Τραμπ κατά Wall Street Journal: Η αγωγή των 10 δισ. προσέκρουσε στην ελευθερία του Τύπου
- 01/11/2026, 20:08
- SHARE
Η διάψευση ενός δημοσιεύματος από τον πρόεδρο των ΗΠΑ δεν αρκεί για να υποχρεώσει μια εφημερίδα να το αποσύρει. Αυτό είναι ένα από τα βασικά σημεία της απόφασης με την οποία ο ομοσπονδιακός δικαστής Ντάριν Γκέιλς απέρριψε το Σάββατο την αναθεωρημένη αγωγή του Ντόναλντ Τραμπ κατά της Wall Street Journal.
Ο Αμερικανός πρόεδρος διεκδικούσε τουλάχιστον 10 δισ. δολάρια, υποστηρίζοντας ότι δυσφημίστηκε από το δημοσίευμα για επιστολή που φέρεται να συνδεόταν με τον ίδιο και περιλαμβανόταν σε λεύκωμα για τα γενέθλια του Τζέφρι Έπσταϊν.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η νέα αγωγή δεν στοιχειοθετούσε επαρκώς την απαιτούμενη προϋπόθεση της «actual malice»: δημοσίευση με γνώση της αναλήθειας ή με απερίσκεπτη αδιαφορία για το εάν η πληροφορία ήταν αληθής.
Η επιστολή που προκάλεσε τη σύγκρουση
Η δικαστική αντιπαράθεση ξεκίνησε μετά το δημοσίευμα της Wall Street Journal τον Ιούλιο του 2025 για το λεύκωμα των 50ών γενεθλίων του Έπσταϊν, το 2003.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, σε αυτό περιλαμβανόταν επιστολή με σεξουαλικά υπονοούμενα και το όνομα του Τραμπ. Το δακτυλογραφημένο κείμενο πλαισιωνόταν από σχέδιο γυμνής γυναίκας.
Ο Τραμπ αρνείται επανειλημμένα ότι έγραψε ή υπέγραψε την επιστολή, την οποία χαρακτηρίζει πλαστή. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν γνώριζε τις εγκληματικές δραστηριότητες του Έπσταϊν και ότι είχε διακόψει τις σχέσεις μαζί του πριν γίνουν δημόσια γνωστές.
Η αρχική αγωγή απορρίφθηκε τον Απρίλιο, με δυνατότητα υποβολής τροποποιημένου δικογράφου. Ο πρόεδρος επανήλθε τον Μάιο, όμως ούτε η δεύτερη προσπάθεια έγινε δεκτή.
Γιατί η διάψευση δεν αρκούσε
Κεντρικό επιχείρημα της πλευράς Τραμπ ήταν ότι η εφημερίδα έπρεπε να εγκαταλείψει το δημοσίευμα μόλις εκείνος αρνήθηκε τη γνησιότητα της επιστολής.
Ο δικαστής απέρριψε αυτή τη λογική. Μια τέτοια απαίτηση θα έδινε στα δημόσια πρόσωπα τη δυνατότητα να εμποδίζουν δυσμενή δημοσιεύματα απλώς διαψεύδοντάς τα, σε σύγκρουση με την προστασία που παρέχει στον Τύπο η Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η Wall Street Journal είχε συμπεριλάβει τη διάψευση του Τραμπ. Οι αναγνώστες ενημερώνονταν ότι ο πρόεδρος αρνούνταν την πατρότητα της επιστολής και αμφισβητούσε τη γνησιότητά της.
Ούτε οι αιτιάσεις για κενά στη δημοσιογραφική έρευνα κρίθηκαν επαρκείς. Ερωτήματα όπως το ποιος δακτυλογράφησε το κείμενο ή γιατί χρησιμοποιήθηκε τρίτο πρόσωπο δεν στοιχειοθετούσαν από μόνα τους γνώση αναλήθειας ή απερίσκεπτη αδιαφορία για την αλήθεια.
Το επίκεντρο της απόφασης ήταν η επάρκεια των ισχυρισμών περί δυσφήμησης, όχι μια αυτοτελής δικαστική πιστοποίηση της γνησιότητας της επιστολής.
Η επόμενη κίνηση είναι η έφεση
Η απόρριψη έγινε «with prejudice», κλείνοντας τη δυνατότητα νέας κατάθεσης των ίδιων αξιώσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Η πλευρά Τραμπ ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να ασκήσει έφεση, επομένως η αντιπαράθεση μπορεί να συνεχιστεί σε ανώτερο δικαστήριο. Η Dow Jones, στην οποία ανήκει η Wall Street Journal, εξέφρασε την ικανοποίησή της για την απόφαση.
Η εξέλιξη αποτελεί δικαστική νίκη για την εφημερίδα και τους υπόλοιπους εναγομένους, μεταξύ των οποίων η News Corp και ο Ρούπερτ Μέρντοχ, σε μια υπόθεση που δοκιμάζει τα όρια ανάμεσα στην προστασία της υπόληψης των δημόσιων προσώπων και στην ελευθερία της δημοσιογραφικής έρευνας.