Προϋπολογισμός: Ανάπτυξη 6,9% φέτος και 4,5% το 2022 – Στο 7% το πρωτογενές έλλειμμα για το 2021

AFP

Πρωτογενές έλλειμμα 1,4% του ΑΕΠ προβλέπεται για το 2022 – Στο 7% θα διαμορφωθεί για το 2021.

Με το ΑΕΠ να αυξάνεται φέτος κατά 6,9% και κατά 4,5% το επόμενο έτος, το 2022 αναμένεται να είναι έτος επαναφοράς της ελληνικής οικονομίας σε συνθήκες κανονικότητας. Αυτό αναφέρεται στον προϋπολογισμό που κατατέθηκε στη Βουλή και επισημαίνεται, παράλληλα, ότι στο δ’ τρίμηνο του έτους αναμένεται να έχει ανακτηθεί το σύνολο των ετήσιων απωλειών ΑΕΠ του 2020, με το επίπεδο πραγματικού ΑΕΠ στο τέλος του 2022 να υπερβαίνει το αντίστοιχο επίπεδο του 2019 κατά 1,7%.

Σύμφωνα με το κείμενο του προϋπολογισμού, τα βασικά μεγέθη της οικονομίας έχουν ως εξής:

-Το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 6,9% φέτος και κατά 4,5% το 2022, από πτώση κατά 9% το 2020.

-Η ανάπτυξη αυτή, βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση, τις ιδιωτικές επενδύσεις και τις εξαγωγές. Ειδικότερα, η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί φέτος κατά 3,3% και κατά 3% το 2022, από μείωση 7,9% το 2020. Οι ιδιωτικές επενδύσεις θα κινηθούν ανοδικά κατά 11,7% φέτος και κατά 21,9% το 2022 (λόγω και των κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης), από πτώση 0,3% πέρυσι. Οι εξαγωγές θα αυξηθούν 14,1% φέτος και 11,1% το επόμενο έτος, από πτώση 21,5% το 2020. Αυξητικά θα κινηθούν και οι εισαγωγές, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τις εξαγωγές (+6,6% το 2021 και +8,9% το 2022, από -7,6% το 2020). Ενώ, η δημόσια κατανάλωση θα αυξηθεί φέτος 4,1% από αύξηση 2,6% πέρυσι, για να μειωθεί κατά 2,8% το 2022 λόγω και της σταδιακής απόσυρσης των μέτρων στήριξης για την πανδημία.

ανεργία προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω στο 14,2% το 2022 από 15,9% φέτος και 16,3% πέρυσι.

εναρμονισμένος πληθωρισμός προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 0,8% το 2022 από αύξηση 0,6% φέτος και μείωση 1,3% το 2020.

Αναλυτικά, όπως αναφέρεται στο κείμενο, πρωτεύοντα παράγοντα για την ώθηση της οικονομικής δραστηριότητας το 2022 αποτελεί το ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, με τις πραγματοποιούμενες δαπάνες από τον προϋπολογισμό του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ως αποτέλεσμα, εντός του 2022 η υλοποίηση του σχεδίου αναμένεται να προσδώσει στην ελληνική οικονομία επιπλέον 2,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, χωρίς τη συμπερίληψη της μόχλευσης, συμβάλλοντας στη μείωση του μακροχρόνιου επενδυτικού κενού και θέτοντας τις βάσεις για τη διαμόρφωση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, μέσω της συμβολής του σκέλους των μεταρρυθμίσεων.

Άλλος σημαντικός παράγοντας επιτάχυνσης της ανάπτυξης έναντι του 2021, είναι η σταδιακή επιστροφή σε συνθήκες κανονικότητας από υγειονομικής άποψης στη βάση του υλοποιούμενου προγράμματος εμβολιασμών, η οποία με τη σειρά της θα επιτρέψει την πλήρη ομαλοποίηση της λειτουργίας της αγοράς, αντλώντας επιπλέον οφέλη από τα «κέρδη» της περιόδου της πανδημίας σε όρους ψηφιοποίησης και εξωστρέφειας της οικονομίας. Η επιστροφή στην κανονικότητα αναμένεται να διευκολύνει την περαιτέρω ανάκαμψη του τουριστικού κλάδου, με τις εισπράξεις από το εξωτερικό να αυξάνονται έναντι του 2021 κατά 60%, υποστηρίζοντας παράλληλα την εξομάλυνση των δημοσιονομικών μεγεθών.

Μετά τη διαμόρφωση του ελλείμματος γενικής κυβέρνησης το 2021 κοντά στο ύψος του 2020, λόγω της ακόμα εφαρμοζόμενης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, η επιστροφή σε συνθήκες ανάπτυξης το 2022 αναμένεται να περιορίσει το έλλειμμα αισθητά κατά 5,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κατά ESA, με επαναφορά σε πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023. Ανάλογη βελτίωση εκτιμάται και για το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, με προσέγγιση του προ κρίσης επιπέδου του.

Ακόμα, ευνοϊκός παράγοντας για τη διαμόρφωση υψηλού ρυθμού ανάπτυξης το 2022 είναι η έναρξη υλοποίησης ορισμένων αναπτυξιακών μέτρων στη λογική της βελτίωσης του επενδυτικού περιβάλλοντος και της εισοδηματικής ενίσχυσης των νοικοκυριών, όπως είχε σχεδιαστεί πριν την επέλαση της πανδημίας. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η μείωση του συντελεστή φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων από το 24% στο 22%, η παροχή κινήτρων για συνενώσεις και συνεργασίες μεσαίων, μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, η θέσπιση φορολογικών κινήτρων για τη χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η κατάργηση του φόρου γονικών παροχών και δωρεών για παροχές και δωρεές έως 800.000 ευρώ και η αύξηση του κατώτατου μισθού.

Πέραν των ανωτέρω μέτρων, τον Σεπτέμβριο φέτος μία ακόμη δέσμη μέτρων ενσωματώθηκε στον πολιτικό σχεδιασμό, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις των παροδικών πληθωριστικών πιέσεων που καταγράφονταν διεθνώς το τρέχον διάστημα, να αποσοβηθεί ο κίνδυνος υστερήσεων στην αγορά εργασίας κατά τη μεταβατική περίοδο μετά την πανδημία και να αποφευχθούν ανισότητες πρόσβασης στην ψηφιακή μετάβαση. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονται, η προσαυξημένη έκπτωση για δαπάνες που αφορούν σε πράσινη οικονομία/ενέργεια/ψηφιοποίηση, το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη νεολαία, με την παροχή κινήτρων για ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας (πρώτο ένσημο), η μείωση του τέλους συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας, η κατάργηση για τους νέους έως 29 ετών και η σύσταση του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης.

Η αύξηση της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης το 2022 αναμένεται να στηριχθεί, πέρα από τη χρήση των συσσωρευμένων αποταμιεύσεων, στην αύξηση της απασχόλησης κατά 2,6% (με το 83,3% των νέων θέσεων εργασίας να αφορά θέσεις μισθωτής απασχόλησης) αλλά και στην αύξηση του ονομαστικού μέσου μισθού κατά 1,1%. Από τις εκτιμήσεις αυτές προκύπτει ώθηση των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας κατά 4,1% πάνω από το επίπεδο του 2021. Ο ρυθμός πληθωρισμού αναμένεται μετριοπαθώς θετικός στο σύνολο του 2022 (0,8%), καθώς οι πληθωριστικές τάσεις του 2021 αναμένεται να αρχίσουν να υποχωρούν κατά τη διάρκεια του β’ τριμήνου του 2022, επιτρέποντας όφελος σε όρους πραγματικού μέσου μισθού κατά 0,2% έναντι του 2021 στο σύνολο του έτους.

Η επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης των πραγματικών επενδύσεων το 2022 στηρίζεται στην υλοποίηση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με άνω του 88% της συνολικής κατανομής επιχορηγήσεων και δανείων για το έτος να κατευθύνονται σε επενδύσεις, εκ των οποίων το 41,6% σε δημόσιες επενδύσεις με υψηλή πολλαπλασιαστική επίδραση. Από την άλλη πλευρά, ο όγκος δημόσιας κατανάλωσης αναμένεται το 2022 να προσαρμοστεί εγγύτερα στα προ πανδημίας επίπεδα, μειούμενος κατά 2,8% σε ετήσια βάση, ενώ το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου σε όρους όγκου αναμένεται να επιδεινωθεί κατά 1,8 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, εν μέσω της αύξησης εισαγωγών εξοπλισμού στο πλαίσιο του «Ελλάδα 2.0».

Οι αβεβαιότητες

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στο κείμενο, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας περιβάλλονται σήμερα από αυξημένους εξωτερικούς κινδύνους, δεδομένων των αβεβαιοτήτων που συναρτώνται, πρώτον με την εξέλιξη της πανδημίας (εμφάνιση μεταλλάξεων και συνθηκών υψηλότερης μετάδοσης του ιού, διατήρηση εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού), δεύτερον με τον τυχόν πιο μόνιμο χαρακτήρα των τρεχουσών πληθωριστικών πιέσεων διεθνώς και τρίτον με τις γεωπολιτικές εντάσεις και μεταναστευτικές ροές στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Επιπρόσθετοι εξωγενείς κίνδυνοι για την ελληνική ανάκαμψη διαμορφώνονται δυνητικά από τον κλιματικό παράγοντα. Η όλο και συχνότερη επέλαση φυσικών καταστροφών επιδρά αρνητικά στην ελληνική οικονομία τόσο βραχυπρόθεσμα (όπως το οικονομικό και δημοσιονομικό κόστος των πυρκαγιών του Αυγούστου 2021), όσο και μακροπρόθεσμα σε όρους διατηρησιμότητας των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και δυνατοτήτων ανάπτυξης του τουριστικού προϊόντος. Στο πλαίσιο αυτό, τον Σεπτέμβριο φέτος συστάθηκε αυτόνομο υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με αποστολή τη διαχείριση φυσικών καταστροφών και κρίσεων και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Από το 2022 έως το 2025, ο σχετικός πολιτικός σχεδιασμός προσανατολίζεται στη διαμόρφωση ενός δικτύου πρόληψης και άμεσης αντίδρασης σε φυσικές καταστροφές, με κάλυψη μέρους της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και το ΕΣΠΑ.

Από την άλλη πλευρά, ενδογενείς κίνδυνοι για την ευόδωση των οικονομικών προοπτικών του 2022 είναι τα τυχόν εμπόδια στην έγκαιρη υλοποίηση του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, καθώς και το ενδεχόμενο εμφάνισης υστερήσεων ή «μόνιμων ουλών» από την πανδημία στον παραγωγικό ιστό της οικονομίας και στην αγορά εργασίας, μετά τη λήξη των κυβερνητικών μέτρων οικονομικής ενίσχυσης.

Το σύνολο των ως άνω (κυρίως εξωγενών) κινδύνων, δημιουργεί ένα περιβάλλον έντονων επισφαλειών για τις μακροοικονομικές και τις δημοσιονομικές προβλέψεις, καθώς κάθε μεταβολή στις συγκεκριμένες εξωτερικές υποθέσεις έχει σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα της προβλεπτικής διαδικασίας.

Πρωτογενές έλλειμμα 1,4% του ΑΕΠ προβλέπεται για το 2022 – Στο 7% θα διαμορφωθεί για το 2021

Σε 1,4% του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2022, σύμφωνα με τα στοιχεία του προϋπολογισμού, ενώ για φέτος εκτιμάται ότι αυτό θα ανέλθει σε 12,345 δις ή 7% του ΑΕΠ.

Για το έτος 2021 τα καθαρά έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού, σε δημοσιονομική βάση, μετά την αφαίρεση των επιστροφών φόρων, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στα 50.927 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 438 εκατ. ευρώ ή 0,9%, έναντι του στόχου του ΜΠΔΣ 2022-2025.

Ειδικότερα, το 2021 τα έσοδα από τον ΦΠΑ αναμένεται να ανέλθουν στο ποσό των 17.112 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 113 εκατ. ευρώ από τον στόχο, ενώ τα έσοδα από τους ΕΦΚ εκτιμώνται στο ποσό των 6.561 εκατ. ευρώ, ελαφρώς μειωμένα έναντι του στόχου.

Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων θα ανέλθουν σε 9.699 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 115 εκατ. ευρώ από τον στόχο, ενώ τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων εκτιμώνται στο ποσό των 3.180 εκατ. ευρώ και θα είναι αυξημένα κατά 872 εκατ. ευρώ από τον στόχο.

Η σημαντική αυτή αύξηση οφείλεται στα βεβαιωμένα ποσά από τις δηλώσεις του φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2020 και αντανακλά το γεγονός ότι η μείωση των κερδών των επιχειρήσεων, λόγω της πανδημίας Covid-19, ήταν χαμηλότερη σε σχέση με την αρχικώς εκτιμηθείσα.

Οι επιστροφές αχρεωστήτως εισπραχθέντων εσόδων εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στα 4.660 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 159 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Τα έσοδα ΠΔΕ αναμένεται να ανέλθουν στο ποσό των 4.392 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 408 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου του ΜΠΔΣ 2022-2025.

Οι συνολικές δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού για το έτος 2021 σε δημοσιονομική βάση εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στα 70.847 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 777 εκατ. ευρώ, σε σχέση με τον στόχο του ΜΠΔΣ 2022-2025. Η αύξηση αυτή, όπως προκύπτει και από την ανάλυση των δαπανών κατά μείζονα κατηγορία, οφείλεται κατά κύριο λόγο στις υλοποιούμενες δράσεις για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας Covid-19.

Για το έτος 2022, το πρωτογενές αποτέλεσμα του Κρατικού Προϋπολογισμού προβλέπεται, σε δημοσιονομική βάση, σε έλλειμμα ύψους 4.620 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 2.048 εκατ. ευρώ, σε σχέση με τον στόχο του ΜΠΔΣ 2022-2025.

Τα καθαρά έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού, σε δημοσιονομική βάση, μετά την αφαίρεση των επιστροφών φόρων, προβλέπεται να διαμορφωθούν στα 55.425 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 602 εκατ. ευρώ ή 1,1%, έναντι του στόχου του ΜΠΔΣ 2022-2025 κυρίως λόγω επικαιροποίησης του μακροοικονομικού πλαισίου μεγέθυνσης της οικονομίας.

Οι συνολικές δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού για το έτος 2022 προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν (σε δημοσιονομική βάση) σε 65.594 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 2.600 εκατ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη πρόβλεψη για το ΜΠΔΣ 2022-2025. Οι κύριες αιτίες της αύξησης είναι η πρόβλεψη επιπλέον δαπανών για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, καθώς και οι αυξημένες φυσικές παραλαβές των εξοπλιστικών προγραμμάτων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Η δαπάνη για την υλοποίηση δράσεων που χρηματοδοτούνται από το σκέλος των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, προϋπολογίζεται για το 2022 σε 3.199 εκατ. ευρώ.

Στα ανώτατα όρια δαπανών του έτους 2021 έχουν ενσωματωθεί δαπάνες για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας Covid-19, οι οποίες παρουσιάζονται και σε διακριτή στήλη. Λαμβάνοντας υπόψη και ότι στις εκτιμήσεις του 2021 των Υπουργείων περιλαμβάνονται δαπάνες που καλύφθηκαν από το αποθεματικό, εγγραφές σε ύψος δαπανών και δαπάνες μεταναστευτικών ροών, τα μεγέθη που εμφανίζονται στα δύο έτη δεν είναι απευθείας συγκρίσιμα. Επίσης, για το 2022 μεγάλο μέρος των πιστώσεων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, ύψους 1 δισ. ευρώ, έχει προβλεφθεί στον ειδικό φορέα «Γενικές Κρατικές Δαπάνες» του Υπουργείου Οικονομικών, στην κατηγορία «πιστώσεις υπό κατανομή». Οι πιστώσεις αυτές θα μεταφέρονται στους φορείς ανάλογα με τις ανάγκες τους κατά τη διάρκεια του έτους.

Στα ανώτατα όρια δαπανών του Υπουργείου Υγείας έχουν περιληφθεί δαπάνες που σχετίζονται με την υλοποίηση μέτρων αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού συνολικού ύψους 944 εκατ. ευρώ για το έτος 2021. Στις παρεμβάσεις Covid-19 έτους 2022 του Υπουργείου Υγείας έχουν κατανεμηθεί πιστώσεις ύψους 136 εκατ. ευρώ για την κάλυψη της δαπάνης μισθοδοσίας του επικουρικού προσωπικού που προσλήφθηκε λόγω Covid-19. Ωστόσο, όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα με τις παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της πανδημίας, οι δαπάνες για την κάλυψη αυξημένων υγειονομικών δαπανών λόγω της πανδημίας Covid-19 για το 2022 προβλέπεται να ανέλθουν σε 736 εκατ. ευρώ το 2022. Από αυτά, τα 600 εκατ. ευρώ έχουν προβλεφθεί στην μείζονα κατηγορία 29 «Πιστώσεις υπό κατανομή» του ειδικού φορέα Γενικές Κρατικές Δαπάνες του Υπουργείου Οικονομικών ώστε να εκταμιευθούν ανάλογα με την υγειονομική πορεία της πανδημίας. Επιπλέον, όπως φαίνεται αναλυτικά και στην σχετική ενότητα 3.2.2 το μεγαλύτερο μέρος των σχεδιαζόμενων διορισμών του 2022 αφορά σε υγειονομικό προσωπικό, ενώ οι αντίστοιχες πιστώσεις για τους διορισμούς αυτούς έχουν ήδη προβλεφθεί στη μείζονα κατηγορία 29 «Πιστώσεις υπό κατανομή» του ειδικού φορέα Γενικές Κρατικές Δαπάνες του Υπουργείου Οικονομικών.

Σε 187,278 δισ. ευρώ προβλέπεται να αυξηθεί το ΑΕΠ το 2022, από 177,608 δισ. ευρώ φέτος

Σε 187,278 δισ. ευρώ προβλέπεται να αυξηθεί το ΑΕΠ το 2022, από 177,608 δισ. ευρώ φέτος και 165,326 δισ. ευρώ το 2020, με βάση τα στοιχεία του νέου προϋπολογισμού.

Προβλέπεται, παράλληλα, αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως και του ελλείμματος της Γενικής Κυβέρνησης με βάση το καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας. Ειδικότερα, το δημόσιο χρέος θα διαμορφωθεί σε 355 δισ. ευρώ (189,6% του ΑΕΠ), από 350 δισ. ευρώ (197,1% του ΑΕΠ) φέτος και 341,086 δισ. ευρώ (206,3% του ΑΕΠ) το 2020. Ενώ το έλλειμμα θα διαμορφωθεί σε 2,296 δισ. ευρώ (1,2% του ΑΕΠ) το επόμενο έτος, από 12,882 δισ. ευρώ (7,3% του ΑΕΠ) το 2021 και 13,036 δισ. ευρώ (7,9% του ΑΕΠ) το 2020.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι που υπάρχουν για τις δημοσιονομικές προβλέψεις (πανδημία, ενεργειακή κρίση κ.ά.), οδηγούν το υπουργείο Οικονομικών, όπως κάθε έτος, να συμπεριλάβει στον προϋπολογισμό ένα δυσμενές σενάριο.

Όπως αναφέρεται, υπό τις παρούσες συνθήκες οι σημαντικότεροι κίνδυνοι σχετίζονται με την εξέλιξη της πανδημίας, καθώς τυχόν διατήρηση των μολύνσεων σε υψηλά επίπεδα ή περαιτέρω αύξησή τους κατά τους επόμενους μήνες μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα, ιδίως μέσω επιπτώσεων σε κλάδους όπως ο τουρισμός.

Μία άλλη πιθανή πηγή κινδύνου για τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις του προϋπολογισμού σχετίζεται με τη σταδιακή κατάργηση μίας σειράς έκτακτων μέτρων ενίσχυσης τα οποία υλοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 2020- 2021, προκειμένου να προστατεύσουν την απασχόληση και το εισόδημα πολιτών και επιχειρήσεων από τις συνέπειες της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν. Η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική που ασκήθηκε μέσω αυτών των μέτρων ενίσχυσε σε σημαντικό βαθμό την οικονομία και αποτέλεσε μία από τις αιτίες της ταχύτατης ανάκαμψης που σημειώθηκε κατά το τρέχον έτος. Η παύση της ισχύος τους, αν και απαραίτητη καθώς τα μέτρα περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας έχουν πλέον αρθεί, συνεπάγεται μία μείωση της στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητική επίπτωση βραχυπρόθεσμα. Αντιθέτως, σε περίπτωση ταχείας αύξησης του ποσοστού εμβολιασμού του πληθυσμού και υποχώρησης της πανδημίας, ο αντίκτυπος στην οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να είναι θετικός και η ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη θα επιδράσει θετικά στα δημοσιονομικά μεγέθη.

Μια πρόσθετη πηγή κινδύνου είναι οι μακροοικονομικές επιπτώσεις από τις ανατιμήσεις της ενέργειας, των πρώτων υλών, των μεταφορών και κατ’ επέκταση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Σε αυτή την περίπτωση αναμένεται να επηρεαστεί αρνητικά ο πραγματικός ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης. Ωστόσο η κατεύθυνση των επιδράσεων στον ονομαστικό ρυθμό μεγέθυνσης και κατ’ επέκταση στα δημοσιονομικά έσοδα δεν είναι σαφής και εξαρτάται από την έκταση και διάρκεια αυτών των μεταβολών, όπως και από την ελαστικότητα ζήτησης και προσφοράς των προϊόντων και υπηρεσιών που θα επηρεαστούν. Οι πιθανότητες να μην επηρεαστεί αρνητικά το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνονται όσο δεν αποσταθεροποιούνται οι μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες.

Έτσι, έχει εκτιμηθεί η επίδραση στο εκτιμώμενο δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το 2022 από μία μείωση του ρυθμού ονομαστικής μεγέθυνσης του ΑΕΠ κατά 1% σε σχέση με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο του προϋπολογισμού. Η επίπτωση αυτή έχει εκτιμηθεί μέσω των ελαστικοτήτων που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής εποπτείας.

Η μείωση του ονομαστικού ρυθμού μεγέθυνσης κατά 1% σε σχέση με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο συνεπάγεται ότι το ΑΕΠ του 2022 (σε τρέχουσες τιμές) θα διαμορφωθεί σε 185,5 δισ. ευρώ από 177,6 δισ. ευρώ το 2021, έναντι ονομαστικού ΑΕΠ ύψους 187,3 δισ. ευρώ το 2022 σύμφωνα με το βασικό σενάριο. Μια τέτοια μεταβολή του επιπέδου του ονομαστικού ΑΕΠ θα οδηγούσε σε επιδείνωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά 0,5% του ΑΕΠ σε σχέση με το σενάριο του προϋπολογισμού 2022.

Στην περίπτωση αυτή, το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης κατά ESA θα διαμορφωνόταν σε -4,5% του ΑΕΠ έναντι -4% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα κατά ESA θα διαμορφωνόταν σε -1,9% του ΑΕΠ έναντι -1,4% του ΑΕΠ. Σε απόλυτους όρους, ο μειωμένος κατά 1% ονομαστικός ρυθμός μεγέθυνσης θα οδηγούσε σε επιπλέον δημοσιονομική επιβάρυνση της τάξης των 0,85 δισ. ευρώ.