωρισμό, καθώς σημειώθηκε ελαφρά μείωση στον όγκο πωλήσεων (-0,8%). Συγκεκριμένα, η μέση αύξηση της τιμής του FMCG διαμορφώθηκε στο +10,4%, σημαντικά υψηλότερη από τον ευρύτερο δείκτη τιμών καταναλωτή, ο οποίος αυξήθηκε +3,6% για την ίδια περίοδο.

Μια πιο προσεκτική εξέταση των διαφόρων υπερ-κατηγοριών FMCG αποκαλύπτει ότι ενώ οι τιμές στον κλάδο Τροφίμων & Ποτών αυξήθηκαν κατά 10,9%, σημειώθηκε μείωση του όγκου κατά 1,5%. Αντίθετα, οι κατηγορίες Υγεία και Ομορφιά παρουσίασαν μικρότερη μέση αύξηση τιμών κατά +4,3% και διατήρησαν αύξηση πωλήσεων σε όγκο +4,5%.

«Ενώ η απόλυτη αύξηση των πωλήσεων είναι στο εντυπωσιακό +9,5% για τα FMCG, συζητούνται πολλά για τον αντίκτυπο του ακόμα ισχυρού πληθωρισμού (που μετράται στο 10,4% στη συνολική κίνηση των τιμών) στην πραγματική κατανάλωση. Ο όγκος σε σταθμισμένους όρους αποτελεί -0,8% YTD, ωστόσο με βελτιωμένη και μάλιστα θετική τάση από τότε που ξεκίνησε το καλοκαίρι», λέει ο Βάιος Δημοράγκας, Διευθύνων Σύμβουλος Ελλάδας. «Ακόμη κι αν μέρος αυτής της τάσης διατήρησης του όγκου αποδίδεται στην ανάπτυξη της Private Label, θεωρούμε αυτή την εξέλιξη μάλλον ενθαρρυντική, αποδεικνύοντας την ανθεκτικότητα της ελληνικής αγοράς FMCG σε ένα πραγματικά συνεχώς προκλητικό πληθωριστικό τοπίο για τους καταναλωτές» σημειώνει.

Σε αυτό το πληθωριστικό περιβάλλον, το μερίδιο των προϊόντων Private Label στην ελληνική αγορά FMCG συνεχίζει να αυξάνεται, από 24,4% στο τέλος του 2022 σε 24,8% το εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου. Για πολλούς καταναλωτές, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας προσφέρουν τα απαραίτητα εξοικονόμηση χωρίς να θυσιάζουν την ποιότητα.

Ταυτόχρονα, οι παραγωγοί και οι λιανέμποροι προσπαθούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους εντείνοντας τις προωθητικές τους δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, η ένταση των προσφορών στην αγορά έχει κλιμακωθεί από 67,9% στο τέλος του 2022 σε 69,1% το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα. Οι καταναλωτικές αποφάσεις των Ελλήνων καταναλωτών φαίνεται να επηρεάζονται σημαντικά από αυτές τις επιθετικές προσφορές, με 1 στους 2 αγοραστές να δηλώνουν προθυμία να αλλάξουν τις αγοραστικές του προτιμήσεις όχι μόνο σε επίπεδο προϊόντος αλλά και σε επίπεδο καταστήματος για την αναζήτηση της καλύτερης δυνατής συμφωνίας.

Φυσικά, η συνεχιζόμενη πίεση των τιμών στον τομέα των σούπερ μάρκετ συνεχίζει να προκαλεί αβεβαιότητα στους προμηθευτές και τους λιανοπωλητές σχετικά με το πώς η «τιμή» και η «αξία» των προϊόντων επηρεάζουν τις επιλογές των καταναλωτών, με την πλειοψηφία του πληθυσμού να βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να μειώνεται και τις προτεραιότητές του μετατοπίζεται.

ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: