Στουρνάρας: Πράσινη και ψηφιακή μετάβαση από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις ελληνικές ΜμΕ

Στουρνάρας: Πράσινη και ψηφιακή μετάβαση από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις ελληνικές ΜμΕ
γιάννης στουρνάρας Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος παραδέχτηκε ότι τα επιτόκια δανεισμού για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι υψηλότερα σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ.

Οι ΜμΕ αποτελούν την κύρια βάση της οικονομίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο… λόγω της αυξημένης βαρύτητάς τους στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό έχουν κομβική σημασία για τη διττή μετάβαση της Ελλάδας σε μια πράσινη και ψηφιακή οικονομία», τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας σε ομιλία του σε συνέδριο της ΓΣΕΒΕΕ και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.

Όπως ανέφερε ο επικεφαλής της ΤτΕ, η εκτεταμένη παρουσία μονοπρόσωπων και πολύ μικρών επιχειρήσεων αποτελεί κυρίαρχο και προβληματικό χαρακτηριστικό, καθώς η παραγωγικότητα στις επιχειρήσεις αυτές είναι γενικά χαμηλή και υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ωστόσο, αν και το μικρό μέγεθος των ΜμΕ θεωρείται γενικά προβληματικό, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα. Για παράδειγμα, σε δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας, η παρουσία πολλών μικρών επιχειρήσεων είναι αναμενόμενη και χρήσιμη, όταν αυτές βρίσκονται σε ένα πρώιμο στάδιο του επιστημονικού και επιχειρηματικού κύκλου που επιτρέπει ευελιξία, με προοπτική μεγέθυνσης στη συνέχεια, ή διασύνδεσης με άλλες επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, σε πιο παραδοσιακούς κλάδους όπως το λιανικό εμπόριο, ο τουρισμός, η εστίαση, ο πολιτισμός και η ψυχαγωγία, η παρουσία μικρών επιχειρήσεων με ειδικά χαρακτηριστικά μπορεί να βοηθήσει στην ποιοτική εξειδίκευση και να προσφέρει σημαντική αξία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ΜμΕ

Από τις αρχές του 2020, λόγω της πανδημίας του Covid-19, αλλά και στη συνέχεια λόγω της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, οι ΜμΕ έχουν αντιμετωπίσει πρωτοφανή οικονομική αβεβαιότητα. Επιπλέον, το 2021-2022, οι ΜμΕ αντιμετώπισαν δυσκολίες στην πρόσληψη νέου προσωπικού για να ανταποκριθούν σε μια απροσδόκητα ισχυρή ανάκαμψη της ζήτησης, ενώ οι ρυθμοί πληθωρισμού αυξήθηκαν δραστικά, ιδιαίτερα το 2022, προκαλώντας επίσης αυξήσεις στα επιτόκια, γεγονός που με τη σειρά του μειώνει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι αυξημένες τιμές των πρώτων υλών ασκούν επιπλέον πίεση στις επιχειρήσεις.

Η αύξηση του κόστους των ΜμΕ αυξάνει την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες καθυστερήσεις στην εξόφληση των τιμολογίων τους, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση και τα αυξημένα επιτόκια, μπορούν να οδηγήσουν σε περισσότερες χρεοκοπίες. Ταυτόχρονα, η αύξηση των επιτοκίων για την αντιμετώπιση της ανόδου του πληθωρισμού περιορίζει τις προσδοκίες υλοποίησης νέων επενδύσεων κυρίως από τις ΜμΕ. Σύμφωνα με  μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στα επιτόκια διαπιστώθηκε ότι μειώνει την πιθανότητα οι ΜμΕ να αναφέρουν θετικές επενδυτικές προσδοκίες κατά 0,83 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με 0,65 για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Οι επιπτώσεις στην κερδοφορία των επιχειρήσεων από την άνοδο του πληθωρισμού διακρίνονται σε βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες: ο πληθωρισμός αρχικά μειώνει την κερδοφορία καθώς αυξάνεται το κόστος παραγωγής, αλλά στη συνέχεια την αυξάνει όταν οι επιχειρήσεις μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές. Η ικανότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίσουν το κόστος ποικίλλει σημαντικά και εξαρτάται από τη θέση στην αλυσίδα αξίας, το πόσο ελαστική είναι η ζήτηση για συγκεκριμένα προϊόντα στις αλλαγές τιμών, τους τύπους των πελατών, το μέγεθος και το οικοσύστημα στο οποίο ανήκει η επιχείρηση. Οι βασικές ενδείξεις υποδηλώνουν ότι οι ΜμΕ είναι λιγότερο πιθανό να μετακυλίσουν το κόστος στον τελικό καταναλωτή από ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα τη διάβρωση των περιθωρίων κέρδους τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Παράλληλα με την αντιμετώπιση εξαιρετικά ακραίων οικονομικών συνθηκών τα τελευταία δύο χρόνια, οι ελληνικές ΜμΕ αντιμετωπίζουν πρόσθετες σημαντικές προκλήσεις, οι οποίες σχετίζονται και με τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας αλλά και την αναγκαιότητα της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.

  • Τα αυξημένα κόστη ενέργειας και οι ελλείψεις σε τεχνογνωσία, εξειδίκευση και κατάρτιση προσωπικού είναι πολύ πιο ορατά στις ελληνικές ΜMΕ, λόγω του πολύ μικρού μεγέθους τους. Εξαιτίας του μικρού μεγέθους τους, οι ελληνικές ΜMΕ είναι λιγότερο πιθανό να εμπλέκονται στο διεθνές εμπόριο ως εξαγωγείς. Σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΙΒ 2022) οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να είναι ταυτόχρονα εξαγωγείς και εισαγωγείς σε σχέση με τις ΜMΕ (65% έναντι 44%).
  • γραφειοκρατία, η υψηλή φορολόγηση και γενικότερα το επιχειρηματικό περιβάλλον και οι ρυθμιστικοί περιορισμοί είναι σημαντικό εμπόδιο για το 54% των επιχειρήσεων έναντι 28% στην ΕΕ.
  • Η ψηφιοποίηση των ΜMΕ υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου με βάση τον δείκτη DESI, με το 39% των ΜμΕ έναντι 55% στην ΕΕ να έχουν ένα βασικό επίπεδο ψηφιοποίησης και το 17% έναντι του 34% στην ΕΕ χρησιμοποιούν υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud). Σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ 2022) οι μεγάλες επιχειρήσεις αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στον ψηφιακό μετασχηματισμό, ειδικότερα  το 54,4% των μεγάλων επιχειρήσεων έναντι μόλις του 39,9% των ΜμΕ θεωρούν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι πολύ σημαντική στρατηγική ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι μικροί επιχειρηματίες δεν επενδύουν εύκολα σε projects στα οποία δεν είναι εξοικειωμένοι, γεγονός που συνδέεται με την έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων των στελεχών και εργαζομένων των ΜMΕ. Παράλληλα, ως αποτέλεσμα της έλλειψης ψηφιακών δεξιοτήτων, είναι πολύ ευάλωτες στις κυβερνοαπειλές. Επίσης οι ΜμΕ αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά την προστασία των επενδύσεων τους στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης λόγω έλλειψης πληροφόρησης για τη σχετική εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • Η ταχύτητα μετάβασης προς την πράσινη οικονομία μέσα από τις αποφάσεις που υιοθετούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο (πχ για την ηλεκτροκίνηση) περιορίζει τη δυνατότητα προσαρμογής αρκετών ΜMΕ στην οικονομία (πχ. τα συνεργεία αυτοκινήτων). Το πρόβλημα επιτείνεται λόγω του μικρού μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων και της έλλειψης οικονομιών κλίμακας ώστε να υλοποιήσουν τις απαιτούμενες επενδύσεις αλλά και την πρόσληψη του κατάλληλα εξειδικευμένου προσωπικού. Σύμφωνα με έρευνα της ΕΙΒ (2022) οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι πιο πιθανό σε σχέση με τις ΜMΕ να έχουν υλοποιήσει επενδύσεις ή μέτρα αντιμετώπισης του κινδύνου καταστροφής λόγω της κλιματικής αλλαγής, περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και ενεργειακής αποδοτικότητας. Οι προτεινόμενες εθνικές και ευρωπαϊκές λύσεις, εστιάζουν κατά κύριο λόγο στην αξιοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων για τη μερική επιδότηση δράσεων πράσινης επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτών των δράσεων είναι η ύπαρξη κάποιων ελάχιστων ιδίων κεφαλαίων, η ενημέρωση για τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά προγράμματα, αλλά και η ύπαρξη του κατάλληλου προσωπικού που θα  διαχειριστούν τα εν λόγω προγράμματα.
  • Επιπλέον, οι ελληνικές επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται από χαμηλό δυναμισμό καθώς ο ρυθμός με τον οποίο ανοίγουν και κλείνουν επιχειρήσεις είναι χαμηλός, ιδιαίτερα στους κλάδους υπηρεσιών στέγασης και εστίασης, στους οποίους το μερίδιο των ΜμΕ είναι ιδιαίτερα υψηλό. Αυτό σχετίζεται και με το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των νεοσύστατων επιχειρήσεων εξακολουθούν να ιδρύονται για καθαρά βιοποριστικούς λόγους στο πλαίσιο έλλειψης εναλλακτικών επιλογών και για λόγους συνέχισης της οικονομικής παράδοσης και όχι προκειμένου να εκμεταλλευτούν μια ευκαιρία, καινοτομία ή με στόχο την αναζήτηση κέρδους.  Ως αποτέλεσμα το μερίδιο των ΜMΕ που παράγουν οι ίδιες καινοτομία και που υιοθετούν καινοτομίες-τεχνολογίες από το εξωτερικό για να διατηρήσουν την θέση τους στην αγορά στην ελληνική βιομηχανία διαμορφώνεται σε 43% έναντι 50,4% στην ΕΕ.  Ο χαμηλότερος δυναμισμός, συνήθως, αντανακλά περιορισμένη καινοτομία, χαμηλή παραγωγικότητα και υποτονική αύξηση της απασχόλησης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
  • Οι ελληνικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν εσωτερικά κεφάλαια για τη χρηματοδότηση επενδύσεων σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι οι ευρωπαϊκές (75% έναντι 65% – ΕΙΒ, 2022). Το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο στις ΜμΕ (81%) σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις (70%). Επίσης, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το μερίδιο των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν χρηματοδοτικούς περιορισμούς διαμορφώνεται σε 16% στην Ελλάδα έναντι 6,2% στην ΕΕ, ενώ ειδικά στις ΜMΕ το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε 19,1%. Παρά την βελτίωση στη διαθεσιμότητα εξωτερικής χρηματοδότησης κατά τα 2022 σύμφωνα με την έρευνα SAFE που διεξάγεται από την ΕΕ και την ΕΚΤ, οι ελληνικές ΜμΕ υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενώ το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στις κατηγορίες των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων. Το πρόβλημα αφορά τόσο τον όγκο της χρηματοδότησης, δεδομένης της δυσχέρειας των ΜμΕ να έχουν πρόσβαση σε εναλλακτική χρηματοδότηση πλην της τραπεζικής, όσο και το κόστος χρηματοδότησης, καθώς η άνοδος των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής αλλά και ο υψηλότερος δείκτης ΜΕΔ που καταγράφεται στο δανειακό χαρτοφυλάκιο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων συνεπάγεται αυξημένα κόστη δανεισμού.  Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση είναι εξαιρετικά σημαντική για τις ΜμΕ, τόσο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους όσο και για την υλοποίηση επενδύσεων σε τομείς όπως η έρευνα και ανάπτυξη, η καινοτομία, η ανάπτυξη δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και ο πράσινος και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, καθώς και η ανάληψη εξαγωγικής δραστηριότητας. Δεδομένου ότι το κόστος ανάληψης αυτών των δράσεων είναι πάρα πολύ υψηλό για μια μικρή επιχείρηση, είναι καθοριστική η πρόσβασή της σε πηγές εξωτερικής χρηματοδότησης είτε από το τραπεζικό σύστημα είτε από την αγορά κεφαλαίου. Ωστόσο, σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης, οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες χρηματοδότησης απ’ ό,τι οι μεγάλες επιχειρήσεις.  Ενδεικτικά, στην περίπτωση των νέων επιχειρηματιών και των νεοφυών επιχειρήσεων, αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους: π.χ. δεν έχουν αποδεδειγμένο ιστορικό οικονομικών επιδόσεων, δεν διαθέτουν εξασφαλίσεις ή οι επενδυτές δεν έχουν στη διάθεσή τους πληροφορίες για να αξιολογήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο που ενέχουν ή την αξία των άυλων περιουσιακών τους στοιχείων. Ως αποτέλεσμα, εγκλωβίζονται σε μικρή κλίμακα λειτουργίας και αναποτελεσματικές επιχειρηματικές πρακτικές, καταλήγοντας πολλές από αυτές να λειτουργούν στο πλαίσιο της άτυπης οικονομίας με αποτέλεσμα την αύξηση της φοροδιαφυγής. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τα επιτόκια δανεισμού τους είναι ιδιαίτερα υψηλά στην ελληνική περίπτωση, τόσο σε σχέση με τα επιτόκια δανεισμού των μεγάλων επιχειρήσεων, όσο και σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ-27 και της και της ζώνης του ευρώ (OECD, 2022). Χαρακτηριστικά, η διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου τραπεζικών δανείων άνω του 1 εκατ. ευρώ, τα οποία τεκμαίρεται ότι κατά κανόνα αφορούν μεγάλες επιχειρήσεις, έναντι του αντίστοιχου επιτοκίου τραπεζικών δανείων κάτω των 250.000 ευρώ τα τελευταία έτη υπερέβαινε τις 150 μονάδες βάσης.  Σχετιζόμενο με τις δυσκολίες χρηματοδότησης είναι και η σημαντική έλλειψη επαρκών γνώσεων των ΜμΕ γύρω από χρηματοοικονομικά θέματα, λόγω έλλειψης εξειδικευμένων στελεχών, που επηρεάζουν άμεσα τις διοικητικές αποφάσεις στο επίπεδο της επιχείρησης, όσον αφορά τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση πιστώσεων, την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών προγραμμάτων και την υλοποίηση μελλοντικών επενδύσεων.

Άμεση προτεραιότητα, αναφέρει ο κεντρικός τραπεζίτης στα συμπεράσματά του, αποτελεί η έγκαιρη αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και ειδικά αυτών που σχετίζονται με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την ενίσχυση των επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο, πράσινη ενέργεια και ψηφιακές τεχνολογίες. Στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δράσεων είναι απαραίτητη η υλοποίηση της πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία ενός «Πακέτου Αρωγής» για τις ΜμΕ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: