Το Net Zero Gap και το πραγματικό κόστος της καθυστέρησης
- 22/04/2026, 11:53
- SHARE
Το λεγόμενο Net Zero Gap δεν αφορά μόνο την απόσταση της παγκόσμιας οικονομίας από τον στόχο των μηδενικών εκπομπών. Αφορά κυρίως τις μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στους επιμέρους κλάδους. Κάποιοι προχωρούν γρήγορα, σχεδόν επιταχύνουν. Άλλοι, όμως, κινούνται αργά, είτε γιατί το κόστος είναι υψηλό είτε γιατί οι τεχνολογίες δεν είναι ακόμη ώριμες. Αυτή η ασυμμετρία είναι, στην πράξη, η καρδιά του προβλήματος.
Παρ’ όλο λοιπόν που ο αριθμός των εταιρειών που θέτουν κλιματικούς στόχους συνεχίζει να αυξάνεται, οι περισσότερες απέχουν πολύ από την επίτευξή τους. α στοιχεία το δείχνουν καθαρά. Σύμφωνα με τον International Energy Agency, η ηλεκτροπαραγωγή ευθύνεται για περίπου το 40% των παγκόσμιων εκπομπών CO₂, αλλά είναι ταυτόχρονα και ο τομέας που έχει προχωρήσει περισσότερο στην απανθρακοποίηση. Το 2024, οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν σχεδόν το 30% της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με την ηλιακή ενέργεια να αναπτύσσεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία στην ιστορία. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με το World Economic Forum, οι λεγόμενοι hard-to-abate sectors, δηλαδή τσιμέντο, χάλυβας, χημικά, ναυτιλία και αεροπορία, αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων εκπομπών, αλλά λιγότερο από το 10% των επενδύσεων καθαρής ενέργειας. Αυτή η αναντιστοιχία δεν είναι απλώς στατιστική είναι ενδεικτική του πυρήνα του προβλήματος.
Ποιοι κάνουν σπρίντ και ποιοι μένουν πίσω
Η ηλεκτροπαραγωγή παραμένει ο πιο ώριμος τομέας της μετάβασης. Το κόστος της ηλιακής ενέργειας έχει μειωθεί κατά περίπου 85% από το 2010, ενώ της αιολικής κατά περίπου 55%, σύμφωνα με την International Renewable Energy Agency. Σε πολλές αγορές, οι νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ είναι ήδη φθηνότερες από τις αντίστοιχες σε ορυκτά καύσιμα.
Σημαντική πρόοδος καταγράφεται και στην αυτοκινητοβιομηχανία. Το 2025, τα ηλεκτρικά οχήματα αντιστοιχούσαν σε περίπου 18% των παγκόσμιων πωλήσεων αυτοκινήτων, από μόλις 4% το 2020, σύμφωνα με στοιχεία του International Energy Agency. Οι μεγάλες αγορές, ΕΕ, Κίνα, ΗΠΑ, έχουν ήδη θέσει σαφή χρονοδιαγράμματα για τον περιορισμό ή την κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης.
Από εκεί και πέρα, όμως, τα πράγματα δυσκολεύουν αισθητά. Στον χάλυβα, για παράδειγμα, η παραγωγή μέσω πράσινου υδρογόνου μπορεί να κοστίζει έως και 30%-50% περισσότερο από τις παραδοσιακές μεθόδους. Στο τσιμέντο, έως και το 60% των εκπομπών προέρχεται από τη χημική διαδικασία παραγωγής, καθιστώντας την πλήρη απανθρακοποίηση ιδιαίτερα δύσκολη χωρίς τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα. Στην αεροπορία, τα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF) κοστίζουν. Στη ναυτιλία, οι εναλλακτικές βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Το βασικό εμπόδιο σε όλους αυτούς τους κλάδους είναι το λεγόμενο green premium, το πρόσθετο κόστος των καθαρών λύσεων. Σύμφωνα με τον OECD, χωρίς κρατική στήριξη ή υψηλότερη τιμή άνθρακα, η μετάβαση σε πολλές περιπτώσεις απλώς δεν είναι οικονομικά βιώσιμη.
Ακόμη και εκεί όπου οι τεχνολογίες υπάρχουν, η πρόκληση μεταφέρεται στην κλίμακα. Το International Energy Agency, εκτιμά ότι οι παγκόσμιες επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια θα πρέπει να ξεπεράσουν τα 4 τρις. δολ. ετησίως έως το 2030 για να διατηρηθεί η πορεία προς το Net Zero. Την ίδια στιγμή η πολιτική παίζει καθοριστικό ρόλο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, λειτουργεί ως καταλύτης. Τα συστήματα τιμολόγησης άνθρακα στην Ευρώπη, για παράδειγμα, έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις σε βιομηχανικούς κλάδους. Από την άλλη όμως οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη υποδομών από δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας έως εγκαταστάσεις υδρογόνου δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρήσεις διστάζουν να επενδύσουν.
Το χάσμα προς το Net Zero δεν είναι τεχνολογικό αλλά οικονομικό: η μετάβαση προχωρά άνισα, και το πραγματικό της κόστος αποτυπώνεται πλέον στην ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και τις αποφάσεις που ακόμη αναβάλλονται.
Και το πραγματικό κόστος της ανταγωνιστικότητας
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μπορεί να επιτευχθεί το net zero, αλλά πόσο θα κοστίσει. Το ποσό που απαιτείται για να τεθεί η παγκόσμια οικονομία σε τροχιά καθαρών μηδενικών εκπομπών εξακολουθεί να υπερβαίνει κατά πολύ τις σημερινές δαπάνες για τη μείωση των ρύπων. Κι όμως, για πρώτη φορά, ο στόχος δεν μοιάζει απρόσιτος. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της τρίτης ετήσιας μελέτης των Climate Policy Initiative και A&O Shearman για το χρηματοδοτικό κενό του net zero. Με βασικό μήνυμα ότι η απόσταση παραμένει τεράστια, αλλά, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να καλυφθεί.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι παγκόσμιες ροές κλιματικής χρηματοδότησης έφθασαν το 2023 στα 1,9 τρισ. δολάρια, ενώ οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις θέλουν το 2024 να ξεπερνά για πρώτη φορά τα 2 τρισ. δολ. Αν ο ρυθμός ανόδου των επενδύσεων της περιόδου 2020-2023 διατηρηθεί, οι ετήσιες ροές θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 6,2 τρισ. δολ. έως το 2029, δηλαδή το κατώτερο όριο των αναγκών για την περίοδο έως το 2030.
Ωστόσο, για να διατηρηθεί ο κόσμος σε πορεία net zero, οι επενδύσεις σε μέτρα μετριασμού θα πρέπει να ανέλθουν σε 6,2 έως 9,5 τρισ. δολάρια ετησίως έως το 2030, έναντι μόλις 1,7 τρισ. το 2023. Το ετήσιο κενό υπολογίζεται κατά μέσο όρο στα 5,9 τρισ. δολ.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το μέγεθος του κενού, αλλά και η γεωγραφία του. Το μεγαλύτερο σχετικό έλλειμμα εντοπίζεται στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, εξαιρουμένης της Κίνας, όπου οι ανάγκες είναι 8,3 φορές υψηλότερες από τις σημερινές ροές. Σε απόλυτους όρους, όμως, οι ανεπτυγμένες οικονομίες πρέπει επίσης να αυξήσουν θεαματικά τις δαπάνες τους, κατά επιπλέον 2,9 τρισ. δολάρια ετησίως έως το 2030.
Το πρόβλημα είναι ότι το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο σύνθετο. Η γεωπολιτική ένταση, οι πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες και η αβεβαιότητα γύρω από την πολιτική στήριξης στις Ηνωμένες Πολιτείες απειλούν να επιβραδύνουν την πρόοδο. Κι όμως, το βασικό συμπέρασμα παραμένει απλό. Η μετάβαση, σύμφωνα με την μελέτη, δεν καθυστερεί επειδή είναι αδύνατη, αλλά επειδή δεν χρηματοδοτείται επαρκώς και δεν υποστηρίζεται με την απαιτούμενη συνέπεια.