Τι ζητά το ΔΝΤ από την Ελλάδα για τράπεζες, φόρους, συντάξεις και Δημόσιο

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σε ανάκαμψη η ελληνική οικονομία- Τα «θετικά» και τα «αρνητικά» ρίσκα.

Τα συμπεράσματα της τελευταίας του αποστολής στην Αθήνα δημοσιοποίησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κάνοντας λόγο για εποικοδομητικές συζητήσεις με τις αρμόδιες αρχές.

Μεταξύ άλλων, σημειώνει πως η ελληνική οικονομία αναμένεται να ανακάμψει φέτος και του χρόνου, ωστόσο υπάρχουν ουσιαστικές αβεβαιότητες και πτωτικά ρίσκα που σχετίζονται με την πανδημία, με τα NPEs και με τους γεωπολιτικούς κινδύνους, ενώ από την άλλη πλευρά η υλοποίηση των σχεδίων στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης θα συμβάλλουν θετικά στην ανάπτυξη.

Αναλυτικά, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παρατηρεί τα εξής:

1. Η αντίδραση της κυβέρνησης στην πανδημία ήταν γρήγορη και ενεργητική. Η Ελλάδα μπήκε στην πανδημία με μια ανάκαμψη που δεν είχε ολοκληρωθεί, αλλά η χώρα έχει δείξει ανθεκτικότητα στην αντιμετώπιση της Covid-19. Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 8,2% το 2020, καλύτερα από το αναμενόμενο δεδομένης της υψηλής εξάρτησης της Ελλάδας από τον τουρισμό και των προϋπαρχουσών ευάλωτων σημείων.

Η κυβέρνηση παρείχε ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά πακέτα τόνωσης στην ευρωζώνη, που απέτρεψε την εκτίναξη των εταιρικών προβλημάτων και διατήρησε τους εργαζόμενους στην αγορά εργασίας, αν και οι νεαρής ηλικίας και οι μερικώς εργαζόμενοι βίωσαν μια απότομη πτώση της απασχόλησης. Η εποπτική διευκόλυνση και η διευκόλυνση της ΕΚΤ προστάτευσαν τον τραπεζικό τομέα και διατήρησαν τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες εξαιρετικά υποστηρικτικές.

2. Η οικονομία αναμένεται να ανακάμψει το 2021-2022. Οι επενδύσεις μέσω των επιχορηγήσεων του Next Generation EU (NGEU), της εγκλωβισμένης κατανάλωσης και της επανέναρξης του τουρισμού, αναμένεται να είναι οι βασικοί «οδηγοί» της ανάκαμψης, με την ανάπτυξη να προβλέπεται στο 3,3% φέτος, που θα αυξηθεί στο 5,4% το 2022. Η μόνιμη απώλεια παραγωγής από την πανδημία προβλέπεται να φτάσει το 3%, υποδηλώνοντας πως οι ενέργειες πολιτικής θα πρέπει να επικεντρωθούν στην διευκόλυνση τόσο της ρύθμισης χρεών, όσο και της ανακατανομής πόρων.

3. Υπάρχουν ουσιαστικές αβεβαιότητες και πτωτικά ρίσκα που συνεχίζουν να επισκιάζουν τις προοπτικές. Ενώ ο πλήρης εμβολιασμός προχωρά με ρυθμό άνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου, μια πιο παρατεταμένη πανδημία θα πρόσθετε σημαντικά πτωτικά ρίσκα σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Επιπλέον, η αβέβαιη έκταση των μη εξυπηρετούμενων δανείων που συνδέονται με την πανδημία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα σχέδια τιτλοποίησης των τραπεζών και να περιορίσουν την πιστωτική ανάπτυξη. Άλλοι κίνδυνοι είναι μια πιο αδύναμη από το αναμενόμενο απορρόφηση της χρηματοδότης από το NGEU ενώ από τους εξωτερικούς κινδύνους βασικός είναι η αντιστροφή των παγκόσμιων διευκολυντικών χρηματοπιστωτικών συνθηκών και η υλοποίηση γεωπολιτικών κινδύνων.

4. Τα «ανοδικά» ρίσκα για την ανάπτυξη πηγάζουν κυρίως από την πλήρη εκτέλεση των σχεδίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Η στρατηγική θα μπορούσε να ξεκλειδώσει συνέργειες που θα αντιμετώπιζαν πολλαπλές προκλήσεις. Οι υψηλότερες επενδύσεις, οι οικονομίες κλίμακας από το μεγαλύτερο μέγεθος εταιρειών, και ο αυξανόμενος εξαγωγικός προσανατολισμός θα κρατούσαν υπό έλεγχο το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και σε συνδυασμό με την διαρθρωτική μεταρρυθμιστική ατζέντα του Ταμείου Ανάκαμψης θα αύξαναν την ανάπτυξη της παραγωγικότητας, θα κατεύθυναν τη χώρα προς την επενδυτική βαθμίδα και θα παγίωναν την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους.

Η επέκταση της παραγωγής, οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές και η ψηφιοποίηση θα διεύρυναν τη φορολογική βάση και θα απέφευγαν ορισμένες επιπτώσεις όταν εξαντληθεί η χρηματοδότηση από το NGEU. Οι αυξημένες ευκαιρίες δανεισμού θα στήριζαν τα επιτοκιακά περιθώρια και η μείωση του επιπέδου των NPEs θα επέτρεπε στις τράπεζες να βελτιώσουν την ποιότητα του κεφαλαίου οργανικά. Ενώ ένας τέτοιος ενάρετος κύκλος δεν μπορεί να αποκλειστεί, ωστόσο η άποψη της αποστολής του ΔΝΤ είναι πως υπόκειται σε σημαντικά ρίσκα εκτέλεσης.

5. Το επίπεδο του δημόσιου χρέους προβλέπεται να μειωθεί μεσοπρόθεσμα και οι μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες και η ικανότητα αποπληρωμής του ΔΝΤ παραμένουν επαρκείς στην περίπτωση διαφόρων πτωτικών ρίσκων. Μετά από μια εκτίναξη το 2020, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας προβλέπεται να κορυφωθεί το 2021 και να μειωθεί σταδιακά μεσοπρόθεσμα, αν και παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα απ’ όσο προβλέπονταν πριν από την πανδημία. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει βιώσιμο μεσοπρόθεσμα, βασιζόμενο στην αρνητική διαφορά επιτοκίων-ανάπτυξης και στη σταδιακή επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα. Το μεγάλο μαξιλάρι ρευστότητας της κυβέρνησης και η ενεργή διαχείριση παθητικού μετριάζουν περαιτέρω τα ρίσκα αναχρηματοδότησης, ενώ η ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετήσει το χρέος της σε ένα σοβαρό σοκ εξαρτάται από τη συνεχιζόμενη περιφερειακή στήριξη.

6. Λόγω της μεγάλης αβεβαιότητας δεν μπορεί να υπάρξει οριστική εκτίμηση ως προς τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους. Ενώ μια εφικτή σειρά πολιτικών και η τροχιά των επιτοκίων θα μπορούσαν να φέρουν μια δυναμική βιώσιμου χρέους μακροπρόθεσμα, τα εναλλακτικά σενάρια υποδηλώνουν πως η αβεβαιότητα αναφορικά με το μακροπρόθεσμο ουδέτερο επιτόκιο και τα risk premia είναι πολύ υψηλή για να υπάρξει κάποιο σταθερό συμπέρασμα. Αυτό συνιστά διαφοροποίηση από το προηγούμενο μακροπρόθεσμο DSA που δημοσιοποιήθηκε το 2018, που αναγνώριζε επίσης μια μεγάλη αβεβαιότητα, ωστόσο συμπέραινε πως η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους δεν διασφαλίζεται υπό μια ρεαλιστική σειρά μακροδημοσιονομικών υποθέσεων.

Ενώ οι ανησυχίες αναφορικά με την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τους στόχους για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα έχουν μεγαλώσει λόγω της πανδημίας και η αβεβαιότητα αναφορικά με τον δυνητικό δρόμο της ανάπτυξης παραμένει, ωστόσο αυτά αντισταθμίζονται με το παραπάνω από τη σημαντική μείωση του risk-free rate και της πολύ μεγάλης συμπίεσης των spreads των ελληνικών ομολόγων. Αυτή η συμπίεση των αποδόσεων των ομολόγων ξεκίνησε πριν την πανδημία και συνεχίστηκε μετά την παρουσίαση των πανευρωπαϊκών οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πακέτων στήριξης. Ωστόσο, η αβεβαιότητα ως προς το αν μπορεί να διατηρηθούν στο μέλλον επαρκώς χαμηλά επιτόκια εν μέσω μιας πρωτοφανούς μετάβασης από την επίσημη χρηματοδότηση στην χρηματοδότηση από την αγορά, αποτελεί έναν παράγοντα-κλειδί στην επικαιροποιημένη εκτίμηση της αποστολής του ΔΝΤ.

7. Οι συζητήσεις πολιτικής επικεντρώνονται στην αποτροπή του ενδεχόμενου να μείνουν σημάδια στην οικονομία και στην καλλιέργεια μιας περιεκτικής ανάκαμψης φέρνοντας τη μετάβαση από τις «γραμμές ζωής» στις επενδύσεις που θα χρηματοδοτούνται με πόρους του NGEU. Η αποστολή έδωσε του ΔΝΤ τόνισε πως η βραχυπρόθεσμη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στα υγειονομικά αποτελέσματα και πως οι στόχοι για τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα δεν θα πρέπει να επιτευχθούν σε βάρος της ανάπτυξης, ιδιαίτερα δεδομένης της επίπτωσης των δυο κρίσεων στους νέους που βιώνουν υψηλά ποσοστά ανεργίας. Στην περίπτωση υλοποίησης των πτωτικών ρίσκων θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα μέσω των αυτόματων σταθεροποιητών καθώς και μέσω περαιτέρω στοχευμένης στήριξης εάν είναι απαραίτητο. Παράλληλα, οι αρχές θα πρέπει να ενισχύσουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις μεταρρυθμίσεις στον χρηματοοικονομικό τομέα, βάζοντας σε προτεραιότητα αυτές που ενθαρρύνουν μια ταχεία, βιώσιμη ανακατανομή κεφαλαίων και εργασίας και συμμετοχικής ανάπτυξης.

8. Η αποστολή του ΔΝΤ στήριξε τη διατήρηση της δημοσιονομικής διευκόλυνσης το 2022. Τα μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία υποδηλώνουν ένα πρωτογενές έλλειμμα περίπου 7 ¼ του ΑΕΠ το 2021 με μεγάλο μέρος της στήριξης να είναι εμπροσθοβαρής, εν όψει των εκταμιεύσεων του NGEU, και ευθυγραμμίζεται με προηγούμενες συστάσεις της αποστολής. Ενώ το πρωτογενές έλλειμμα του 2022 αναμένεται να ανακάμψει στο 1% του ΑΕΠ, η υποκείμενη δημοσιονομική στάση, εξαιρουμένων των προσωρινών μέτρων για την Covid-19, παραμένει επεκτατική κατά περίπου 2% του ΑΕΠ. Από κυκλική άποψη, είναι αδύναμη η επιχειρηματολογία υπέρ της περαιτέρω παροχής μέτρων τόνωσης δεδομένου ότι το χάσμα της παραγωγής κλείνει ταχύτατα υπό το βασικό σενάριο, αλλά θα μπορούσαν να βοηθήσουν να μειωθούν οι κίνδυνοι να μείνουν σημάδια στην οικονομία και να στηρίξουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας, που αναμένεται να υστερήσουν έναντι της ανάκαμψης της παραγωγής, υπό την προϋπόθεση πως τα μέτρα τόνωσης θα δαπανηθούν σωστά.